via donteverreadme.wordpress.com

 

 

 

Η μέρα εχθές ξεκίνησε με πικρά αστεία: Το πρώτο νέο της ημέρας, η κλοπή τριών έργων από την Εθνική Πινακοθήκη, ήταν τόσο σοβαρό που μου ήταν αδύνατο να το πάρω σοβαρά. Δεν ήταν μόνο ο Πικάσσο, ο Μοντριάν και ο Κάτσια που χάθηκαν – αν και ομολογώ ότι με έπιασα να αναρωτιέμαι εάν όλοι ξέραμε ότι η Εθνική μας Πινακοθήκη είχε έναν Πικάσσο και μάλιστα δωρισμένο από τον καλλιτέχνη σε εμάς τους Έλληνες για την αντίστασή μας στη ναζιστική κατοχή.

Ήταν, κυρίως, η συζήτηση που άνοιξε λίγο αργότερα σχετικά με την ασφάλεια της Πινακοθήκης, το αν και κατά πόσον έφταιξε η επιλογή ιδιωτικής εταιρείας σεκιούριτι, εάν έφταιξε ο φύλακας (ο οποίος δεν κατάλαβα εάν ήταν της ιδιωτικής εταιρείας ή άλλος, από τους καλούς, τους δημοσίους υπαλλήλους, όπως πολλοί πρόφτασαν να γράψουν σε μπλογκ και κοινωνικά δίκτυα). Εγώ σκεφτόμουν, μισο-αστεία μισο-σοβαρά να βγω να φωνάξω “Ψηφιοποιήστε τα όλα – μόνο έτσι θα τα διατηρήσουμε”, αλλά δεν το έκανα. Με αυτή τη σοβαρή συζήτηση, για την ορθή και αποτελεσματική  διαφύλαξη του πολιτιστικού μας αποθέματος, νεότερου και μη, κύλησε η μέρα ως το μεσημέρι.

Είχα ένα ραντεβού στις 5 πίσω από την Πειραιώς κι έφυγα από το γραφείο γύρω στις 4. Πήρα προαστιακό, μετρό, διάβαζα και χάζευα, ξέχασα τα της δουλειάς, κι έφτασα στο σταθμό του Κεραμεικού λίγο πριν τις 5.

Βγαίνοντας από το σταθμό άκουσα το κινητό μου να ειδοποιεί. Εντός του σταθμού και για το μεγαλύτερο μέρος της διαδρομής ήμουν εκτός σήματος και, καθότι εργάσιμη ακόμη ώρα, σχεδόν το περίμενα. Σημείωση: Το κινητό μου τηλέφωνο ήταν ένα iPhone 4, δώρο του πατέρα μου. Μετρούσε μόλις 1,5 μήνα στα χέρια μου.

Είχα ήδη βγει από το σταθμό κατευθυνόμενη προς την οδό Περσεφόνης, σκεπτόμενη πόσο ωραίο είναι που η μέρα μεγαλώνει, με μία διάθεση σχεδόν ανοιξιάτικη, είχα δει τα mail μου, είχα απαντήσει κι ένα μήνυμα, και κάλεσα την αναπάντητη κλήση – να κλείσω όλες τις εκκρεμότητες πριν φτάσω στη συνάντηση.

Μιλώντας, διέσχισα την Πειραιώς στα φανάρια της Περσεφόνης δίπλα στην είσοδο της Τεχνόπολης, κι άρχισα να περπατώ πια επί της Πειραιώς, πεζή στο ανύπαρκτο πεζοδρόμιο αντίθετα στο ρεύμα της ανόδου προς Ομόνοια.

Έγινε σε δευτερόλεπτα – είχα περπατήσει δύο ή τρία τετράγωνα. Κάτι ήρθε από πίσω μου (ενστικτωδώς στιγμιαία νόμισα ότι θα ήταν κάποιος φίλος που ήρθε να μου κλείσει τα μάτια από πίσω και να μου κάνει έκπληξη όπως στο δημοτικό), με χτύπησε στο πρόσωπο δύο φορές και μου άρπαξε το τηλέφωνο από το δεξί χέρι. Πέφτοντας κάτω, ευτυχώς από τη μεριά του πεζοδρομίου, πρόλαβα να δω δύο λευκούς ψιλόλιγνους άντρες, με τζιν και δερμάτινα μπουφάν, να τρέχουν σαν τρελοί, να διασχίζουν και τα δύο ρεύματα της Πειραιώς -οριακά επικίνδυνα – και να χάνονται στο Γκάζι. Μου είχαν πάρει το κινητό – απίστευτο το πώς εκείνη την ώρα μέσα μου δεν υπερίσχυσε το ότι ήταν ένα  ακριβό iPhone αλλά ότι ήταν ένα δώρο του πατέρα μου – και με είχαν αφήσει πεσμένη σε ένα ημιτελές πεζοδρόμιο. Οδηγοί έκοβαν ταχύτητα να δουν τι έγινε, ένας άντρας στο απέναντι πεζοδρόμιο κοιτούσε μία εμένα μία εκείνους, εγώ σηκώθηκα, ξεσκονίστηκα και συνέχισα να περπατάω προς τη συνάντησή μου παλεύοντας να μη γονατίσω και βάλω τα κλάματα στη μέση του δρόμου.

