Για πολλούς θεωρείται η κορυφαία ταινία κινουμένων σχεδίων όλων των εποχών. Αποτέλεσμα της σύμπραξης της ιδιοφυΐας του Γουόλτ Ντίσνεϊ και του ταλέντου του περίφημου μαέστρου Λέοπολντ Στοκόφσκι, και με τη συνδρομή εκατοντάδων ταλαντούχων καλλιτεχνών -μουσικών, σχεδιαστών και πολλών άλλων-, η Φαντασία ήταν η πρώτη ταινία που γεφύρωσε το χάσμα ανάμεσα στην «ελίτ» της κλασικής μουσικής και τη «λαϊκή» τέχνη του animation. Η διαχρονική αξία της ταινίας του 1940 απέδειξε μακροπρόθεσμα ότι το στοίχημα ήταν κερδισμένο. 60 χρόνια μετά, το σίκουελ της Φαντασίας επιχείρησε να μεταφέρει -με ίσως όχι τόσο σημαντικό, αλλά σίγουρα εξίσου ρομαντικό αποτέλεσμα- τη μαγεία στην ψηφιακή εποχή των κινηματογράφων IMAX και του CGI.

 

Αυτή η υπερφιλόδοξη «κουρελού» υψηλής πιστότητας και σχεδιασμού που αψηφούσε κάθε κατηγορία, καθώς απευθυνόταν εξίσου στα παιδιά και τους ενήλικες, τους σινεφίλ και τους μελομανείς, τους αστούς και την επαρχία, έκανε πρεμιέρα το Νοέμβριο του 1940, σε επιλεγμένες και αποκλειστικές προβολές.

 

75 χρόνια μετά την πρώτη ταινία, η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών συναντά τη μαγεία των κινούμενων εικόνων του Ντίσνεϊ στο Θέατρο Badminton. Στο Fantasia Live in Concert, οι κορυφαίοι Έλληνες μουσικοί ερμηνεύουν ζωντανά επιλεγμένα μέρη από τις δύο ταινίες, ενώ παράλληλα προβάλλονται τα αντίστοιχα κινηματογραφικά αποσπάσματα. Θα ακούσουμε μουσικά αριστουργήματα που καλύπτουν μια μεγάλη περίοδο δημιουργίας κλασικών συνθετών, από τον Μπαχ, τον Μπετόβεν, τον Τσαϊκόφσκι και τον Σούμπερτ, μέχρι τον Σοστακόβιτς και τον Γκέρσουιν. Ζητήσαμε από τον μαέστρο και διευθυντή της Κ.Ο.Α. Στέφανο Τσιαλή, τον κριτικό κινηματογράφου της LiFO Θοδωρή Κουτσογιαννόπουλο και τον διεθνή animator, σκηνοθέτη και σεναριογράφο Παναγιώτη Ράππα να μας εξηγήσουν, ο καθένας αναφερόμενος στον κλάδο του, γιατί αυτό το προσωπικό στοίχημα του Ντίσνεϊ στάθηκε τόσο σημαντικό και διαχρονικό για την πορεία της τέχνης.

 

Το αστείο είναι ότι η Φαντασία προέκυψε από μια προσπάθεια που έκανε ο Γουόλτ Ντίσνεϊ να ξαναδώσει στον Μίκυ Μάους την παλιά αίγλη που είχε αρχίσει να χάνει στο τέλος της δεκαετίας του '30.
Το αστείο είναι ότι η Φαντασία προέκυψε από μια προσπάθεια που έκανε ο Γουόλτ Ντίσνεϊ να ξαναδώσει στον Μίκυ Μάους την παλιά αίγλη που είχε αρχίσει να χάνει στο τέλος της δεκαετίας του '30.

 

Η Φαντασία ήταν ένα από τα εναύσματα για να ασχοληθεί ο Στέφανος Τσιαλής με την κλασική μουσική.

