Οι Κήποι των Tουιλερί
Οι Κήποι των Tουιλερί

 

Έβρεχε τέσσερις μέρες ασταμάτητα στο Παρίσι. Αν εξαιρέσεις ένα ημίωρο λιακάδας την πρώτη μέρα, ο ουρανός δεν σταμάτησε να στάζει. Κατεβήκαμε στους Κήπους των Tουιλερί, εμείς και άλλες δέκα χιλιάδες κόσμου που τεντωνόταν νωχελικά στα γρασίδια και τις πράσινες μεταλλικές καρέκλες του πάρκου. Δεν υπάρχει πιο ωραίο πράγμα από το Παρίσι την άνοιξη. Κοιτάω τις ανθισμένες καστανιές και σκέφτομαι πόσο μεγάλη εντύπωση θα είχαν κάνει αυτά τα πανέμορφα δέντρα στον Βαν Γκογκ για να ζωγραφίσει τόσους πίνακες με αυτές.

 

Στην έκθεση του Μπονάρ περίμενα μια ώρα κι ένα τέταρτο στην ουρά υπό βροχή. Άξιζε τον κόπο, έτσι για να διαπιστώσω το κρυμμένο τραύμα αυτού του ζωγράφου της καλοπέρασης και των όμορφων χρωμάτων. Όσο προχωρούσες στις αίθουσες, τόσο σφιγγόταν η καρδιά σου με τη μελαγχολία που κρυβόταν πίσω από τα έντονα κίτρινα, τους όμορφους κήπους, τις κερασόπιτες, τα πολύχρωμα πλακάκια στα μπάνια. Και, φυσικά, αυτοί οι πίνακες της Marthe που ξαπλώνει στο μπάνιο. Ένα δωμάτιο γεμάτο πίνακες με τον μεγάλο έρωτα του ζωγράφου να κάνει το μπάνιο της. Τεντωμένη μπροστά στο φως, να σκουπίζει σκυφτή το σώμα της και οι πίνακες με τη Marthe μέσα στην μπανιέρα. Στα ακουστικά ο αφηγητής περιγράφει πόσο αυτές οι μπανιέρες έμοιαζαν με σαρκοφάγους... Μπροστά στον πίνακα «Ο Φοίνικας» ήταν μεγάλη η έκπληξη όταν άκουσα πως η γαλάζια μορφή που δεσπόζει μπροστά από το ηλιολουσμένο χωριουδάκι δεν είναι απλώς μια γυναίκα που απολαμβάνει τη σκιά του φοίνικα αλλά ίσως η ερωμένη του Μπονάρ που έχει αυτοκτονήσει. Ο τελευταίος του πίνακας, μια ανθισμένη αμυγδαλιά, ένας ύμνος για τη ζωή και την ομορφιά, μια έκρηξη από χρώμα και συναίσθημα, βρίσκεται σε μια γωνιά λίγο πριν από την έξοδο. Δεν πρόλαβε να τον τελειώσει. Τα κίτρινα χρώματα κάτω αριστερά συμπληρώθηκαν με την αρωγή των βοηθών του. Κρατάω ως έκπληξη τα αναρίθμητα γατάκια που κρύβονται σε πολλούς από τους πίνακές του. Σμήνη. Σε τριάδες ή δυάδες σκαρφαλώνουν σε κρεβάτια, κρύβονται στα μαλλιά των γυναικών, κάθονται στη χλόη περήφανα.

 

Κατεβήκαμε στους Κήπους των Tουιλερί, εμείς και άλλες δέκα χιλιάδες κόσμου που τεντωνόταν νωχελικά στα γρασίδια και στις πράσινες μεταλλικές καρέκλες του πάρκου. Δεν υπάρχει πιο ωραίο πράγμα από το Παρίσι την άνοιξη.

