ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ, ΑΠΟΣΤΟΛΗ: Γράφει ο Κώστας Τερζής

Ενώ το πρώιμο έργο του Γιάνναρη φαίνεται να παίρνει τον δρόμο για το ΜΟΜΑ της Νέας Υόρκης, χτες ο Έλληνας σκηνοθέτης μίλησε σε συνέντευξη Τύπου για το τιμητικό αφιέρωμα που διοργανώνει φέτος το Φεστιβάλ στο σύνολο του έργου του: «Αυτό το αφιέρωμα αποτελεί την ευκαιρία να κάνω έναν εσωτερικό απολογισμό, αλλά και έναν απολογισμό μαζί με τους θεατές. Στην αρχή ήμουν μάλλον διστακτικός με την πρόταση του φεστιβάλ. Είναι ωραίο όμως να βγάζεις πράγματα μέσα από 'μπαούλα' και 'αποσκευές', που μπορεί να είχες ξεχάσει κι εσύ ο ίδιος, και να τα φέρνεις στα μάτια των θεατών».

Κοιτάζοντας το έργο του στο σύνολό του, ο σκηνοθέτης διαπίστωσε ότι «οι εμμονές του καθενός μένουν σταθερές μέσα στον χρόνο. Μπορεί το στυλ, η μορφή, το περιτύλιγμα να αλλάζει, όμως οι εμμονές, οι φοβίες, τα ερεθίσματα παραμένουν τελικά αμετάβλητα. Αυτό τρομάζει, αν σκεφτείς πόσο είμαστε προκαθορισμένοι και συνάμα ερεθίζει, είναι μια πάλη με το DNA. Αν μπορούσα να αλλάξω εμμονή, θα το έκανα ευχαρίστως, ωστόσο απ’ την άλλη, δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου να μην κάνει ταινίες».

Αναφορικά με τις επιρροές του, επεσήμανε ότι «προέρχονται από την ώσμωση δύο παραδόσεων, της βρετανικής ντοκιμαντερίστικης σχολής με την πολιτικοποιημένη ματιά και συνάμα της αισθητικής σχολής». Η σημαντικότερη στιγμή για τον ίδιο στην κινηματογραφική διαδικασία είναι όταν συνδυάζονται ιδανικά η θεματολογία με το αισθητικό αποτέλεσμα. «Η πορεία του δημιουργού είναι κάθε φορά να βρίσκει την επόμενη τέτοια στιγμή. Αν παραμείνεις στα ίδια, βαλτώνεις. Είμαι άνθρωπος του εφήμερου, του περιστασιακού. Ωραία και η σταθερότητα, αλλά και το εφήμερο έχει τη χάρη του». Όπως εξήγησε, όταν ήταν μικρός ήθελε να γίνει ζωγράφος ή αρχιτέκτονας: «Το ότι δεν είχα τη δεξιότητα να γίνω ζωγράφος με πονάει και προσπαθώ να το αμβλύνω μέσα από τον κινηματογραφικό φακό. Στην Ελλάδα είχαμε πάντα το βαρύγδουπο της αφήγησης. Η ταινία ως εικαστικό έργο είναι πολύ κοντά σε εμένα». Στη συνέχεια, υπογράμμισε πως σκοπεύει να επιστρέψει σε πιο προσωπικές φόρμες γιατί θέλει να έχει τον απόλυτο έλεγχο: «Δεν θέλω να χαρακτηριστώ σκηνοθέτης του περιθωρίου ή του μεταναστευτικού ζητήματος. Υπάρχουν πολιτικά και κοινωνικοοικονομικά θέματα με απίστευτο ενδιαφέρον. Δυστυχώς λόγω της κατάστασης που επικρατεί σε όλη την Ευρώπη, υπάρχουν πάρα πολλά ερεθίσματα για τον δημιουργό. Αυτό μπορεί να είναι πολύ καλό για την τέχνη, όχι όμως αναγκαστικά και για τις ίδιες τις κοινωνίες. Η Ελλάδα αναφερόταν μέχρι πρότινος ως Ελλαδίτσα, ως ο μικροαστικός παράδεισος, χωρίς τις ταξικές αντιφάσεις άλλων κοινωνιών των βαλκανικών χωρών. Τελικά όμως, αυτή η διαφορά μας από άλλες κοινωνίες αποδείχθηκε πολύ εύθραυστη. Μέσα σε δύο χρόνια αποδείχτηκε πόσο σαθρά ήταν τα θεμέλια των τελευταίων 40 χρόνων». Ένα από τα θέματα που ερεθίζουν τη ματιά του σκηνοθέτη είναι η βία. «Έχουμε αρκετά πρόσφατες και σοκαριστικές ιστορίες βίας. Είναι η ηδονή της βίας που διακατέχει κυρίως νέους που προέρχονται από διαφορετικά κοινωνικά στρώματα». Στο επόμενο πρότζεκτ του, με τίτλο «Kalashnikov», που συμμετέχει στο φόρουμ συμπαραγωγών Crossroads, ο Γιάνναρης δούλεψε με την ίδια ομάδα παραγωγής με την οποία είχε δουλέψει και για την ταινία «Από την άκρη της πόλης». «To «Kalashnikov» αποτελεί κατά κάποιο τρόπο μια απάντηση στην ταινία «Από την άκρη της πόλης», χωρίς την αφέλεια εκείνης της εποχής».

Πηγή: Αυγή