Έλεγα θα' χω ένα διαμέρισμα- κέντρο διερχομένων, όπως το ονειρευόμουν από τα 15 μου. Τίποτα! Κανείς δε με καταδέχεται, μέχρι κι η Λιάνα που φέρνει το ρεύμα, πετάει το χαρτί κάτω απ' την πόρτα και δε χτυπάει καν το κουδούνι.

 

Έλεγα θα' χω το πικ-απ μου, τα βινύλια και τα cd μου και θ' ακούω όλη μέρα μουσική στο τέρμα! Τίποτα! Εκτός από ακροάσεις λόγω επαγγέλματος, παίρνω νευρωτικές τζούρες από δεκάδες στοιβαγμένα cd κι ύστερα τα καταχωνιάζω σε μια βιβλιοθήκη.

 

Έλεγα, τι καλά που θα' χω ταξινομημένα κατά όνομα συγγραφέα τα βιβλία μου και θα ανατρέχω σ' αυτά, όποτε θελήσω, με μεγάλη ευκολία! Τίποτα! Ότι βγαίνει δεν ξαναμπαίνει εκεί που πρέπει, μετατρέποντας μοιραία τον προσωπικό μου χώρο σε κάτι μεταξύ φοιτητικού δωματίου, γιάφκας και σαλόνι ξεπεσμένου καλλιτέχνη που ζει με τα φαντάσματα του παρελθόντος του. Κι ας είναι 39 ετών...

 

Σήμερα, κάθισα λίγο παραπέρα απ' το γραφείο μου, σε μια γωνιά του δωματίου, κοιτάχτηκα σ' έναν καθρέφτη που έχω και μού θύμισα τον μπουζουξή Γιάννη Καραμπεσίνη.

 

 

Τον είχα επισκεφτεί το 2008, τέτοιες μέρες, για ένα γύρισμα στο σπίτι του στην Κυψέλη. Μας είχε υποδεχθεί χαμογελαστός και ευγενέστατος, ντυμένος σα να βγήκε από ελληνική ταινία της Finos του ΄70. Παντελόνι καμπάνα, λευκό πουκάμισο με λαχούρια, μαλλί βαμμένο και με μπριγιαντίνη, σκαρπίνι παπούτσι. Μας πρόσφερε κομμάτια σοκολάτας μέσα σ' ένα γυάλινο μπολ, που φαινόταν ότι την είχε σπάσει άτσαλα με τα χέρια του. Φυστίκια, επίσης και ουίσκι, μέρα μεσημέρι, από ένα κολονάτο μπουκάλι που αμφιβάλλω αν θα υπάρχει πια στο εμπόριο.

 

Πίσω του, στο σύνθετο που έπιανε έναν ολόκληρο τοίχο, είχε ακουμπισμένα τα μπουζούκια του, έναν ψευδο- ενισχυτή, ένα παλιό διπλό κασετόφωνο, ατακτοποίητα βινύλια, ελάχιστα cd και κουτιά με μαγνητοταινίες αλλοτινών καιρών. Μου έκανε εντύπωση το μεγάλο χαλί που βρισκόταν στο κέντρο του σαλονιού, το οποίο σε συνδυασμό με την ταπετσαρία και τα έπιπλα, θα μπορούσε να λειτουργήσει ως το αρτιότερο ντεκόρ ταινίας εποχής. Το χαλί ήταν γεμάτο, μα γεμάτο τελείως όμως, από φλούδια φυστικιών, λες και στην καλύτερη των περιπτώσεων κανείς δεν ήξερε τι σήμαινε τασάκι ή στη χειρότερη δεν είχε το ελάχιστο ψυχικό σθένος να φέρει ένα από την κουζίνα. Άρχισα τότε να βολτάρω μέσα στο σαλόνι, παρατηρώντας τις φωτογραφίες. Παντού φωτογραφίες!

 

Ο Καραμπεσίνης με τον Τσιτσάνη, ο Καραμπεσίνης με τη Νίνου, με τη Δούκισσα, σε κέντρα των Αθηνών και της Αστόρια, ασπρόμαυρες αναδρομές στις δεκαετίες του 1950 και του ΄60, αλλού έγχρωμες με τον Καραμπεσίνη αγκαλιά με τον Βοσκόπουλο και τον Διονυσίου.