 

 

 

Pierre Bonnard, Η κερασόπιτα (1908)
Pierre Bonnard, Η κερασόπιτα (1908)

 

Στην έξοδο είχα χρόνο για να δω τη συλλογή από πίνακες του Γουσταύου Κουρμπέ που διαθέτει το μουσείο. Μπροστά στο έργο «L’ hallali du cerf» κοντοστέκομαι. Ύψος 3 μέτρα και 55 εκατοστά. Πλάτος 5 μέτρα και 5 εκατοστά. Δύο κυνηγοί και καμιά δεκαπενταριά κυνηγόσκυλα έχουν παγιδεύσει ένα ελάφι. Ένα συγκλονιστικό ζωντανό. Πανέμορφο και κατάμαυρο, υπομένει σχεδόν περήφανα, θα έλεγε κανείς, το τέλος του, με το κεφάλι προς τον ουρανό. Η σκληρότητα σε αυτό τον πίνακα είναι τρομακτική. Δεν είναι μια απλή απεικόνιση μιας σκηνής κυνηγιού. Είναι όλη η κοινωνία στην οποία ζούσε αυτός ο ζωγράφος (ίδια ίσως με τη σημερινή;), περασμένη με τρομερό ηλεκτρισμό μέσα σε αυτό το χιονισμένο τοπίο. Οι κυνηγοί θριαμβεύουν, χτυπούν το ζωντανό με ένα μαστίγιο. Το άλογο σηκώνεται στα δυο πόδια, τα σκυλιά βρίσκονται σε παροξυσμό. Μερικά δαγκώνουν το ζώο – δεν ήξερα πως τα σκυλιά δαγκώνουν με μένος τα θηράματά τους. Κάποια τρίβονται ηδονικά στο χιόνι, δύο από αυτά, ξαπλωμένα ανάσκελα, δείχνουν τα γεννητικά τους όργανα, τα οποία είναι ζωγραφισμένα και αυτά με προκλητικό τρόπο. Πολλή χαρά και θρίαμβος γύρω από έναν ηττημένο. Δεκαπέντε εναντίον ενός. Αν κάτσεις ένα-δυο λεπτά ακόμα μπροστά σε αυτό τον τεράστιο πίνακα, νομίζεις πως θα αρπάξει κι εσένα η εκκωφαντική σιωπή του χιονιού. Δεν είχα όρεξη για άλλη ζωγραφική μετά από αυτό. 

 

Gustave Courbet, L'Hallali au cerf  (1867)
Gustave Courbet, L'Hallali au cerf (1867)

 

Στην επόμενη αίθουσα, τρεις Ασιάτισσες τουρίστριες έβγαζαν σέλφι μπροστά στους πίνακες του Millet. Νομίζω πως δεν έριξαν δεύτερη ματιά στον πίνακα, ήθελαν απλώς να καταγράψουν το γεγονός – «Ήρθα κι εγώ στο Παρίσι». Λίγο πιο έξω, αντίστοιχες σκηνές με σέλφι στικ ή χωρίς μπροστά σε αριστουργηματικά γλυπτά και περισσότερους πίνακες. Σκέφτηκα με τρόμο τι γινόταν στους ορόφους με τους Βαν Γκογκ και τους Μονέ. 

 

