Το ''City Lights'' είναι το πιο συγκινητικό love story στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου. Βγήκε στις αίθουσες το 1931, την περίοδο που ο βουβός κινηματογράφος παραχωρούσε τη θέση του στον ομιλούντα, μα ο δημιουργός Τσάρλι Τσάπλιν άφησε βουβό το φιλμ, φοβούμενος τη χρήση του καινούργιου τότε μέσου στην κινηματογραφική τέχνη - βιομηχανία.

 

Σήμερα, βλέποντας και ξαναβλέποντας το ''City Lights'' με την ίδια πάντα συγκίνηση, όχι σαν μουσειακό είδος μα σαν ένα all time classic έργο τέχνης, πιστεύω πως ο ήχος ενδεχομένως και να το ''σκότωνε''. Υπήρχε άλλωστε η μουσική που είχε συνθέσει ο ίδιος ο πολυσχιδής Τσάπλιν και που παιζόταν ζωντανά με ορχήστρα κατά τη διάρκεια των προβολών - μια μουσική ''κλεμμένη'' από τη γνωστή σύνθεση ''Violettera'' του Ισπανού Χοσέ Παντίγια, το όνομα του οποίου ο Τσάπλιν απέκρυψε από το ζενερίκ της ταινίας με αποτέλεσμα να συρθούν στα δικαστήρια.

 

 

 

Το story του ''City Lights'' ήταν ο ορισμός της αυτοθυσίας εν ονόματι του έρωτος: Ένας αλήτης που γυρνάει στους δρόμους χωρίς να έχει απολύτως τίποτα και ταυτόχρονα έχει τα πάντα, ερωτεύεται μια νεαρή και όμορφη τυφλή ανθοπώλιδα (την υποδυόταν η Βιρτζίνια Τσέριλ, σύζυγος για εφτά μήνες του ηθοποιού Κάρι Γκραντ). Βάζοντας σκοπό της ζωής του να τη βοηθήσει να δει το φως της, βρίσκει έναν Βιεννέζο γιατρό που κάνει θαύματα.

 

Περνάει τα πάνδεινα όμως προκειμένου να συγκεντρώσει τα χρήματα για την επέμβαση: Μπλέκει μ' έναν ιλαροτραγικό αλκοολικό μαικήνα, τρώει ξύλο σε αγώνα μποξ, μέχρι που συλλαμβάνεται και φυλακίζεται. Όταν ο αλήτης θα βγει από τη φυλακή και θα αναζητήσει την κοπέλα, η οποία επίσης αναζητά μάταια τον σωτήρα της, θα τη βρει θεραπευμένη και με δικό της ανθοπωλείο. Εκείνη πάλι βλέποντας έναν επαίτη και μη γνωρίζοντας ποιος είναι, του προσφέρει ένα λουλούδι και ένα κέρμα. Η στιγμή που θα αγγιχτούν θα της φανερώσει την αλήθεια.

 

''Μπορείς να βλέπεις τώρα;'' τη ρωτάει ο Τσάπλιν και ένας κόμπος συγκίνησης ανεβαίνει στο λαιμό και του πιο αποστασιοποιημένου θεατή. ''Ναι μπορώ να βλέπω τώρα'' του απαντάει, εκείνος της χαμογελά όλο συστολή και το φιλμ τελειώνει. Μένουν βέβαια μερικά ερωτήματα να απασχολούν τους θεατές εδώ και 85 ολόκληρα χρόνια: Θα μείνουν μαζί ο αλήτης και το πρώην τυφλό κορίτσι για να ζήσουν τον έρωτα τους; Το κορίτσι θα διστάσει να ενωθεί με έναν φτωχοδιάβολο και θα του γυρίσει την πλάτη; Ο φτωχοδιάβολος θα θεωρήσει ότι η αποστολή του έληξε έως εκεί και θα αποχωρήσει από τη ζωή του κοριτσιού;

 

 

 

Πάλι καλά που τότε δεν είχαν εφευρεθεί τα sequels ακόμη και έτσι κανένας φωστήρας πλην του Τσάρλι Τσάπλιν δεν μας έδειξε τι μέλλει γεναίσθαι. Θεωρώ τη σκηνή αναγνώρισης του αλήτη από την κοπέλα, του ανθρώπου που την οδήγησε στο φως κυριολεκτικά σαν την πιο ερωτική μακράν από καταβολής της 7ης Τέχνης.

 

Μια σκηνή όλο συναίσθημα και αξιοπρέπεια δίχως ίχνος μελό, αλλά και δίχως happy end: Διότι, ναι μεν ο θεατής συμπάσχει με την τυφλή που θέλει να βρει το φως της, περισσότερο όμως συμπάσχει με τον Καλό Σαμαρείτη της και τα όσα τραβάει για χάρη της. Αυτός όμως δεν του χαρίζεται του θεατή. Τον αφήνει να κάνει υποθέσεις, μαθαίνοντας του πάνω απ' όλα πώς το ερωτικό συναίσθημα εμπεριέχει τον αλτρουισμό και την αυταπάρνηση. Η βίωση μιας τέτοιας όψης του έρωτα, πιθανώς απελπισμένης, φτάνει και περισσεύει για να κάνει έναν ερωτευμένο αληθινά ολοκληρωμένο άνθρωπο.