Ένα θετικό άτομο, που έχει γνώση και γούστο. Εξαιρετική καλλιτέχνης που αγαπά την Αθήνα και μιλά πάντα με ενθουσιασμό για όλα όσα μπορούν να γίνουν. Εύχομαι από τη νέα της θέση στην Τεχνόπολη του Δήμου Αθηναίων να καταφέρει όσα ονειρεύεται. Αυτή είναι η πρώτη "εμφάνιση" της κ Ευφροσύνης Δοξιάδη στη LifO, τον Απρίλιο του 2006. Η συνέντευξη δόθηκε στον Χρήστο Παρίδη. Το πορτραίτο που συνόδευε το κείμενο ήταν του Γεράσιμου Δομένικου. Για τις ανάγκες του post "'εκλεψα" μια παλιά της φωτογραφία από την προσωπική της σελίδα στο facebook.

Γεννήθηκα στην οδό Μαυρομιχάλη, σε μια εποχή που η Αθήνα ήταν ακόμα μια πόλη ήσυχη, σε ανθρώπινη κλίμακα, χωρίς αυτοκίνητα, με χαμηλά σπίτια, με τα παιδιά να παίζουν στους δρόμους, με το τραμ.

Όταν ήμουν μόλις δύο χρονών, μεταναστεύσαμε με την οικογένειά μου στην Αυστραλία. Φτάσαμε με αεροπλάνο μέχρι την Αίγυπτο και μετά με πλοίο, δυόμιση μήνες στη θάλασσα, μέσω Κεϋλάνης. Ένα ταξίδι μυθικό. Μείναμε δύο χρόνια σε μία φάρμα μέσα στη ζούγκλα, μέσα στους ευκαλύπτους και τα άγρια ζώα, κάτι σαν τον παράδεισο του Κίπλινγκ. Εκεί γεννήθηκε ο αδελφός μου κι έτσι επιστρέψαμε τρία κορίτσια και ένα αγόρι. Ο πατέρας μου, πολεοδόμος-αρχιτέκτονας, έχοντας υπάρξει μαθητής του Πικιώνη, είχε μάθει να σέβεται το αττικό τοπίο και είχε βάλει ως στόχο ζωής, για συναισθηματικούς και ιστορικούς λόγους, να προστατέψει την Αθήνα από την επερχόμενη τεχνολογία. Έτσι, το κλίμα μέσα στο οποίο μεγάλωσα, ήταν ότι ζούμε στην ωραιότερη χώρα του κόσμου, ότι έχουμε τον σπουδαιότερο πολιτισμό και ότι έχουμε χρέος να αφυπνίσουμε την κοινωνία για να μετατρέψει αυτόν τον τόπο σε ένα πολιτιστικό πάρκο για όλο τον κόσμο.

Όταν ρωτούσα τον πατέρα μου γιατί δεν γίνεται οι πολιτικοί να σώσουν την Ελλάδα, έλεγε ότι η Ελλάδα δεν χρειάζεται πολιτικούς, αλλά μόρφωση. Γι' αυτό το όνειρό του ήταν να κάνει μια σχολή ανώτερη, όμως δεν του έδωσαν άδεια. Παρόλα αυτά εκείνος την ίδρυσε και διάλεξε τους καλύτερους να διδάξουν καθιστώντας την ανώτερη.

Ήταν ένας υπέροχος άνθρωπος, δεν διαφωνήσαμε ποτέ σε τίποτα, δεν υπήρχε κάτι στο οποίο να ήθελα να αντιδράσω. Μάλιστα, σκεφτόμουν πού θα έβρισκα έναν άντρα που θα τον θαύμαζα όσο κι εκείνον. Αργότερα κατάλαβα ότι αυτά που θαύμαζα τα είχα μέσα μου κι εκεί έπρεπε να τα ψάξω και όχι στους άλλους.

Στα δεκάξι μου αποφάσισα ότι ήθελα να γίνω ζωγράφος κι έτσι άρχισα μαθήματα με τον Τέτση. Πολύ μεγάλη τύχη, γιατί ήταν σπουδαίος δάσκαλος και στα δεκαοχτώ μου είχα ήδη μάθει σχέδιο. Έφυγα στην Αγγλία, όπου κατ’ αρχάς παρακολούθησα μαθήματα στη σχολή του Όσκαρ Κοκόσκα. Δίπλα του έμαθα τη διαφορά αυτού που βλέπουμε κι αυτού που νομίζουμε ότι βλέπουμε. Μπήκα στη Slade School of Fine Arts, όπου ανακάλυψα την ελευθερία επιλογών στην έκφραση, την ατομικότητα καθώς και ότι υπήρχαν και άλλα παιδιά με σπουδαίο ταλέντο. Ταυτίστηκα με παιδιά φτωχά, που έδιναν τα πενιχρά λεφτά που τους παρείχαν στις μπογιές. Καλύτερος φίλος εκείνα τα χρόνια ήταν ο Ντέρεκ Τζάρμαν, με τον οποίο ανακάλυψα και τις πιο κρυφές πλευρές του Λονδίνου, μέρη όπου αργότερα εκείνος γύρισε τις ταινίες του. Συνολικά στην Αγγλία έμεινα πάνω από τριάντα χρόνια, έκανα έναν αποτυχημένο γάμο, που, όμως, δεν μετανιώνω, γιατί απέκτησα δύο υπέροχα παιδιά, ωστόσο το σημαντικότερο πράγμα που μου πρόσφερε η Αγγλία ήταν να σκάψω ένδον.