 

Στέφανος ΤσιαλήςΠότε ήρθατε για πρώτη φορά αντιμέτωπος με το μεγαλείο της Φαντασίας; Τι θυμάστε από την πρώτη φορά που την παρακολουθήσατε;

Είδα για πρώτη φορά τη Φαντασία όταν ήμουν 8-9 ετών. Με συνεπήρε τόσο πολύ που έπρηξα τους γονείς μου να με ξαναπάνε. Και ξανά... Συνολικά πήγαμε τότε 4-5 φορές! Αργότερα συνειδητοποίησα ότι η Φαντασία μου έδωσε ένα από τα κύρια εναύσματα για να ασχοληθώ κι ο ίδιος με την κλασική μουσική.

 

Το χιούμορ είναι βασικό στοιχείο των δύο ταινιών. Σκοπεύετε να το αποδώσετε με κάποιο ιδιαίτερο τρόπο ζωντανά στις συναυλίες;

Αυτό αφορά λίγο και στην πεμπτουσία της μεγάλης οθόνης. Ξέρετε, τα περισσότερα σκετς στη Φαντασία είναι κατά κάποιο τρόπο slapstick και αυτό καλείται να το υποστηρίξει και η Ορχήστρα. Αν π.χ. η Ορχήστρα καθυστερήσει έστω κι ένα δευτερόλεπτο τη στιγμή που ο Μίκυ Μάους αρχίζει να κάνει σκούπα σαν τρελός στον Μαθητευόμενο Μάγο, το νόημα χάνεται. Το ίδιο συμβαίνει και αν π.χ.το τύμπανο καθυστερήσει έστω και δύο μόλις μέτρα στη σκηνή που ένας ελέφαντας, καθώς κατεβαίνει από την Κιβωτό του Νώε, πατάει τον Ντόναλντ Ντακ. Καταλαβαίνετε ότι η ευθύνη μας να αποδώσουμε το χιούμορ είναι πολύ μεγάλη.

 

Πώς θα συνδέσετε δημιουργικά αυτά τα εμβληματικά έργα από τόσο σημαντικούς, αλλά ετερόκλητους μεταξύ τους συνθέτες, που καλύπτουν μάλιστα μεγάλες χρονικές περιόδους, σε ένα ενιαίο αποτέλεσμα για τις ανάγκες των live;

Ο συνδετικός κρίκος είναι το ίδιο το κινούμενο σχέδιο και τα σκετς που, με διάρκεια από 3 έως και 15 λεπτά καθένα, έχουν εσωτερική συνοχή. Ουσιαστικά η ίδια η οθόνη είναι το στοιχείο της δραματουργικής σύνδεσης.

 

Μια από τις τομές της πρώτης ταινίας θεωρείται το γεφύρωμα που κατάφερε ανάμεσα στην κλασική μουσική (μια «ελιτίστικη» τέχνη -εκείνη την εποχή- για λίγους) και το animation (μια πιο «λαϊκή» και «εύκολη» τέχνη). Θα μπορούσαμε να πούμε ότι τα συγκεκριμένα live συμπίπτουν χρονικά με κάποιο «άνοιγμα» που επιχειρεί η Κ.Ο.Α. το τελευταίο διάστημα προς ένα ευρύτερο κοινό;

Σίγουρα! Στην Κ.Ο.Α. είναι πεποίθησή μας ότι η συμφωνική μουσική που παίζουμε μπορεί να αγγίξει και να συγκινήσει κάθε άνθρωπο ανεξαρτήτως ηλικίας, μορφωτικού επιπέδου, ταξικής προέλευσης, εμπειριών κ.λπ. Σας είπα άλλωστε και την προσωπική μου εμπειρία με την Φαντασία που υπήρξε ένας από τους πρώτους λόγους για να ανακαλύψω την κλασική μουσική.

 

Αν μπορούσατε να έχετε μια κουβέντα με τον Ντίσνεϊ και τον Στοκόφσκι, την περίοδο που ετοίμαζαν την πρώτη Φαντασία, ποιο είναι το πρώτο πράγμα που θα τους ρωτούσατε;

Στον Ντίσνεϊ θα εξέφραζα τη ευγνωμοσύνη μου για το αριστούργημα που εμπνεύστηκε. Τον Στοκόφσκι όμως θα τον ρωτούσα, για να είμαι ειλικρινής, γιατί υπάρχουν αυτές οι τρομερές διακυμάνσεις στον ρυθμό και τα απίστευτα γρήγορα τέμπι που μας δυσκολεύουν τη ζωή τόσα χρόνια μετά. Ξέρω βέβαια την απάντηση. Η μουσική κλήθηκε εκ των υστέρων να συνοδεύσει τα κινούμενα σχέδια, κλήθηκε συνεπώς να επιταχύνει ή να επιβραδύνει κατά περίσταση και με τρόπο που δεν θα συνέβαινε αν αυτά τα κομμάτια παίζονταν σε μία κανονική συμφωνική συναυλία. Η εικόνα αναγκάζει την Ορχήστρα να φτάσει σε οριακές ταχύτητες. Κουραστικό αλλά και τόσο ενδιαφέρον και γοητευτικό!

