Το ντοκουμέντο αυτό είναι χιλιοειδωμένο, χωρίς να μειώνεται επ' ουδενί η αξία του και η συγκίνηση που προσφέρει: Για τις ανάγκες ενός αφιερώματος της γαλλικής τηλεόρασης στον Μάνο Χατζιδάκι, το 1963, η Μελίνα Μερκούρη στα γόνατα του συνθέτη τραγουδάει μαζί του το τραγούδι του, ''Κυρ - Αντώνης'', σε ελληνικά και γαλλικά. Όλα βαίνουν καλώς! ''Αχ, κυρ - Αντώνη, πως σ' αγαπάμε/ και μαζί σου τ' άστρα μετράμε/ τις φωτιές για σένα πηδάμε/ ώσπου να'ρθεί η βροχή'' λέει ο Χατζιδάκις ενώ η Μελίνα μεταφράζει, περιγράφοντας ταυτόχρονα μία αρκούντως ελληνική κατάσταση, εν προκειμένω το έθιμο που σχετίζεται με το πήδημα πάνω από τις φωτιές κάθε Αϊ - Γιαννιού στις λαϊκές γειτονιές. Ωραία εικόνα, ταιριαστή με την προηγηθείσα, την πιο ποιητική, εκείνων που μετρούν τα άστρα για χάρη του sui generis κυρ - Αντώνη. 

 

Ο ''Κυρ - Αντώνης'' σε στίχους του Χατζιδάκι μαζί με το ''Κουρασμένο παλικάρι'' σε στίχους του Νίκου Γκάτσου ήταν τα δύο τραγούδια του συνθέτη που διαγωνίστηκαν στο Γ΄Φεστιβάλ Ελληνικού Τραγουδιού του ΕΙΡ το 1961 με ερμηνεύτρια τη Νάνα Μούσχουρη. Δεν έχω ακούσει εκείνη την εκτέλεση - κυκλοφόρησε το 1999 σε τριπλό cd από την ΕΡΤ με τα τρία Φεστιβάλ του ΕΙΡ: 1959, ΄60, ΄61 -, την ίδια χρονιά όμως, το ΄61, βγήκε σε δίσκο 45 στροφών με τη Μούσχουρη φυσικά.

 

 

Ακούστε το και διαπιστώστε το σουρεαλιστικό της υπόθεσης! Η Μούσχουρη λέει ''Αχ, κυρ Αντώνη πως σ' αγαπάμε/ και μαζί σου τ' άστρα πηδάμε (!)/ τις φωτιές για σένα μετράμε/ ώσπου να'ρθεί η βροχή''...Κύριε ελέησον! Είπαμε, να μετράς τ' άστρα και να πηδάς τις φωτιές είναι ωραία κατάσταση, Ελλάδα, λαϊκές συνοικίες, τ' Αγιαννιού κλπ., αλλά να πηδάς τ' άστρα, ε, είναι κάπως. Σκέφτεσαι και την κατάκτηση της Σελήνης στο τέλος εκείνης της δεκαετίας και λες, μεγάλος Προφήτης τελικά ο Μάνος!

 

Μαζί με την πρώτη διδάξασα Νάνα Μούσχουρη, τον ''Κυρ - Αντώνη'' ηχογράφησε σε άλλη εταιρεία και η Νινή Ζαχά υπό τη διεύθυνση του Χατζιδάκι κι αυτή. Εδώ όμως τα πράγματα αλλάζουν, αφού η Ζαχά τραγουδάει τους ''επίμαχους'' στίχους ως εξής: ''Αχ, κυρ - Αντώνη πως σ' αγαπάμε/ και μαζί σου τ' άστρα κοιτάμε/ τις φωτιές για σένα μετράμε/ ώσπου να'ρθεί η βροχή''. Πάει περίπατο δηλαδή το πήδημα των άστρων και των φωτιών, προτιμήθηκαν από τον Χατζιδάκι ή τη Νινή Ζαχά - άγνωστο από ποιον - τα ρήματα ''κοιτάμε'' και ''μετράμε'' ώστε να μην υπάρχουν παρανοήσεις.

 

 

Ταυτόχρονα με τις ηχογραφήσεις της Μούσχουρη και της Ζαχά, κυκλοφόρησε και η θεοδωρακική βερσιόν του ''Κυρ - Αντώνη'' από το αχτύπητο ντουέτο της εποχής, Στέλιος Καζαντζίδης - Μαρινέλλα, με το μπουζούκι του Μανώλη Χιώτη. Από τις πλέον αγαπημένες μου εκτελέσεις του τραγουδιού! Κάνω παρένθεση εδώ και θυμάμαι τον Μίκη Θεοδωράκη να μου λέει σε συνέντευξη του πως όταν πήγαν και τον βρήκαν ο Καζαντζίδης με τη Μαρινέλλα πρώτη φορά, του εκμυστηρεύτηκαν πως λίγες μέρες πριν είχαν πάει και από του Χατζιδάκι. Τους άνοιξε, λέει, ο Μάνος με ρόμπα και μαύρα γυαλιά, μάλλον ανόρεχτος, κάθισε στο πιάνο και τους έπαιξε επίσης ανόρεχτα ορισμένα τραγούδια του, που δεν τα πολυγούσταραν. 