Δε χρειάζεται, νομίζω να το γράψω καν: Αστυνομία δεν υπήρχε πουθενά. Κανείς δε με ρώτησε τι έγινε. Περπατούσα μόνη μου και κατάλαβα ότι το δεξί μου μάγουλο πονούσε μόνο όταν σκούπισα κάτι δάκρυα που τρέχανε ανεξέλεγκτα. Πού ήταν οι 2 κλούβες που φυλάνε το ΠΑΣΟΚ, γωνία Ναυαρίνου και Ιπποκράτους; Πού ήταν οι δυνάμεις ασφαλείας που στέκονται έξω από το Circus και το Everest λες και τα μπαρ και τα σαντουιτσάδικα των Εξαρχείων είναι πυρήνες επανάστασης; Πού ήταν ένας, όχι δύο, ένας αστυνομικός εκείνη την ώρα στην οδό Πειραιώς; Πουθενά.

Έφτασα στη συνάντηση σε κατάσταση άθλια, δεν μπορούσα να πάρω τηλέφωνο ένα-δυο δικούς μου ανθρώπους γιατί τα χέρια μου έτρεμαν, τα παιδιά εκεί με βοήθησαν να διακόψω τη σύνδεσή μου (Λένα, Χαρά, Ντένη ευχαριστώ), και κάποια στιγμή αναχώρησα για το σπίτι μου χωρίς βέβαια να έχω κάνει τη δουλειά μου.

Στη διαδρομή Κεραμεικός-Σύνταγμα έκλαιγα μες στο βαγόνι, ντρεπόμουν κιόλας να με κοιτάνε όλοι, προσπαθούσα να συγκρατηθώ αλλά το έκανα χειρότερα, και μετά περπάτησα ως το σπίτι. Στη διαδρομή, επί της Χαριλάου Τρικούπη, είδα έναν άντρα να προσπαθεί να ανοίξει τα παράνομα παρκαρισμένα αυτοκίνητα – όλο και κάποιο θα έβρισκε ξεκλείδωτο. Μόλις κατάλαβε ότι τον είδα σταμάτησε, έκανε στην άκρη να περάσω, και συνέχισε την προσπάθεια. Το μάγουλό μου έτσουζε με έναν παράξενο πόνο, σαν να χτυπούσε εκεί πάνω η καρδιά μου, και ένιωσα σαν να συμμετείχα σε μετα-αποκαλυπτική ταινία καταστροφής.

Δε θα γράψω τα τετριμμένα, αν και τα σκέφτηκα. Για το πώς έχει γίνει έτσι η Αθήνα. Για την ανύπαρκτη ασφάλεια – σε ευνομούμενες κοινωνίες η αστυνομία μπορεί να μην έπιανε τους κλέφτες που με χτύπησαν, αλλά θα ήταν εκεί και ίσως απλά να μου έδινε ένα χαρτομάντηλο να σκουπιστώ.

Όταν, από το σπίτι πλέον, έστειλα ένα μέηλ σε γνωστούς/φίλους/συγγενείς/συνεργάτες ζητώντας να μου αποστείλουν τα στοιχεία επικοινωνίας τους (όχι, δεν είχα κάνει back up ούτε iCloud contact synching, είπαμε, ήμουν και θα παραμείνω πρωτάρα του θαυμαστού κόσμου του iPhone), συγκινήθηκα με κάποιες απαντήσεις και τρόμαξα με άλλες: Ο Μιχάλης μου είπε ότι την περασμένη 28η Οκτωβρίου του επιτέθηκαν δύο πρεζόνια με μαχαίρι στην ίδια περιοχή. Έμαθα ότι προχτές άγνωστος επιτέθηκε στη μητέρα της Χριστίνας με σιδηρογροθιά επί της Μάρκου Μουσούρου στο Μετς. Επίσης έμαθα ότι στην Πειραιώς έκλεψαν πρόσφατα κινητό και λεφτά από έναν κύριο υπό την απειλή στιλέτου. Όταν εκείνος εντόπισε το iPhone του με την εφαρμογή Find my iPhone στο Ζεφύρι, η αστυνομία αρνήθηκε να επέμβει στη συγκεκριμένη περιοχή.

Λίγο πριν κοιμηθώ πρόλαβα να παρακολουθήσω την πυρκαγιά στο ιστορικό art nouveau ξενοδοχείο Ακροπόλ Παλάς, επί της οδού Πατησίων απέναντι από το Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο. Θυμήθηκα ότι στο σχολείο μάθαμε ότι από το ξενοδοχείο αυτό κινηματογραφήθηκε η εισβολή των τανκς στο Πολυτεχνείο το 1973.   Η μετα-αποκαλυπτική ταινία συνεχιζόταν, κι εγώ ήμουν η πρωταγωνίστρια.

Με πήρε ο ύπνος σκεπτόμενη πικρά ότι η αμμωνία από τα ούρα που έχουν ποτίσει τόσα χρόνια την οδό Τοσίτσα απέναντι θα ήταν καλό προσάναμμα και για τα κεντρικά του Υπουργείου Πολιτισμού. Στην κατάσταση που βρισκόμουν, εάν δεν ήταν να κινδυνέψει το Εθνικό Μουσείο και οι θησαυροί του, λίγο θα με ένοιαζε.