 

Επίτηδες, επισκέφτηκα την τουαλέτα του. Μπροστά από τον καθρέφτη, διέκρινα μια τεράστια επιχρυσωμένη οδοντόβουρτσα που πιο πολύ έμοιαζε με χειρουργικό εργαλείο και μερικά χρωματιστά πορτραίτα γυναικών του ΄60 κολλημένα στο καζανάκι.

 

 

Ο άνθρωπος αυτός με συγκίνησε πολύ! Έβλεπα τον Μπαλαχούτη τον δημοσιογράφο να ρουφάει κυριολεκτικά κάθε αναφορά του σε μυθικά ονόματα του λαϊκού τραγουδιού, εμένα όμως μου ανέβαζαν κόμπο στο λαιμό φράσεις του όπως Είμαι καλά, βγαίνω έξω κάθε βράδυ, τη γλεντάω τη ζωή μου ακόμα...Ο σημαντικός αυτός συνθέτης και οργανοπαίχτης, που μια φορά κι έναν καιρό χάλαγε κόσμο με τις πενιές του, προσπαθούσε σήμερα να μας περιγράψει έναν αξιοζήλευτο βίο ανδρός της ηλικίας του. Έδειχνε να τον ενδιαφέρει πιο πολύ αυτό παρά οι απαριθμήσεις των σουξέ του, τύπου Εσένα δεν σου άξιζε αγάπη και Πήραν τα στήθια μου φωτιά. Δεν έμοιαζε αφελής, απ' τους καλλιτέχνες εκείνους που σημείωσαν κάποτε επιτυχία κι όπου σταθούν κι όπου βρεθούν, δοθείσης ευκαιρίας, εξακολουθούν να μιλούν γι' αυτήν.

 

Ο Καραμπεσίνης ήταν σα να ασφυκτιούσε μεσ' στο ίδιο του το διαμέρισμα, σα να φοβόταν ότι οι ασπρόμαυρες φωτογραφίες γύρω του θα ζωντανέψουν κι ότι θα τον επισκεφθούν με άγνωστο σκοπό τα πνεύματα του Τσιτσάνη, της Νίνου, του Διονυσίου και των άλλων νεκρών συναδέλφων του. Σα να ζητούσε βοήθεια από ένα τσούρμο ''κουλτουριαραίους'', ενδιαφερόμενους και περίεργους, εμάς δηλαδή, που μπήκαν στον ονειρικό κόσμο του και διασάλευσαν την έννομη τάξη του ογδονταετούς εγκεφάλου του. Και μόνο γι' αυτό, κατοχυρώθηκε μέσα μου, όχι τόσο ως σπουδαίος λαϊκός καλλιτέχνης- που σίγουρα ήταν- όσο σαν μια ευαίσθητη και ολότελα ερημική ψυχή. Λίγες μέρες αργότερα που εκλήθη να δώσει συνέντευξη για την ίδια σειρά και ο Γιώργος Χρονάς, άκουσα τον ποιητή να χαρακτηρίζει τενεκέδες ξεγάνωτους αυτούς που παρόπλισαν έναν λαϊκό δημιουργό του διαμετρήματος του Γιάννη Καραμπεσίνη.

 

 

Τώρα που μένω μόνος, λοιπόν, συνειδητοποιώ κι εγώ το μέγεθος της μοναχικότητας μου. Σας αφήνω με ένα ντοκουμέντο από τη Χρυσή εποχή του Γιάννη Καραμπεσίνη με τη Δούκισσα, ασπρόμαυρο, σαν από ταινία χαμένη στο χωροχρόνο.

Ο Γιάννης Καραμπεσίνης έφυγε από τη ζωή στις 15 Φεβρουαρίου του 2011 από έμφραγμα ή από μελαγχολία, είπαν οι θεράποντες γιατροί του.

 

Οι photos του post είναι του Δημήτρη Θεοδωρόπουλου.