ΑΠΟ ΤΗΝ ΘΕΩΝΗ ΣΚΑΛΕΡΗ

Η ταυτότητα μου είναι ο Φαρούκ Τουντζάι. Είμαι άθεος. Όταν πεθάνω θέλω φοιτητές ιατρικής να ανακαλύψουν το αποτελεσματικότερο φάρμακο πάνω στο πτώμα μου. Μέχρι τότε όμως, μπορώ να ζω σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου και να αισθάνομαι μέρος της. Νιώθω ότι ανήκω σε όλον τον κόσμο κι ότι όλοι οι άνθρωποι, αν συμφωνούμε σε κάποια ελάχιστα για τη στάση ζωής μας, είναι δικοί μου άνθρωποι. Οι ρίζες μου είναι στο δέρμα μου. Στο ευαίσθητο, νευρικό μου σύστημα.»
Η ταυτότητα μου είναι ο Φαρούκ Τουντζάι. Είμαι άθεος. Όταν πεθάνω θέλω φοιτητές ιατρικής να ανακαλύψουν το αποτελεσματικότερο φάρμακο πάνω στο πτώμα μου. Μέχρι τότε όμως, μπορώ να ζω σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου και να αισθάνομαι μέρος της. Νιώθω ότι ανήκω σε όλον τον κόσμο κι ότι όλοι οι άνθρωποι, αν συμφωνούμε σε κάποια ελάχιστα για τη στάση ζωής μας, είναι δικοί μου άνθρωποι. Οι ρίζες μου είναι στο δέρμα μου. Στο ευαίσθητο, νευρικό μου σύστημα.»

 

«Το νευρικό σύστημα του κάθε ανθρώπου είναι η μοίρα του, έλεγε ο Φουκώ. Μάλλον οι χορδές του δικού μου νευρικού συστήματος έμελλε να είναι πιο ευαίσθητες σ’ ό,τι έχει να κάνει με την αδικία. Άλλοι, απλά το προσπερνάνε. Γιατί δεν το αισθάνονται.

 

Η πρώτη μου περίεργη και αντικοινωνική συμπεριφορά συνέβη έναν Αύγουστο του ’60 για ένα καρπούζι. Ήμουνα έξι χρονών. Είχα ένα φίλο, το Σαμπρί. Ήταν υπηρέτης του θείου μου, εργάτης στα χωράφια του και παιδί για όλες τις δουλειές. Ο θείος μου απ’ την πλευρά της μάνας μου ήταν πολύ ευκατάστατος. Το χωριό που γεννήθηκα στην Τουρκία είναι δίπλα στον Καύκασο, Καρς λέγεται. Το κλίμα εκεί πολύ σκληρό κι ούτε στ’ όνειρο μας να φυτέψουμε τότε καρπούζια. Ο θείος μου είχε φέρει ένα καρπούζι από την Πόλη. Καθίσαμε όλοι γύρω από το τραπέζι και περιμέναμε να το μαχαιρώσει για να φάει ο καθένας το κομμάτι του. Ο Σαμπρί δεν καθόταν ποτέ στο τραπέζι μαζί μας, στεκόταν όρθιος δίπλα στη πόρτα. Αυτό με παραξένευε και δεν μπορούσα να βρω καμιά λογική εξήγηση μέσα μου. Ήταν έξυπνος, έντιμος, καλό παιδί και φίλος μου. Γιατί δεν καθόταν μαζί μας; Όταν ο θείος μου μοίρασε τα κομμάτια, φώναξε το Σαμπρί και του έδωσε τη φλούδα. Τότε, σηκώθηκα απ’ το τραπέζι μαζί με το καρπουζάκι μου και πήγα στην πόρτα να το μοιραστώ με το Σαμπρί. Άκουσα όλο μου το σόι να με καταριέται.