Λοιπόν, στο Παρίσι είδα για πρώτη φορά αυτή την τρομερή εφεύρεση που ονομάζεται σέλφι στικ. Πρόκειται για ένα παλούκι, στου οποίου τη μία άκρη εφαρμόζεις το κινητό σου και από την άλλη το κρατάς για να τραβήξεις φωτό τύπου σέλφι με μεγαλύτερο ορίζοντα και περισσότερο έλεγχο του κάδρου. Είναι η νέα μανία, πωλείται μαζί με τις ομπρέλες και το κρατάνε όλα τα μπουλούκια με τους τουρίστες. Ανεβαίνουν σε παγκάκια, σε πλακάκια, σκαλιά, κρέμονται από γέφυρες, μπροστά στη Νοτρ Νταμ, τον πύργο του Άιφελ, με φόντο τη Μόνα Λίζα, τους Ρούμπεν. Μπροστά από όλα τα αριστουργήματα πολλά παλούκια και ψεύτικα χαμόγελα. Από τις χιλιάδες που πληρώνουν εισιτήρια να μπουν στα μουσεία, καμιά δεκαριά «βλέπουν» τους πίνακες. Οι υπόλοιποι απλώς θέλουν να καταγράψουν τη σκηνή σε κάποιο κινητό που σε έναν χρόνο μπορεί να χάσουν. Ακόμα χειρότερα, θα πάνε σπίτι τους κάπου πολύ μακριά από δω, θα περάσουν με ένα στικάκι τις φωτογραφίες σε ένα λάπτοπ και, τι θα κάνουν μετά; Θα τις κοιτάνε; Θα μπει το πορτρέτο με τις τρεις Ασιάτισσες μπροστά στους Millet σε μια κορνίζα, θα ανέβει σε κάποιο facebook για να κάνουμε like. Είναι να αναρωτιέσαι, πάντως, τι νόημα έχει το ταξίδι στις μέρες μας. 

 

Τρώνε ωραία στο Παρίσι
Τρώνε ωραία στο Παρίσι

 

Ο σεφ και ο σου-σεφ
Ο σεφ και ο σου-σεφ

Από τις χιλιάδες που πληρώνουν εισιτήρια να μπουν στα μουσεία, καμιά δεκαριά «βλέπουν» τους πίνακες. Οι υπόλοιποι απλώς θέλουν να καταγράψουν τη σκηνή σε κάποιο κινητό που σε έναν χρόνο μπορεί να χάσουν. Είναι να αναρωτιέσαι, πάντως, τι νόημα έχει το ταξίδι στις μέρες μας.

 

 

