Από το σπίτι έφυγε ο ξένος τις μικρές ώρες
Κι ο γείτονας, πάνω που άλλαζε όνειρο,
άκουσε τα βήματά του



 





Το σώμα το βρήκαν
στολισμένο με λουλούδια
Περνούσαν τα βράδια τους
φαίνεται με πάθος μεγάλο

 

 




 

συνηθίζαν να μένουν πολλή ώρα μαζί συντροφιά
ο φίλος ήταν ντυμένος στα μαύρα
με ωραίο παράστημα,
είπε ο θυρωρός κι η γυναίκα του έλεγε πάντα
πως ήσαν καλοί άνθρωποι
και τους ενδιέφερε το μαγείρεμα

 

 




κι ίσως αυτό να' ταν αλήθεια
το προηγούμενο βράδι
είχαν κάνει μια σούπα που είχε πετύχει πολύ
ήπιαν και λίγη μπύρα κι όλα πήγαν καλά,
τα φιλιά, η κουβέρτα και στο τέλος το σκάκι

περνούσαν, λέγαν, μια χαρά
η αγάπη τους όμως
ελόγχιζε τα στήθη τους
σαν το πύο που μάχεται να βγει
ο θυρωρός βρήκε το όπλο και το γάντι

 

 




αλλά μόνο η απελπισία μας
μπορεί να βρει το δόγμα

 

 

 

Δημήτρης Καπετανάκης: Μυθολογία του ωραίου 
Μετ. Νάνος Βαλαωρίτης