 

Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών
Η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών

 

H Φαντασία, προσωπικό στοίχημα του Γουόλτ Ντίσνεϊ και αξεπέραστη τομή στο κινούμενο σχέδιο: Ο Θοδωρής Κουτσογιαννόπουλος συνοψίζει τη σημασία των δύο ταινιών.

 

Με αφορμή τη φθίνουσα δημοτικότητα του αγαπημένου του Μίκυ Μάους, ο Γουόλτ Ντίσνεϊ βρήκε την ευκαιρία να βάλει με μεγαλοπρέπεια τη σφραγίδα του στο κινούμενο σχέδιο, ένα είδος που ούτως ή άλλως είχε εξακοντίσει σε τρομακτικά ύψη δημιουργικότητας και πρωτοτυπίας.

 

Θοδωρής ΚουτσογιαννόπουλοςΗ Φαντασία δεν έμοιαζε με τίποτε άλλο που είχε προηγηθεί μέχρι τότε. Βλέποντας το κόστος παραγωγής του Sorcerer's Apprentice, με ήρωα τον Μίκυ, σε κλασσική μουσική υπόκρουση (μια ασυνήθιστη επιλογή), να αυξάνει δυσανάλογα προς τη συνηθισμένη διατίμηση των ταινιών μικρού μήκους που σκάρωνε κάτω από την ομπρέλα των Silly Symphonies, αποφάσισε να το συμπεριλάβει σε ένα ακόμη ασχημάτιστο σπονδυλωτό του όραμα, πάντα με συνοδεία κλασσικών κομματιών. Έπεισε τον Λέοπολντ Στοκόφσκι να διευθύνει την ορχήστρα της Φιλαδέλφειας (αν και στην ταινία ένας άλλος ενορχηστρωτής κρατούσε το μπατόν και εισήγαγε διαδοχικά τα κεφάλαια) και έδωσε εντολή στα «τσακάλια» του, τους αφοσιωμένους animators που εργάζονταν νυχθημερόν, να δώσουν τον καλύτερο τους εαυτό σε ένα σχέδιο που ξέφευγε από τα συνηθισμένα. Επειδή το βίτσιο του Ντίσνεϊ ήταν να ξεπερνάει τον εαυτό του βάζοντας ψηλά τον πήχη, έδωσε μεγάλη σημασία στον ήχο, καθώς το πάντρεμα της «ποιοτικής» κλασσικής μουσικής με τα «λαϊκά» καρτούν δεν είχε ξαναγίνει στο παρελθόν - τουλάχιστον όχι σε τέτοια κλίμακα. Το ηχητικό σύστημα που παρήγγειλε κόστισε πάνω από 200 χιλιάδες δολάρια, μια περιουσία για τα προπολεμικά δεδομένα. Ο Ντίσνεϊ θέλησε να δημιουργήσει την ψευδαίσθηση στον θεατή πως ακούει μια ζωντανή ορχήστρα στην αίθουσα και οι ηχολήπτες πέτυχαν σε μεγάλο βαθμό το ποθούμενο αποτέλεσμα, εγγράφοντας σε πολλαπλά κανάλια, κάνοντας overdubs και ελαττώνοντας θορύβους και φυσήματα. Οι εφευρέσεις αυτές, που αποτυπωμένες στην ηχητική μπάντα γέννησαν ένα στερεοφωνικό surround σύστημα που βαφτίστηκε «fantasound», ήταν πρωτότυπες και ριζοσπαστικές, αποτέλεσαν δε τη βάση για την εξέλιξη των ηχογραφήσεων που θα ακολουθούσαν πολύ αργότερα, στο σινεμά αλλά κυρίως στη δισκογραφία.