Καθώς εκεί οι άνθρωποι, λόγω κλίματος, δεν ζουν όπως εμείς, με αποτέλεσμα να είναι πιο κλειστοί, αν και έχουν πια αλλάξει κι αυτοί, κλείστηκα κι εγώ στον εαυτό μου και έψαξα. Αποτέλεσμα αυτού του ψαξίματος ήταν το βιβλίο μου για το Φαγιούμ, το οποίο πραγματοποιήθηκε χάρη σε ατέλειωτες έρευνες σε βιβλιοθήκες και στην συμπαράσταση σπουδαίων επιστημόνων.

Όλα τα κακώς κείμενα της Ελλάδας πηγάζουν από τις κακές και ανάξιες κυβερνήσεις που είχαμε όλα αυτά τα χρόνια. Υπάρχουν καλοί και σκάρτοι Έλληνες. Θεωρώ ότι ποτέ δεν κυβέρνησαν οι καλύτεροι Έλληνες.

Όπως έλεγε ο Τσαρούχης, αν κάτι χρειαζόμαστε, είναι μια Αστυνομία του καλού. Να γκρεμίσουμε κτίρια, όχι να ανεγείρουμε κι άλλα.

Την πονάω την Αθήνα, γιατί ξέρω από τον πατέρα μου, ο οποίος αφιέρωσε μια ζωή για να υποβάλλει χωροταξικές μελέτες σε όλες τις κυβερνήσεις, που εξαιτίας των πελατειακών σχέσεων τους δεν τις συνέφερε να εφαρμόσουν, ότι τα τελευταία πενήντα κρίσιμα χρόνια καταστράφηκε ολοκληρωτικά το περιβάλλον από αρχιτεκτονικής απόψεως.

Την περίοδο των Ολυμπιακών αγώνων ξήλωσαν μάρμαρα εκατόν ογδόντα χρόνων. Τις νύχτες τα σήκωναν φορτηγά, τα οποία το πρωί τα πουλούσαν σε μάντρες σε κοσμικούς αρχιτέκτονες, που έχτιζαν σπίτια σε νησιά για κάποιες κυρίες. Έγινε μια λεηλασία της νεότερης αρχαιολογίας. Μας έκλεψαν!

Άσε τα αρχαία, που είναι ένα ρημαδιό. Στον Κεραμεικό, κάτω από μια πολυκατοικία, είναι ο τάφος του Περικλή. Έχουν αφήσει την Ιερά Οδό στη μοίρα της. Τσιμέντωσαν μία ανασκαφή στην Ανδριανού άρον-άρον πάλι για την Ολυμπιάδα.

Πριν από χρόνια, ένας Γάλλος φιλόσοφος έδινε διάλεξη κι όταν ρωτήθηκε πώς πρέπει να ανεβαίνουμε μέχρι την Ακρόπολη, με αυτοκίνητο ή με τα πόδια, απάντησε, «με τα γόνατα».  Σήμερα από την πίσω πλευρά μπορείς να φτάσεις με το αυτοκίνητό σου.

Τα χειρότερα στοιχεία καταναλωτισμού και νεοπλουτισμού. Όταν τα ζεις αυτά κάθε μέρα, παθαίνεις κατάθλιψη και ιδίως όταν ξέρεις ότι η φωνή σου δεν έχει καμία δύναμη.

Πηγαίνω στη Σχολή Καλών Τεχνών, όπου μαθαίνω την τέχνη του ψηφιδωτού. Έχω γνωρίσει ομάδες σπουδαίων παιδιών! Θαυμάζω την ενέργειά τους. Επίσης, τα παιδιά που κάνουν γκράφιτι. Είναι οι καλλιτέχνες του σήμερα, κάνουν αριστουργήματα. Αυτή είναι η διακόσμηση που ταιριάζει στην Αθήνα σήμερα. Δεν θέλω γερμανικού ρομαντισμού νοικοκύρεμα.

Σαν παιδί ήμουν μαγεμένη από τους μεγάλους. Τους θαύμαζα, γιατί είχα γύρω μου γίγαντες. Όταν μου πέθαναν, έπρεπε ξαφνικά να εμπιστευτώ τον εαυτό μου, να γίνω αυτόφωτη. Έβαζα πάντα τον πήχη ψηλά, με αποτέλεσμα να μην προχωράω, έβγαζα το συμπέρασμα ότι δεν άξιζα αρκετά, έτσι ζούσα θαυμάζοντας τρίτους. Η ζωή μου είναι ένας name dropping paradise. Μαζί τους έζησα εκατό ζωές, έμαθα δίπλα τους, ταξίδεψα μαζί τους. Ο πιο στενός μου φίλος ήταν ο Άρθουρ Κέσλερ, ο Τζον Λένον ήταν κουμπάρος στον γάμο μου, περάσαμε μαζί δύο μήνες στην Ινδία, σπουδαίος φίλος. Υπήρξα πολύ τυχερή με τόσους σημαντικούς φίλους γύρω μου, αλλά και σήμερα έχω δύο δασκάλους που λατρεύω, τα παιδιά μου, που μου έμαθαν να αγαπώ τον εαυτό μου.

Νιώθω ότι βρίσκομαι στην καλύτερη ηλικία, ότι έχω πολλές γνώσεις που θέλω να μοιραστώ με τους νέους και όποιους ενδιαφέρονται να ακούσουν, να προσφέρω λίγα ακόμη σ' αυτόν τον ευλογημένο τόπο των θεών που τον έχουμε μαγαρίσει.