Κάτω από κανονικές συνθήκες, μια συνέντευξη με τον Κρίστιαν Μπέϊλ και τη Νάταλι Πόρτμαν είναι δώρο, μεγάλο δώρο αν αναλογιστεί κανείς πόσο δύσκολο έχει γίνει για την Ελλάδα να συμμετέχει σε press junkets, ειδικά κατά τη διάρκεια ενός μεγάλου φεστιβάλ, με δεδομένη την αφυδατωμένη αγορά της στο σινεμά και την αυξημένη ζήτηση από τις άλλες, πιο ανθηρές και μεγάλες, χώρες. Η συνάντηση με τους δυο Οσκαρούχους ηθοποιούς πήγε μια χαρά, αλλά η ειρωνεία στη συγκεκριμένη περίπτωση είναι η εξής: ενώ στη συντριπτική πλειοψηφία των ταινιών, θες να μιλήσεις με έναν γνωστό πρωταγωνιστή, αλλά ο μόνος εύκαιρος είναι ο σκηνοθέτης, που δεν έχει και πολλά να προσθέσει στο έργο του, ακόμη κι αν ξέρει να μιλάει ωραία, στο Knight of Cups, καταλήγεις να εικάζεις με τον Μπέιλ και την Πόρτμαν για το μπορεί να είναι το φιλμ, ή ποιά ενδέχεται να είναι η πρόθεση και ο στόχος του, ενώ στην πραγματικότητα ο μόνος υπεύθυνος να σε διαφωτίσει θα ήταν ο αυτουργός, σεναριογράφος και σκηνοθέτης, Τέρενς Μάλικ.

 

Ωστόσο, είναι πιο εύκολο να μιλήσεις με την Γκρέτα Γκάρμπο και τον Τσάρλι Τσάπλιν, παρά με τον πιο διαβόητο no show στην ιστορία της προώθησης των ταινιών, έναν αντίστοιχο του Πίντσον και του Σάλιντζερ, τον παραλήπτη, ερήμην, Χρυσού Φοίνικα για το Δέντρο της Ζωής και Χρυσής Άρκτου, εδώ στο Βερολίνο πριν από αρκετά χρόνια, για τη Λεπτή Κόκκινη Γραμμή.

 

 

 

Φέτος επιστρέφει μετά απο την απογοήτευση του ακυκλοφόρητου στις περισσότερες αίθουσες του κόσμου, To the Wonder, με το Knight of Cups, που αντιστοιχεί με τον Βαλέ Κούπα. Είναι η υπαρξιακή αναζήτηση ενός επιτυχημένου χολιγουντιανού σεναριογράφου, του Κρίστιαν Μπέϊλ, σε μια κρίσιμη καμπή της ζωής του. Ψάχνει τον εαυτό του μέσα στις σκέψεις του, χάνεται στις μνήμες, οδηγείται από τη σχέση με τον πατέρα του και την ανεκπλήρωτη υπόσχεση του νεαρού πρίγκηπα που βρήκε το μαργαριτάρι, όπως του έλεγε στα παιδικά παραμύθια ο πατέρας/ Μπράϊαν Ντένεχι, αλλά ξέχασε ποιος πραγματικά είναι, δέχεται "επισκέψεις", τωρινές και παρελθούσες, από τις γυναίκες που τον σημάδεψαν, την Φρίντα Πίντο, την Κέϊτ Μπλάνσετ και την Νάταλι Πόρτμαν. Είναι το συμπίλημα του Σον Πεν από το Δέντρο της Ζωής και του Μπεν Άφλεκ από το Ως το Θαύμα, σε μια ταινία που όντως συνδυάζει το ερωτικό και το πατρικό στοιχείο, ως ανεπίλυτο μυστήριο, από τις δύο πρόσφατες ταινίες του Μάλικ.

 

Και, χωρίς να γυρίζει την πλάτη στις στιλιζαρισμένες υπερβολές που μαγεύουν (σε βαθμό νύστας, συγγνώμη κιόλας...), το Knight of Cups είναι η πιο συγκροτημένη, abstract βεβαίως, ταινία του Αμερικανού δημιουργού στο κεφάλαιο που άνοιξε τον 21ο αιώνα, με μια όψιμη παραγωγικότητα στον αντίποδα της 20ετούς σιωπής του ως την Κόκκινη Γραμμή.