Σε ένα αρκετά γνωστό μπιστρό, από αυτά τα καινούργια στο Παρίσι όπου νέοι σεφ φέρνουν την επανάσταση σε αυτό που ονομάζεται bistro food, μπαίνω ωσάν να έχω μπει σε κάποιον ναό. Δεν είναι τίποτε σπέσιαλ ή γκλάμορους. Δεν έχει όμορφο ντεκόρ, δεν το έχει σχεδιάσει κάποιος αρχιτέκτονας, δεν είναι πανάκριβό. Είναι όμως ένα μέρος όπου αγαπούν το καλό φαγητό και ξέρουν να το μαγειρεύουν. Ο σεφ πανηγυρίζει την έλευση της εποχής του φρέσκου αρακά, των τρυφερών σπαραγγιών, των μανιταριών morel, υπάρχει πολύ ψάρι, αρνάκι και γλυκάδια, ενώ στα γλυκά πρωταγωνιστούν οι μικρές, άγριες φράουλες. Τα τυριά είναι κι αυτά ανοιξιάτικα, κρεμώδη, φρέσκα, μαλακά, λευκά. Δίπλα μου ένα ζευγάρι νεαρών τουριστών από την Ασία προκαλεί τη δυσφορία τού έτσι κι αλλιώς απότομου σερβιτόρου που πασχίζει να χωρέσει τις κρατήσεις της βραδιάς και να ρυθμίσει την εισροή φαγητού στους εκλεκτικούς πελάτες του μέσα σε ένα μικροσκοπικό μαγαζί. Εγώ ρουφάω έναν κρεμώδη ζωμό που μέσα του βασιλεύει όλο το ανοιξιάτικο μποστάνι και κρατάει και μια πισινή για τον χειμώνα που δεν έφυγε. Το ζευγάρι έχει παραγγείλει μια σαλάτα στη μέση και την απολαμβάνει με λίγο δροσερό νερό. Παράλληλα, φωτογραφίζει μανιωδώς τους άσκημους τοίχους του μπιστρό, τον σεφ που στο βάθος, ιδρωμένος και σε απόλυτο τρανς, βγάζει από τη μικροσκοπική κουζίνα του θαυμάσια πιάτα, τους πελάτες, τα μαχαιροπήρουνα, τα πιάτα των άλλων κ.λπ. Ήρθαν από την άλλη άκρη του κόσμου, σκέφτομαι, όχι για να γευτούν αυτή την ονειρεμένη κουζίνα αλλά για να πουν πως «ήμουν κι εγώ εκεί» Κοιτώντας τη σαλάτα τους θυμάμαι παλιές εποχές που δούλευα σερβιτόρος σε κάτι τουριστικά μαγαζιά του νησιού μου. Μισούσαμε τότε τους τουρίστες που έπαιρναν μια χωριάτικη στα δύο. Δεν είχαν, τώρα που το σκέφτομαι, καμία σχέση με αυτούς που έχω σήμερα δίπλα μου. Εκείνοι έκαναν οικονομία στο φαΐ, μα στα χέρια τους είχαν το πλάνο της ημέρας που περιλάμβανε μουσεία και αρχαιότητες, πολλή θάλασσα και ήλιο. Ήταν στην πλειονότητά τους σωστοί ταξιδιώτες. Ή, τέλος πάντων, ήθελαν να καούν κάτω από τον ήλιο της Μεσογείου περισσότερο απ’ όσο ήθελαν να απαθανατίζεται αυτό σε φωτογραφίες και βιντεάκια. Αυτοί εδώ είναι σαν πεθαμένοι μέσα τους, πατάνε το κουμπί της κάμερας σαν να είναι τικ. Ίσως, όμως, και να έχουν άλλον τρόπο, που δεν καταλαβαίνω. Πλήρωσαν με την Platinum Card τους τη σαλάτα κι έφυγαν μες στη νύχτα. Όταν έφυγαν, στο δικό μου τραπέζι είχε έρθει ένα δεύτερο μπουκάλι κρασί. Πέρα από τις ιδιοτροπίες για τους τουρίστες, στη Γαλλία θυμήθηκα γι’ άλλη μια φορά τι σημαίνει σπουδαίο φαγητό, μεγάλοι μάγειρες, αληθινό πάθος για την κουζίνα. Δεν έφαγα όσα γλυκά ήθελα, όμως δεν θα ξεχάσω ποτέ το ανοιξιάτικο πανηγύρι που συμβαίνει αυτή την εποχή στις γαλλικές κουζίνες. Tα ψάρια σερβίρονται με ξινά φύλλα από λάπαθο και μικρά γαριδάκια σαν συμιακά πασπαλίζονται με πούδρα από βατόμουρο, ενώ η πάπια σερβίρεται σχεδόν ωμή, με την πέτσα της καλοψημένη, με τους χυμούς της, σπαράγγια και μικρά πράσινα κουκιά. Ένα αυγό ποσάρεται σε σάλτσα από κόκκινο κρασί και τα μανιτάρια morel μπαίνουν παντού. Τα μακαρόν είναι με φρούτα του πάθους, ενώ η μέντα με την ελιά είναι πλέον ένας πολύ διαδεδομένος συνδυασμός. Το φουαγκρά σερβίρεται με ιβίσκο και η σοκολάτα δεν είναι βαριά και χειμερινή αλλά ελαφριά και αεράτη δίπλα σε βατόμουρα και άλλα κόκκινα φρούτα. Κρατάω ως υπέρτατη στιγμή έναν ζωμό από μάραθο και φρούτα του πάθους. Δεν ξέρω πώς μπορεί να φτιάχτηκε αυτό το θαύμα κι ούτε με νοιάζει. Το μόνο που με νοιάζει είναι που πίνοντάς τον είδα το παλιό και το καινούργιο, την Ευρώπη και την Ασία μαζί σε μια γουλιά. 

 

Πίσω στην Αθήνα, απίστευτος ήλιος, τα φυτά μεγαλώνουν θεαματικά πια και παραμένουμε σε αυτήν τη στασιμότητα που μπορεί και να μας σώσει, μπορεί και να μας αποτελειώσει.