Νικώντας το ψευδοδίλλημα «να μοιραστώ ή όχι τον καλτ θησαυρό που έχω ανακαλύψει», αποφάσισα να ξεθάψω ένα από τα πιο καλά κρυμμένα μυστικά της Θεσσαλονίκης. Την αποθήκη παιχνιδιών «Ο Φειδίας».

 

Στο κέντρο της πόλης, και πιο συγκεκριμένα στον αριθμό 61 της Ίωνος Δραγούμη, βρίσκεται ένας υπόγειος παράδεισος  1200τ.μ  ασφυκτικά γεμάτος με χιλιάδες παιχνίδια και βιβλία, ατάκτως ερριμμένα! Από την είσοδο ακόμα του μυστηριώδους υπογείου καταλαβαίνεις πως δεν ήρθες σε ένα συμβατικό κατάστημα, ή έστω σε ένα ακόμη παλαιοπωλείο. Το μαγαζί του κύριου Φειδία (aka Δημήτρη Κωνσταντινίδη) αποτελεί ξεχωριστή κατηγορία από μόνο του.

 

Σαν άλλη, λοιπόν, Αλίκη στην χώρα τον Θαυμάτων τρύπωσα για λίγο στον αχανή του κόσμο. Να τι έμαθα:

 

 

Η ΙΣΤΟΡΙΑ

 

φειδίας

 

Ο κύριος Κωνσταντινίδης, έμπορος από το 1969, χρησιμοποιούσε αρχικά αυτόν τον χώρο για καθαρά αποθηκευτικούς λόγους : Όταν συνάδελφοι του είχαν απογοητευτεί από το εμπόρευμα τους, ή όταν κάποια επιχείρηση έκλεινε, αυτός αγόραζε stock ότι περίσσευε. Και μάζευε... Για δεκαετίες μάζευε ασταμάτητα. Όταν ήρθε η στιγμή να κλείσει κι αυτός τα καταστήματα παιχνιδιών που διατηρούσε στο κέντρο, ό όγκος του εμπορεύματος είχε πια πάρει διαστάσεις επικές.

 

«Η δική μου η τρέλα, το χόμπι μου, είναι να μαζεύω. Δεν πετάω τίποτα. Άγχος για όλο αυτό το εμπόρευμα που έχει συγκεντρωθεί στο μαγαζί δεν έχω. Γιατί να έχω;» ρωτάει με ειλικρινή απορία. «Άσε τους άλλους να αγχώνονται για την ταξινόμηση. Εγώ είμαι διαφορετική περίπτωση.»

 

Είναι δύσκολο να περιγράψει κανείς τι μπορούμε να πρωτοβρούμε στον «Φειδία».  Μεξικάνικες πινιάτες, χιλιάδες μεταχειρισμένα βιβλία, παιχνίδια ολοκαίνουρια, αλλά και παιχνίδια του προηγούμενου ακόμα αιώνα(!), σπάνιες γερμανικές σειρές kinder έκπληξη , μικροσκοπικά skateboards, ζόμπι χταπόδια, το αμαξάκι του δράκουλα, παλιές βιντεοκασέτες, μούμιες που μιλάνε,  playmobil, συλλεκτικούς σιδηρόδρομους. Ο κατάλογος είναι ατελείωτος. Γράψε καλύτερα τι δεν έχω, μου λέει. « Μονάχα χαρτικά, απορρυπαντικά, και τρόφιμα δεν πουλάμε εδώ μέσα. Οτιδήποτε άλλο  θα το βρεις.»

 

Τα πιο σπάνια αντικείμενα είναι σύμφωνα με τον κύριο Κωνσταντινίδη τα παιχνίδια της ελληνικής εταιρείας-κολοσσό el greco (Φωτεινούλης, Μπιμπι-μπο, Μικρό μου Πόνι, Γλυκοπατάτες). Η θρυλική el Greco αφού μεσουράνησε την δεκαετία του 1980, εξαγοράστηκε τελικά από την πολυεθνική Hasbro, κι έπειτα έκλεισε. Σήμερα τα παιχνίδια της δεν υπάρχουν πουθενά και είναι περιζήτητα σους συλλέκτες όλου του κόσμου.

 

Αγαπημένο αντικείμενο ο κύριος Δημήτρης δεν έχει. «Εμένα δεν με παίρνει να δένομαι συναισθηματικά με πράγματα εδώ μέσα. Θα ήταν πρόβλημα. Είμαι έμπορος, όχι συλλέκτης. Εκτός από αυτό, να θυμάσαι πως όλα έχουν την τιμή τους...»

 

 

Η ΠΕΛΑΤΕΙΑ

 

«Ευτυχώς έρχονται οι νέοι! Την πρώτη φορά που έρχονται στο μαγαζί παθαίνουν σοκ. Υπάρχουν βέβαια και οι... σνομπ, αυτοί που παριστάνουν ότι δεν ξέρουν τι είναι αυτό που αγοράζουν φοβούμενοι μάλλον ότι χρεώνω ακριβά.»  Καλλιτέχνες, άνθρωποι του θεάτρου που ψάχνουν σκηνικά ή ακόμα και παλιά σενάρια , φοιτητές και καθηγητές που χάνονται στο τμήμα των βιβλίων, λάτρεις σπάνιων αστυνομικών μυθιστορημάτων, και φυσικά οι συλλέκτες, συνθέτουν την πελατεία του Φειδία.

 

«Συλλέγουν ότι δεν μπορείς να φανταστείς! Από σπιρτόκουτα και είδη μοντελισμού, μέχρι σαπούνια! Έχουμε δει τόσες τρελές περιπτώσεις όλα αυτά τα χρόνια, που τίποτα πια δεν μου φαίνεται περίεργο.»

 

Ο κύριος Δημήτρης όμως δεν πουλάει σε τιμές συλλεκτικές : «Έρχονται αυτοί που γνωρίζουν, τα παίρνουν από εμένα φθηνά, και τα μεταπωλούν. Μία μεταλλική μινιατούρα Pontiac την έδωσα 15 ευρώ και πουλήθηκε στο ίντερνετ για 300!»

 

 

Η ΚΡΙΣΗ

 

«Τώρα με την κρίση ο πελάτης δεν έφυγε μόνο από το μικρό μαγαζί, αλλά και από το μεγάλο. Έφυγε από το παιχνίδι γενικώς», μου εξηγεί.  «Με τα μεταχειρισμένα βιβλία κάτι γίνεται, αλλά και πάλι οι απογοητεύσεις είναι πολλές.»

 

«Μη ξεχνάς όμως ότι κι εγώ εξυπηρετώ το χόμπι μου εδώ μέσα. Μέχρι να πεθάνω ή να μου το πάρει η τράπεζα δεν έχω να πάω πουθενά. Πρώτα θα κλείσουν όλοι οι άλλοι, και μετά εγώ», λέει ατάραχος.

 

Μαζί του!

 

 

Πρώτη δημοσίευση στο περιοδικό Pepper Magazine. Φωτογραφία Κωστής Αμοιρίδης