 

 

Το ενδιαφέρον και φρέσκο εργαλείο προσέγγισης σε τούτο εδώ το φιλμ είναι η σαφέστερη, καθαρή δόμηση, με επικεφαλίδες δανεισμένες από τα χαρτιά ταρό, που συνοδεύονται από μια παραλλαγή μπολερό. Η ταινία, με θέμα έναν εντελώς δυτικό άνθρωπο μέσα σε ένα απολύτως δυτικοπρεπές πλαίσιο, ανάμεσα στο Μπέβερλι Χιλς της επιφανειακής τέχνης του εμπορικού θεάματος, τη Σάντα Μόνικα και τη γυμνή σάρκα του Λας Βέγκας αλλά και τη φτώχεια του κεντρικού Λος Άντζελες, ποτίζεται από έναν ανατολίτικο μύθο, που δεν έχει αρχή και τέλος, αλλά οφείλει να κάνει τον κύκλο του και να συνεχίζει από τη μέση, σα να βρίσκεται σε μυστικιστική εκκρεμότητα. Οι εικόνες εξακολουθούν να τρέχουν από την σταθερή κάμερα του μαέστρου οπερατέρ Εμάνουελ Λουμπέσκι, με έντεχνα κοψίματα της ροής, δηλωτικά των αντιθέσεων στο περιβάλλον και της κατακερματισμένης υπόστασης ενός πρωταγωνιστή σε μετέωρη διασταύρωση.

 

Τόσες ερωτήσεις που θα μπορούσε να απαντήσει ο Τέρενς Μάλικ.. Ή όχι; Αν πάρουμε ως παράδειγμα τον Ντέϊβιιντ Λιντς, που απαντάει πάνω στα μεταφυσικά, ή σουρεαλιστικά του παιχνίδια με μια αφοπλιστική ερώτηση για να ξεφύγει, φαντάζομαι πως ο ιδανικός τρόπος προσέγγισης στον Μάλικ θα ήταν μια κουβέντα για οτιδήποτε άλλο εκτός από τις ταινίες και τα θέματα που θίγει σε αυτές. Εφόσον και ο ίδιος αποφεύγει να δεσμευτεί, ακριβώς επειδή ακόμη "την ψάχνει", επιλέγει να μην μπει στη διαδικασία, ή μαρτύριο αν θέλετε, να υποβληθεί σε ερωτήσεις που θα τον έφερναν στην δύσκολη θέση όχι μόνο της αμηχανίας, αλλά και της αποκαθήλωσης των αεικίνητων εικόνων του- σαν την περίπτωση ενός γοητευτικού σταρ του βωβού που προδίδεται από τον ερχομό του ήχου και καταρρέει με το που διαβαίνει τον ομιλούντα.

 

 

 

Κανείς δεν γνωρίζει αν ο Μάλικ βρίσκεται καν στο Βερολίνο. Έχει να δηλώσει οτιδήποτε στα media εδώ και 30 και πλέον χρόνια. Οι συνεργάτες του, από τον σχεδιαστή παραγωγής Τζακ Φισκ μέχρι τους ηθοποιούς του, μιλάνε γι'αυτόν, τσοντάροντας σε ένα μυθικό παζλ τον θαυμασμό και τις απορίες τους. Ο Τζαφάρ Παναχί θέλε να επικοινωνήσει αλλά κωλύεται από τη χώρα που τον λογοκρίνει. Ο Μάλικ, με τον τρόπο του, αποτελεί το αμερικανικό αντίθετο του θεοκρατικού περιορισμού της ελευθερίας του λόγου: σε ένα επαγγελματικό περιβάλλον που του παρέχει όλα τα μέσα, με ηθοποιούς που είναι πρόθυμοι να συνεργαστούν μαζί του χωρίς να γνωρίζουν καμία λεπτομέρεια για το ρόλο και την ταινία, ακόμη και αν κοπούν στο τελικό μοντάζ, σε μια κοινότητα που τον σέβεται και τον βοηθά, σε μια χώρα με ανεξιθρησκεία και υγιές σινεμά, αλλά και ενθάρρυνση ενός ατομισμού που ξεπερνάει τα όρια και μας παίρνει τ' αυτιά με το αυτοδοξολόγημα του καθενός, εκείνος ψάχνει το Θεό στους ανθρώπους και την ψυχή του, και με τη δημόσια απουσία του, δηλώνει ταπεινός μπροστά στο ενδεχόμενο να πρέπει να εξηγήσει τις αιτίες και τις προθέσεις πίσω από τους ενδιάμεσους σταθμούς ενός άνισου, ατελούς, συναρπαστικού, κινηματογραφικού ταξιδιού, που δεν έχει ταίρι.