 

Μετά τον θάνατο και του τελευταίου Ντίσνεϊ στην εταιρεία, κανένα πλάνο για συνέχεια, προσθήκη ή υποσημείωση στη Φαντασία δεν έχει ανακοινωθεί.

 

Αυτή η υπερφιλόδοξη «κουρελού» υψηλής πιστότητας και σχεδιασμού που αψηφούσε κάθε κατηγορία, καθώς απευθυνόταν εξίσου στα παιδιά και τους ενήλικες, τους σινεφίλ και τους μελομανείς, τους αστούς και την επαρχία, έκανε πρεμιέρα το Νοέμβριο του 1940, σε επιλεγμένες και αποκλειστικές προβολές, το λεγόμενο roadshow που κάποτε προϋπάντιζε μια ταινία-γεγονός, συνήθως σε διακεκριμένα κινηματοθέατρα. Οι κριτικές ήταν εξαιρετικά θετικές στο σύνολο τους, αλλά το φιλμ δεν είχε καριέρα στην Ευρώπη, καθώς η συγκυρία ήταν δραματικά αρνητικά: ο πόλεμος είχε ήδη ξεσπάσει και το ευρωπαϊκό κοινό έμελλε να δει τη Φαντασία, όπως και τις περισσότερες αμερικανικές ταινίες μετά το 1945. Η RKO που έλεγχε αρκετές αίθουσες είχε ενστάσεις ως προς τη φύση και τη μεγάλη διάρκεια του φιλμ, που ξεπερνούσε τις 2 ώρες, χωρίς να συμπεριλαμβάνεται στο αναγκαστικό διάλειμμα. Τα χρήματα που ξοδεύτηκαν (πάνω από 2 εκατομμύρια δολάρια) η Φαντασία δεν τα έβγαλε στην πρώτη προβολή και την πρώτη επανέκδοση της. Ακολούθησαν πολλές στις επόμενες δεκαετίες και τελικά, μαζί με τις εισπράξεις της Ευρώπης και τα έσοδα από το home entertainment, το στοίχημα του Ντίσνεϊ καρποφόρησε. Το επόμενο μεγάλο χτύπημα του μάστορα του κινουμένου σχεδίου ήταν η υλοποίηση της πρώτης Disneyland στην Καλιφόρνια, αλλά το magnum opus του παραμένει η κατά βάση ανομοιογενής, ενίοτε κιτς και υπερβολική, αλλά συχνότατα ιδιοφυής συρραφή διαφορετικών ιστοριών, από τη Νύχτα στο Φαλακρό Βουνό μέχρι τους ιπποπόταμους που χορεύουν σα μπαλαρίνες με μια σειρά από χαρακτήρες που το μόνο τους κοινό ήταν η αχαλίνωτη φαντασία των σχεδιαστών και φυσικά η κλασσική μουσική υπόκρουση.

 

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στις ΗΠΑ, στις αρχές της δεκαετίας του '30, ο Σεργκέι Αϊζενστάιν είχε εξάρει την τελειομανία του Ντίσνεϊ σε ότι κι αν καταπιανόταν, τη φορμαλιστική, πρωτεϊκή δύναμη των σκίτσων του και κυρίως την ικανότητά του να προκαλεί έκσταση στις μάζες, και να τις τροφοδοτεί με αρχέτυπα που γέμιζαν την ανθρώπινη ψυχή. Η Φαντασία ήταν ίσως η απάντηση του Αμερικανού πρωτοπόρου στους επαίνους του μεγάλου Ρώσου κινηματογραφιστή (και θεωρητικού). Παρά τις πρακτικές δυσκολίες και την απολογητική στάση του Ντίσνεϊ για τις χαμένες ευκαιρίες στις λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να είχαν γίνει ακόμη καλύτερες, ο ίδιος δεν μπόρεσε ποτέ να ξεπεράσει το στάνταρ που έθεσε. Πού να το φανταζόταν αυτό το βασικά συντηρητικό συμπίλημα υπερκαπιταλιστή επιχειρηματία και ασυμβίβαστου καλλιτέχνη, πως ένα νεόκοπο κοινό, κυρίως από ανήσυχους φοιτητές, θα έβλεπαν την ταινία στην επανέκδοση στις αίθουσες το 1969, και θα την άκουγε κανονικά, κάτω από την επήρεια ψυχοτροπικών ουσιών! Η έκσταση, που έλεγε και ο Σεργκέι...