 

Όταν έγινα δώδεκα, πέθανε η μάνα μου. Εικοσιεννιά χρονών, από καρδιά. Τη βλέπω καμιά φορά στ’ όνειρο μου και της μιλάω. Με τα χρόνια μάλιστα, τη μεγαλώνω. Dreaming mind λέγεται αυτό στην ψυχολογία. Την τελευταία φορά που την είδα πρέπει να ήταν γύρω στα πενηντακάτι. Στο μυαλό μου, κάθε πέντε χρόνια απουσίας πρέπει να αντιστοιχούν σε έναν μόνο ημερολογιακό χρόνο.  

 

Όταν αρχίζει η διάλυση, συνήθως συνεχίζει. Στα δεκατέσσερα πήγα στο Στρατιωτικό Λύκειο. Ήταν ο μόνος τρόπος επιβίωσης για μένα τότε. Ακόμα υπάρχουν στρατιωτικά λύκεια στην Τουρκία. Δε γίνεται ιδιαίτερη προπαγάνδα σ’ αυτά τα λύκεια. Δε χρειάζεται. Είναι κανονικά λύκεια, υπάρχουν ελάχιστα στρατιωτικά μαθήματα αλλά το όλο πνεύμα και το όλο περιβάλλον είναι στρατιωτικό. Μπαίνεις εσώκλειστος, φοράς στολή, οι καθηγητές είναι αξιωματικοί, μετά τα μαθήματα κάνεις προετοιμασία για παρελάσεις, ξεκαλοκαιριάζεις σε στρατόπεδα αντί σε παραλίες...Μετά τα τέσσερα χρόνια στο Στρατιωτικό Λύκειο μπορείς να συνεχίσεις στην αντίστοιχη Σχολή Ευελπίδων, Πολεμική Σχολή λέγεται στην Τουρκία.

 

Μπήκα στην Πολεμική Σχολή τη μέρα ακριβώς που έγινε η δεύτερη εισβολή στην Κύπρο.

 

Γι’ αυτό και η δική μου φουρνιά δεν εκπαιδεύτηκε σωστά. Κρυβόμασταν στα βουνά γιατί το καλοκαιρινό στρατόπεδο της Σχολής βρίσκεται στη Σμύρνη και περιμέναμε ότι τα ελληνικά αεροπλάνα θα μας βομβάρδιζαν. Πού να ξέραμε ότι δεν υπήρχε τέτοια περίπτωση. Εκεί όμως, αφεθήκαμε για πρώτη φορά ελεύθερα πνεύματα και κολλήσαμε το μικρόβιο του σοσιαλισμού. Την ημέρα στα βουνά και τα βράδια στις σκηνές, συζητούσαμε χωρίς σταματημό. Προκαλούσαμε ο ένας τον άλλο για απαντήσεις σε ερωτήματα που μας έκαιγαν. Ήμασταν σαφέστατα κατά της εισβολής . Κι όσο χοντροκομμένα κι αν το σκεφτόμασταν τότε, είχαμε δίκιο. Γιατί παρόλο που οι Τούρκοι κέρδισαν τον πόλεμο, από τότε στράβωσε όλη η δομή της Τουρκικής κοινωνίας και το Τουρκικό κράτος ακόμα πληρώνει αυτόν τον αντίκτυπο.

 

Όταν επιστρέψαμε από τη Σμύρνη στο στρατόπεδο στην Άγκυρα, οι καλύτεροι από τους αξιωματικούς που είχαν πολεμήσει στην Κύπρο είχαν διοριστεί στην Πολεμική Σχολή για να μας μεταδώσουν τις εμπειρίες τους. Έλα όμως που όλοι είχαν τρελαθεί στον πόλεμο...Αυτά τα ερείπια ανθρώπων, αντί να γίνουν παραδείγματα προς μίμηση, μας έσπρωξαν με τον πιο πειστικό τρόπο στην ακριβώς αντίθετη πλευρά. Γίναμε η δεύτερη σοσιαλιστική γενιά στην Τουρκία μετά τη γενιά του ’70 που τους είχαν καθαρίσει όλους.