 

 

Μεταξύ αυτών και τον ''Κυρ - Αντώνη'', τον οποίο τελικά είπαν και το έκαναν μεγάλο λαϊκό σουξέ - κάτι που δεν άρεσε εξίσου στον Χατζιδάκι, γι' αυτό και θέλησε στη ''Λαϊκή Αγορά'' του, πολλά χρόνια μετά, να επανεξετάσει το τραγούδι με ερμηνευτή τον Νταλάρα και ενορχηστρωτή τον Νίκο Κυπουργό. Το ακούτε εδώ:

 

 

Ξαναπάμε πίσω στα 1961, τότε που και ο Πάνος Γαβαλάς με τη Ρία Κούρτη, το αντίπαλον δέος των Καζαντζίδη - Μαρινέλλας, τραγούδησαν τον "Κυρ - Αντώνη":

 

 

Τα χρόνια εκείνα ήταν τόσο θεοποιημένος ο Καζαντζίδης ώστε πολλοί συνάδελφοι του σημείωναν επιτυχία ακόμη και τραγουδώντας σε δεύτερες εκτελέσεις δικά του τραγούδια. Στο πλαίσιο αυτό ακολούθησε η ηχογράφηση με τον μπελ-κάντο λαϊκό τραγουδιστή Πάνο Γαβαλά, ο οποίος, μένοντας πιστός στην καζαντζιδική βερσιόν, μαζί με τον κυρ - Αντώνη και φυσικά τη Ρία Κούρτη πηδούσαν τα άστρα και μετρούσαν τις φωτιές!

 

Ενδιαφέρουσα, κυρίως από μουσικής άποψης, η εκδοχή και με τη Ζωή Κουρούκλη. Πιθανώς να είναι από τα μέσα της δεκαετίας του 1960 ή από το ΄61 κι αυτή, δεν έχω στοιχεία για την ηχογράφηση, μου αρέσει αρκετά πάντως το πάντρεμα μπόσα - νόβα και λαϊκού τραγουδιού. Όσο για το τι θα κάνει με τ' άστρα και με τις φωτιές, η Κουρούκλη θά'βαλε κάτω τις προηγούμενες εκτελέσεις και θ' αποφάσισε ότι πιο ''σωστή'' απ' όλους είναι η Νινή Ζαχά, η οποία, όπως είδαμε - ακούσαμε, απλώς κοιτούσε τ' άστρα και μετρούσε τις φωτιές. 

 

Στις αρχές του 1970 ο "Κυρ - Αντώνης" συγκίνησε τη Βίκυ Λέανδρος, που στιχουργικά επίσης ακολούθησε τη βερσιόν της Νινής Ζαχά. Βέβαια, τη συγκεκριμένη τραγουδίστρια μπορώ να την ακούω μόνο διασωληνωμένος και σε καταστολή, οπότε με όποιους στίχους και νά'λεγε τον ''Κυρ - Αντώνη'' δεν θα είχε καμία σημασία...

 

 

Με την ίδια ακριβώς ενορχήστρωση, η Βίκυ Λέανδρος ηχογράφησε τον ''Κυρ - Αντώνη'' και στα γερμανικά! Φρικωδώς τουριστικό, κατά υποκειμενική εκτίμηση πάντα! Κάτι τέτοια είχε ακούσει ο Μάνος και ήθελε στις συναυλίες του να παίζει τις ''Διφωνίες'' και τα πιο ''στριφνά'' του έργα, που έδιωχναν τους ''πολλούς'' για να μείνουν οι ''λίγοι και καλοί'' θιασώτες της μουσικής του. Όσο για το αν εδώ η Λέανδρος πηδούσε - κοιτούσε - μετρούσε τ' άστρα, θα σας γελάσω!

 

 

Και φτάνουμε στα 1983, τέσσερα χρόνια πριν από την αναθεωρημένη από τον συνθέτη νταλαρική βερσιόν του "Κυρ - Αντώνη" που ακούσαμε πιο πάνω. Ο Χατζιδάκις προτείνει στη Λένα Πλάτωνος να διασκευάσει μια σειρά λαϊκών τραγουδιών του από τη δεκαετία του ΄60 με τον δικό της ηλεκτρονικό τρόπο. Της ζήτησε μάλιστα να τα τραγουδήσει η ίδια, αλλά η Λένα αρνήθηκε και έδωσε το υλικό στην ερμηνεύτρια της, Σαβίνα Γιαννάτου. Ωστόσο, πέραν του τραγουδιού "Χάρτινο το φεγγαράκι" που τραγούδησε τελικά η ίδια, αποφάσισε να ερμηνεύσει ντουέτο με τη Σαβίνα ακόμη δύο κομμάτια, τον "Κυρ - Αντώνη" και το "Φέρτε μου ένα μαντολίνο". Το αποτέλεσμα ούτως ή άλλως ήταν υπέροχο και ο Μάνος το ευχαριστήθηκε απόλυτα!

 

 

 

Τι να ήταν ο τόσο μοναχικός κυρ - Αντώνης;

Ένας λαϊκός αφανής ήρωας;

Ένας άστεγος φιλόσοφος της πλατείας Ομονοίας;

Ένας σύγχρονος Διογένης που ζούσε μέσα σ' ένα πυθάρι στην Πλάκα;

Ή ένα ποιητικό κατασκεύασμα από το χατζιδακικό σύμπαν;

Ποτέ δε θα μάθουμε. Μας εγκαταλείπει άλλωστε σπαρακτικά και αθόρυβα μέσα σε 2.30 λεπτά που διαρκεί η μεγάλη μικρή ιστορία του.