 

Fantasia Live In Concert
Fantasia Live In Concert

 

Ακριβώς 60 χρόνια αργότερα, ο ανιψιός του, ο Ρόι Ντίσνεϊ (που του έμοιαζε πολύ στην εμφάνιση αλλά όχι και στο drive) έπεισε το αφεντικό του στα Disney Studios, τον Μάικλ Άισνερ, να ολοκληρώσουν μια ιδέα που σιγοψηνόταν από το 1974, για ένα εξίσου πρωτοποριακό sequel της Φαντασίας. Η Φαντασία 2000 καινοτόμησε ως προς τον συνδυασμό του ψηφιακού σχεδίου με το παραδοσιακό χειροποίητο, αλλά της έλειπε η μαγεία και το κάτι παραπάνω, ή το κάπου παραπέρα από την εποχή. Βαδίζοντας πάνω σε μια παλιομοδίτικη λογική (και αναγκαστικά πάνω στα μονοπάτια του original) η ταινία ακολούθησε την ίδια σπονδυλωτή δομή, με προσωπικότητες όπως ο Κουίνσι Τζόουνς, η Άντζελα Λάντσμπερι και ο Στιβ Μάρτιν στο σύντομο ρόλο του εισηγητή της κάθε μουσικο-κινηματογραφικής ενότητας. Το σκετς της Γαλάζιας Ραψωδίας, ένας σβέλτος, δαιμονιωδώς μονταρισμένος φόρος τιμής στο ύφος του illustrator Αλ Χίρσφελντ, ξεχώριζε αισθητά από το faux μελό και τη βεβιασμένη κωμικότητα της όλης υπόθεσης.

 

Οι εισπράξεις δεν χτύπησαν κόκκινο, γιατί οι προβολές κυρίως σε IMAX αίθουσες δεν εξασφάλιζαν την χωρητικότητα που απαιτείτο για την απόσβεση. Βλέποντας τις πενιχρές επιδόσεις, ο Άισνερ χαρακτήρισε την ταινία μια «τρέλα του Ρόϊ», και τον ίδιο ατάλαντο. Μετά τον θάνατο και του τελευταίου Ντίσνεϊ στην εταιρεία, κανένα πλάνο για συνέχεια, προσθήκη ή υποσημείωση στη Φαντασία δεν έχει ανακοινωθεί.

 

Στην Κ.Ο.Α. είναι πεποίθησή μας ότι η συμφωνική μουσική που παίζουμε μπορεί να αγγίξει και να συγκινήσει κάθε άνθρωπο ανεξαρτήτως ηλικίας, μορφωτικού επιπέδου, ταξικής προέλευσης, εμπειριών κ.λπ.
Στην Κ.Ο.Α. είναι πεποίθησή μας ότι η συμφωνική μουσική που παίζουμε μπορεί να αγγίξει και να συγκινήσει κάθε άνθρωπο ανεξαρτήτως ηλικίας, μορφωτικού επιπέδου, ταξικής προέλευσης, εμπειριών κ.λπ.

 

Ο Παναγιώτης Ράππας εξηγεί γιατί η δουλειά του Ντίσνεϊ είναι το ιερό Ευαγγέλιο των animators. 

 

Παναγιώτης ΡάππαςΓιατί η πρώτη Φαντασία αποτέλεσε τομή στην κατηγορία του animation; Τι ήταν αυτό που την έκανε τόσο διαχρονικά μοναδική, από τεχνική άποψη;

Από τεχνική άποψη η Φαντασία ήταν το επιστέγασμα μιας συστηματικής προσπάθειας μερικών πολύ ταλαντούχων σχεδιαστών που είχε καταφέρει να συγκεντρώσει στην Ντίσνεϊ ο ιδρυτής της. Συχνά είναι αυτό που στην γλώσσα των animator ονομάζουμε σωστό timing που κάνει την διαφορά. Το αστείο είναι ότι η Φαντασία προέκυψε από μια προσπάθεια που έκανε ο Γουόλτ Ντίσνεϊ να ξαναδώσει στον Μίκυ Μάους την παλιά αίγλη που είχε αρχίσει να χάνει στο τέλος της δεκαετίας του '30. Και ένα από τα τεχνάσματα που σκέφτηκε ήταν να χρησιμοποιήσει κλασική μουσική σαν βάση. Ένα ποντίκι είναι λοιπόν η αιτία.