 

400 άτομα η κάθε τάξη, τα 300 άτομα ήταν σοσιαλιστές. Δεν ήξεραν τι να κάνουν μέσα στο στρατό. Χίλιους αξιωματικούς έδιωξε από το στρατό η χούντα του Εβρέν μετά το ’80 για αριστερές πεποιθήσεις. Εμένα με είχαν διώξει πιο πριν, το ’78, επειδή ήμουν αρχηγικό στέλεχος και πίστευαν ότι έτσι τα πνεύματα θα ηρεμούσαν για λίγο. Για λίγο. Θυμάμαι ότι κατηφόριζα το λόφο που βρίσκεται η Πολεμική Σχολή και κατευθυνόμουν προς την Άγκυρα και ένιωθα σαν να ξεφορτώνομαι σακιά από την πλάτη μου. Άφηνα πίσω μου οχτώ χρόνια εγκλεισμού.

 

Στ’ αλήθεια είχαμε πειστεί ότι ο σοσιαλισμός θα έσωζε τον κόσμο. Όλοι οι αριστεροί στην Πολεμική Σχολή θέλαμε να γίνουμε χωροφύλακες. Για να μην καταπιέζουμε το λαό μας, για να μη σφάζουμε Κούρδους χωρικούς...Θέλαμε να γίνουμε χωροφύλακες για να κάνουμε καλές πράξεις! Όσο απίστευτο κι αν ακούγεται, έτσι σκεφτόμασταν. Δεν μπορεί όμως να υπάρξει Στρατός του Λαού, είναι από μόνο του οξύμωρο σχήμα. Κάποιοι που τη γλίτωσαν από τη Χούντα και δεν εκδιώχθηκαν από τη Σχολή, όταν την τελείωσαν αυτά προσπάθησαν να εφαρμόσουν. Θυμάμαι έναν απ’ αυτούς. Ανθυπολοχαγός – χωροφύλακας με πρώτη δουλειά στο Τουρκοκουρδιστάν. Γεμάτος σοσιαλιστικές, ρομαντικές ιδέες κυκλοφορούσε στα βουνά άοπλος και βοηθούσε τους Κούρδους χωρικούς.

 

Μια τέτοια μέρα που πήγαινε στο σπίτι ενός αρρώστου για να τον μεταφέρει σε νοσοκομείο με το στρατιωτικό του τζιπ, το Κουρδικό Αντάρτικο Κίνημα τον εκτέλεσε εν ψυχρώ. Ξέρεις ποια αιτία επικαλέστηκαν στην προκήρυξη που εξέδωσαν; Έγραψαν ότι «υπήρξε ο χειρότερος εχθρός γιατί προσπαθούσε να παραπλανήσει το λαό δείχνοντας καλό το πρόσωπο του φασιστικού κράτους». Και το παιδί έφυγε άδικα και τζάμπα. Ένας παράλογος – παράλογος κόσμος. Μπορεί το ίδιο να συνέβαινε και σ’ εμένα αν δε μ’ έδιωχναν. Όταν σε περικλείει το λιμάνι μιας ιδεολογίας, δεν μπορείς να φανταστείς πόσο βαθιά μπορούν να γίνουν τα νερά του.

 

’78 με ’80 δραστηριοποιούμαι στην οργάνωση «Επαναστατικός Δρόμος». Όταν η οργάνωση διαλύεται, εργάζομαι νυχτερινή βάρδια σε εργοστάσιο για δύο χρόνια. Με άψογη πλαστή ταυτότητα γιατί με έψαχναν πάντα. Η αδερφή μου ήταν επίσης ενταγμένη στην οργάνωση αλλά μέχρι τότε δεν είχα καμία επαφή μαζί της. Όταν άκουσα ότι κρυβόταν κι εκείνη, έψαξα και τη βρήκα. Δικαζόταν ερήμην της και ο εισαγγελέας ήθελε γι’ αυτήν τη θανατική ποινή. Αποφασίσαμε να περάσουμε στην Ελλάδα μαζί.

