Comfort Food

Facebook Twitter
0

Ο όρος comfort food υπάρχει από το 1977, όμως φαίνεται πως οι εποχές δεν ήταν έτοιμες για να τον αγκαλιάσουν.

Το 2008, όταν η Κρίση ξεκίνησε στην Αμερική (τότε που εμείς παραμυθιαζόμασταν ότι δεν μας αφορά) ο όρος έκανε την πρώτη του μεγάλη εμφάνιση για να σαρώσει και μετά, μαζί με την κρίση, και την Ευρώπη, για να φτάσει στην Ελλάδα, που πλέον έχουμε πολύ ανάγκη, αν και δεν έχουμε βρει ακόμα καλή μετάφραση.

Comfort food είναι αυτό που θέλεις να φας όταν έχεις άγχος, όταν είσαι στενοχωρημένος, όταν νιώθεις ότι έρχεται συνάχι, όταν νιώθεις μοναξιά. Το φαγητό δεν είναι μόνο φαγητό, είναι και αγκαλιά, είναι και η μαμά, είναι και το πρώτο ταξίδι με τον μεγάλο Έρωτα. Είναι αυτό που σε ταξιδεύει πίσω, σε μία στιγμή της ζωής που υπήρχε το κυριότερο, αυτό που η Ελλάδα έχει χάσει και είναι η πηγή όλων των κακών: όχι των χρημάτων, όχι της εθνικής κυριαρχίας (που αρχίζει να ξεπηδάει από τις γωνίες ως ανησυχία). Αυτό που έχει χάσει πάνω απ’ όλα, είναι η ασφάλεια. Comfort σημαίνει μεταξύ άλλων «παρηγοριά» αλλά νομίζω ότι η παρηγοριά είναι λίγη αυτή τη στιγμή, άσε που θυμίζει και την παροιμία «παρηγοριά στον άρρωστο…»

Δεν είναι μόνο ψυχολογικό το θέμα: το φαγητό ενεργοποιεί ορμόνες, και οι ορμόνες μας κάνουν να νιώθουμε. Υπάρχουν άπειρες θεωρίες για το τι κάνει κάθε γεύση: το αλμυρό ενεργοποιεί οξυτοκίνη, που εκκρίνεται με την αγκαλιά, η ζάχαρη και το άμυλο σεροτονίνη, που είναι το χημικό αντίστοιχο της ευτυχίας. Δυστυχώς αυτά τα συναισθήματα δεν ξυπνάνε με τα καρότα, ας πούμε, ή με τα κολοκυθάκια στον ατμό. Μας αρέσουν τα λαχανικά, αλλά δεν τα λατρεύουμε σε μια ώρα ανάγκης. Όταν θέλουμε ασφάλεια, αυτό που θέλουμε είναι θερμίδες.

Έχουν περάσει πολλά, πολλά χρόνια από τότε που οι πρόγονοί μας έπρεπε να αποθηκεύσουν λίπος στο σώμα τους προκειμένου να διασχίσουν σαβάνες και να επιβιώσουν το χειμώνα αλλά το σώμα μας δεν έχει συνηθίσει στην πολύ πρόσφατη προσθήκη του σούπερ μάρκετ. Η αίσθηση κορεσμού που επιτυγχάνεται μόνο με το λίπος είναι συνώνυμη με την ευτυχία, όσο και να μας αρέσει το σούσι.

Ο δυτικός κόσμος συγκινείται κυρίως από το συνδυασμό «κρέας/πατάτες» και υπάρχει σε όλα τα Κυριακάτικα γεύματα όλων των χωρών: Sauerbraten/Kartoffelsalat για τους Γερμανούς, Roast Beef /potatoes/gravy για τους Άγγλους, τηγανιτό κοτόπουλο/grits για τους Αμερικανούς, κάθε γωνιά και μία παραλλαγή με ένα συνδυασμό που συνεχώς μας θυμίζουν να μην κάνουμε, αλλά πάει περίπατο όταν μαγειρεύουμε γι’ αυτούς που αγαπάμε.

Η ελληνική κουζίνα είναι γεμάτη από comfort food, με πιάτα γεμάτα με συνδυασμούς που παρηγορούν τις ταλαιπωρημένες ψυχές. Αν είχα εστιατόριο αυτή την εποχή θα άφηνα στην άκρη τους πειραματισμούς και το fusion και θα επικεντρωνόμουν στην αίσθηση της ασφάλειας με τα φαγητά που θυμίζουν παιδικές αρρώστιες και οικογένεια γύρω από το τραπέζι. Επειδή η λίστα είναι μεγάλη, ώρα για ένα μεγάλο δημοψήφισμα μεταξύ των σούπερ σταρ της Ελλάδας:

Ευχαριστώ την apologiaprosuavita για την έμπνευση.

Γεύση
0

ΔΕΙΤΕ ΑΚΟΜΑ

Κρασί στο τραπέζι: Πού τελειώνει η απόλαυση και πού αρχίζει η εξάρτηση;

Το κρασί με απλά λόγια / Κρασί: Πού τελειώνει η απόλαυση και πού αρχίζει η εξάρτηση;

«Οίνος ευφραίνει καρδίαν» λέμε, αλλά πού τελειώνει η χαρά και πού αρχίζει η υπερβολή; Ο καρδιολόγος και οινόφιλος Θανάσης Κότσανης μιλά για τη λεπτή ισορροπία ανάμεσα στην απόλαυση, την υγεία και το μέτρο.
ΥΡΩ ΚΟΛΙΑΚΟΥΔΑΚΗ - ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ
Speculoos ή biscoff; Η ιστορία ενός μπισκότου που έγινε παγκόσμιο viral

Nothing Days / Speculoos ή biscoff; Η ιστορία ενός μπισκότου που έγινε παγκόσμιο viral

Το καραμελένιο αρωματικό μπισκοτάκι των Κάτω Χωρών που συνδέθηκε με τη γιορτή του Αγίου Νικολάου κατάφερε να κυριεύσει όλον τον κόσμο και σήμερα να είναι βασικό συστατικό ή γαρνιτούρα σε πολλά σύγχρονα γλυκά.
M. HULOT
Το γλυκό της Αθήνας μετά την απελευθέρωση

Nothing Days / Το γλυκό της Αθήνας μετά την Απελευθέρωση

Από μισογκρεμισμένο τουρκοχώρι αμέσως μετά την Ελληνική Επανάσταση ως τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο η Αθήνα εξελίχθηκε σε μια ευρωπαϊκή πρωτεύουσα, με τα ανάλογα γλυκά. Πώς από τον μπακλαβά και το λουκούμι του φούρνου φτάσαμε στα γαλλικά γλυκά και στα πολυτελή ζαχαροπλαστεία.
M. HULOT