 

Με ποιον τρόπο κατάφερε το σίκουελ 60 χρόνια μετά, κι ενώ οι τεχνικές του animation είχαν εξελιχθεί και με τη σταδιακή κυριαρχία του CGI, να είναι ταυτόχρονα μια σύγχρονη προσθήκη στον μύθο αλλά να διατηρεί ενδεχομένως τη νοσταλγία και τον ρομαντισμό της αυθεντικής ταινίας;

Το Φαντασία 2000 ήταν ένα όνειρο του ανιψιού του Γουόλτ Ντίσνεϊ, του Ρόι Ντίσνεϊ που προσπαθούσε για χρόνια να πείσει την εταιρία να επενδύσει σε μια τέτοια προσπάθεια. Η τεράστια επιτυχία που είχε η πρώτη ταινία CGI της Pixar, το Toy Story ήταν τελικά ένας από τους λόγους που έπεισαν τον τότε διευθυντή της Disney, Μάικλ Άισνερ να το αποφασίσει. Και αυτό για να αποδείξει ότι τα κλασικά κινούμενα σχέδια σε σχέση με τις ταινίες CGI είναι αξεπέραστα. Έχουμε έτσι μια πολύ όμορφη ταινία που ήταν και μία από τις τελευταίες του είδους. Τρία χρόνια μετά, το 2003 το Χόλιγουντ στράφηκε για πολλούς λόγους αποκλειστικά στο CGI. Ήταν το κύκνειο άσμα μιας γενιάς μεγάλων σχεδιαστών που ίσως υποψιάζονταν ήδη ότι δεν θα είχαν πολλές τέτοιες ευκαιρίες στο μέλλον.

 

Περιγράψτε μας με συντομία πόση σημαντική είναι για έναν animator η δουλειά του Γουόλτ Ντίσνεϊ.

Ό, τι περίπου ο Παρθενώνας και η κλασική τέχνη των αρχαίων Ελλήνων για την Αναγέννηση και τη δυτική τέχνη γενικότερα. Για να το καταλάβουμε αυτό πρέπει να λάβουμε υπόψη μας ότι τα κινούμενα σχέδια είναι μια τέχνη σχετικά νέα και ότι εξελίχθηκε ουσιαστικά τον τελευταίο μόλις αιώνα. Ο ρόλος δε του στούντιο της Ντίσνεϊ ήταν καθοριστικός για την εξέλιξή της.

 

Η Φαντασία 2000 ήταν η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του είδους της που προβλήθηκε σε κινηματογράφους IMAX. Πόσο διαφορετική είναι η εμπειρία θέασης μιας ταινίας κινουμένων σχεδίων σε αίθουσα που υποστηρίζει αυτό το φορμά;

Είναι σίγουρα κάτι πολύ εντυπωσιακό. Η τεχνολογία για τον κινηματογράφο είναι ένας καθοριστικός παράγοντας σε συνεχή εξέλιξη. Άλλωστε ένα από τα σημαντικότερα βραβεία Όσκαρ που δίνει η Αμερικανική Ακαδημία Κινηματογράφου αφορά την τεχνολογία γύρω απ' αυτόν. Ένας από τους διαχρονικούς στόχους αυτής της τεχνολογίας είναι η υψηλή ευκρίνεια και οι κινηματογράφοι IMAX είναι από κάθε άποψη ένα μεγάλο βήμα σ' αυτή την κατεύθυνση.

 

 

 

Info

Disney's Fantasia - Live in Concert

Θέατρο Badminton (Άλσος Στρατού, Γουδή, 210 8840600, www.abcd.gr)

15-31 Μαρτίου, Σάββατο & Κυριακή: 12.00 & 15.00, Τρίτη: 20.00

Εισ.: 18, 13, 9 €.