ΤΟΥ ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ ΑΠΟ ΤΑ ΝΕΑ

 

 

Όταν εκδίδαμε το αλήστου μνήμης περιοδικό «Το Τέταρτο», με τον Μάνο Χατζιδάκι συναντιόμασταν, μαζί με τον Νίκο Γκάτσο, κάθε μεσημέρι στο GB της Μεγάλης Βρεταννίας. Ηταν το στέκι που είχε επιλέξει όταν αναγκάστηκε να εγκαταλείψει τον Φλόκα της Πανεπιστημίου, πολύ πριν γίνει τράπεζα. Σταμάτησε να πηγαίνει στον Φλόκα, όπως μου είχε πει ο ίδιος, γιατί βαρέθηκε να διαβάζει «Ριζοσπάστη». Και γιατί διάβαζε «Ριζοσπάστη»; Γιατί απέναντί του πήγαινε και καθόταν ο Γρηγόρης Μιχαλόπουλος, ο εκδότης της φιλοχουντικής «Ελεύθερης Ωρας», και ο Χατζιδάκις, για να τον εκνευρίσει και να μην τον βλέπει, άνοιγε την εφημερίδα του ΚΚΕ και κρυβόταν από πίσω της.

 

Έλεγε πως είσαι ελεύθερος άνθρωπος όταν διατηρείς για τον εαυτό σου το δικαίωμα να λες καλημέρα σε όποιον εσύ επιλέγεις. Ως γνωστόν, του άρεσαν οι παραδοξολογίες και όταν τις έλεγε, αυτοσχεδιάζοντας ανάλογα με την περίσταση και την παρέα, κοιτούσε γύρω του για να δει τις αντιδράσεις υπομειδιώντας.

 

Ο Χατζιδάκις με τη στάση του ενσαρκώνει τη μεγαλύτερη και ωραιότερη ψευδαίσθηση της Μεταπολίτευσης. Οτι η Ελλάδα, δημοκρατική χώρα πια, με τον δρόμο που είχε πάρει, με την «ευρωπαϊκή πορεία» της θα κατάφερνε να απαλλαγεί από το βάρος των ελληναράδων, από τη σαβούρα της ψυχής της.

 

Σκέφτομαι πως ο Χατζιδάκις είναι ένας από τους μεγάλους ηττημένους της σημερινής Ελλάδας. Οχι γιατί δεν ακούγεται πια η μουσική του. Το αντίθετο, με τα χρόνια, κερδίζει ακροατές που όταν ζούσε τους είχε περισσότερο ως συνθέτης ελαφρών σουξέ που ο ίδιος αντιπαθούσε. Αυτό που ηττήθηκε είναι η νοοτροπία του και η στάση του απέναντι στην πολιτική και τον πολιτισμό, δηλαδή η στάση της ζωής του.

 

Διότι ο Χατζιδάκις με τη στάση του -και όχι μόνον, και άλλοι πολλοί, απλώς αυτόν έτυχε να γνωρίσω μαζί με τον Γκάτσο και να τους συναναστραφώ - ενσαρκώνει τη μεγαλύτερη και ωραιότερη ψευδαίσθηση της Μεταπολίτευσης. Οτι η Ελλάδα, δημοκρατική χώρα πια, με τον δρόμο που είχε πάρει, με την «ευρωπαϊκή πορεία» της θα κατάφερνε να απαλλαγεί από το βάρος των ελληναράδων, από τη σαβούρα της ψυχής της. Οτι οι ελληναράδες, δεξιοί, αριστεροί και αριστεροδέξιοι, ήταν μια εξαίρεση και ότι εντέλει αυτό που θα επικρατούσε θα ήταν αυτό που ο ίδιος εκπροσωπούσε, και καλύτερα από τον ίδιον η μουσική του: κάτι το καθαρά ελληνικό που όμως μιλάει μια γλώσσα παγκόσμια, μια Ελλάδα που δεν φοβάται τον κόσμο στον οποίον ζει, που δεν υποφέρει από το σύνδρομο της αυτάρεσκης κλειστοφοβίας της.

 

Ήταν τότε τα μέσα της δεκαετίας του '80 βέβαια, και ο ίδιος δεν είχε ψευδαισθήσεις. Η κατά μέτωπον σύγκρουσή του με τον αυριανισμό και τα παράγωγά του δεν ήταν τυχαία. Η νοσηρή ατμόσφαιρα της Ελλάδας του 2012 αποδεικνύει πως είχε πέσει έξω. Αυτός και όσοι σκέφτονταν όπως αυτός ήταν οι εξαιρέσεις. Οι υπόλοιποι ήταν ο κανόνας. Και τον θρίαμβό τους δεν τον προκάλεσε η κρίση. Η κρίση ήταν απλώς η θρυαλλίδα που πυροδότησε το εκρηκτικό θράσος των υλικών τους.

 

Διότι και ο θυμός, και η αγανάκτηση, και το αίσθημα της αδικίας έχουν την ποιότητά τους, μια ποιότητα που την ορίζει η καλλιέργεια ή η έλλειψή της.

 

Να το πω και κάπως διαφορετικά: ο Μελανσόν, για παράδειγμα, είναι αρκετά μορφωμένος ώστε να ξέρει πως αυτά που λέει οδηγούν στον Ροβεσπιέρο, τον οποίον δεν διστάζει να τσιτάρει. Οπως και ο Σλάβοϊ ο Ζίζεκ. Τα εγχώρια υποπροϊόντα τους όμως απλώς μιμούνται τον επαναστατικό τους οίστρο χωρίς να αντιλαμβάνονται πού ακριβώς τους οδηγεί. Σκέτοι ελληναράδες που έχουν μάθει να σκέφτονται, διαβάζοντας κακές μεταφράσεις.