 

Πήραμε μια μικρή βάρκα ενάμιση μέτρο με μια εξωτερική μηχανή ενάμιση ίππο. Τη φόρτωσα σ’ ένα φορτηγό και από τη Σμύρνη φτάσαμε στην Τσεσμέ. Βρήκα το καλύτερο σημείο για να περάσουμε απέναντι, στη Χίο, και στις 12 Ιουνίου του 1982, εφτά παρά το ξημέρωμα, ξεκινήσαμε. Η θάλασσα ήταν εντελώς άδεια. Είχαν επιστρέψει τα περιπολικά και τα ψαράδικα, είχε μια μικρή ομίχλη στο Αιγαίο, ίδιο σκηνικό με το βομβαρδισμό του Περλ Χάρμπουρ. Δεν μας πήρε χαμπάρι κανείς. Μόλις πάτησα το πόδι μου στη Χίο, αντικρίζω δεξιά το αστυνομικό τμήμα και αριστερά τη χωροφυλακή. Δεν είχα δει Έλληνα ποτέ στη ζωή μου, δεν είχα ακούσει ποτέ ελληνική λέξη, δεν ήξερα καθόλου τι θα αντιμετωπίζαμε και φοβόμουν.

 

Μπαίνουμε στο αστυνομικό τμήμα με την αδερφή μου και ζητάμε πολιτικό άσυλο στα αγγλικά. Ο αστυνομικός καπνίζει το τσιγάρο του μαζί με τον πρωινό του καφέ σε απόλυτη χαλαρότητα και μόλις συνειδητοποιεί την περίπτωση, μου λέει ευγενέστατα: «Όχι φίλε μου, δεν έπρεπε να’ ρθεις σε μας, εκεί να πας» και μου δείχνει το κτίριο της χωροφυλακής, το σημερινό λιμεναρχείο. Μια και δυο, φτάνουμε στο λιμεναρχείο. Ένας έφεδρος αξιωματικός καπνίζει το πρωινό του τσιγάρο μαζί με τον καφέ του, μας ζητάει ευγενικά διαβατήριο, του εξηγούμε ότι θέλουμε πολιτικό άσυλο και μας απαντάει μ’ ένα πλατύ χαμόγελο: «Α, δεν έπρεπε να’ ρθείτε εδώ, πρέπει να πάτε απέναντι, στην Αστυνομία» «Μα από’ κει ερχόμαστε» του λέω. Τότε σηκώνει το τηλέφωνο και ακούω για πρώτη φορά την πιο γνωστή ελληνική λέξη: «Ρε μαλάκα, πλάκα μας κάνεις;» Τελικά αποφασίζουν να μοιραστούν την ευθύνη. Μας φιλοξένησε η Αστυνομία και μας ανέκρινε η Χωροφυλακή. Εγώ εντωμεταξύ, βλέποντας όλα αυτά, δεν μπορούσα παρά να υποκλιθώ στο θαύμα του εφαρμοσμένου σοσιαλισμού! Χαλαρή Αστυνομία, χαλαρός Στρατός! Είχα ήδη ερωτευτεί τη χώρα, τους ανθρώπους και η γλώσσα μού ακουγόταν σαν πουλάκια που τιτίβιζαν.

 

Ζήτησα από έναν αστυνομικό να με συνοδέψει στο πλησιέστερο βιβλιοπωλείο για να αγοράσω ένα λεξικό να μπορώ να επικοινωνήσω. Δεν υπήρχε. «Are you joking?» μου είπε ο βιβλιοπώλης. Στενοχωρήθηκα. Οι γλώσσες και οι θρησκείες είναι για μένα εργαλεία επικοινωνίας. Έτσι πρέπει να αντιμετωπίζονται. Αν μπορούσα θα μάθαινα όλες τις γλώσσες που υπάρχουν. Εθνική και θρησκευτική ταυτότητα δεν έχω. Όλες αυτές οι ταυτότητες δεν είναι τίποτα άλλο από τρομερές εξαρτήσεις που περιορίζουν τον άνθρωπο.

 

*Ο Faruk Tuncay είναι ο ιδρυτής του Κέντρου Ανατολικών Σπουδών και συντονιστής του Ελληνοτουρκικού και του Τουρκοελληνικού Λεξικού