I never loved Eva Brown

 Weltgeschichte ist Weltgericht

 

Ξέραμε, πώς δεν το ξέραμε, ξέραμε ότι κάποτε θα την κάνει την στραβή ο Οδυσσέας Γεωργίου. Κάθε μανιακός των εμμονών την κάνει κάποτε τη στραβή. Δεν υπάρχει περίπτωση να μην την κάνει. Κάθε πείσμων των προσηλώσεων, κάποτε εκτροχιάζεται. Όσο κι αν επιμένεις στη νηφάλιο μέθη, κάποτε θα σουρώσεις για τα καλά. Και ολέθρια.

 

Ξέραμε ότι ο Οδυσσέας Γεωργίου ενίοτε αγορεύει. Όποιο κι αν είναι το ακροατήριο, η γλώσσα αφηνιάζει. Από την  ποίηση του χαϊκού εκτοξεύεται στην ιστορία του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, ο ρέων λόγος του Οδυσσέα Γεωργίου δεν σκαμπάζει από ευταξία όταν ο οίστρος δεσπόζει.

 

Ξέραμε ότι ο Οδυσσέας Γεωργίου έχει μυαλό κοκτέιλ. Ενίοτε κοκτέιλ μολότοφ. Ξέραμε ότι ήταν ικανός να ανακατέψει τα πάντα με τα πάντα και να προσθέσει στο ανακάτεμα τα πάντα, ανενδοίαστα, ανερυθρίαστα. Ξέραμε ότι ήταν, κατά μίαν έννοια, ένα προμεταμοντέρνο βδέλυγμα, και του το λέγαμε όσο κι αν τον αγαπούσαμε. Ξέραμε ότι το μυαλό του ήταν ένα night-club αλλόκοτων απότομων απρόβλεπτων συνειρμών. Ξέραμε!

 

Ξέραμε ότι το προμεταμοντέρνο βδέλυγμα θα την έκανε την στραβή. Και την έκανε: ο Οδυσσέας Γεωργίου, μεθυσμένος σαν δέκα Νορβηγοί Ναύτες, απόκοτος αλλά απερίσκεπτα μεθυσμένος, πιο μεθυσμένος από κάθε άλλη φορά, τύφλα στο μεθύσι σα να λέμε, μπέρδεψε το άσμα των Boomtown RatsI never loved Eva Brown  με το ποίημα του Νίκου Καρούζου «Η πρώιμη κόλαση της Εύας Μπράουν»! Στην εκπομπή του με τίτλο «Κάντε Πέρα την Εσπέρα», που μεταδιδόταν κάθε Τρίτη βράδυ, εννέα με δέκα, στο Δεύτερο Πρόγραμμα, έπαιξε το άσμα των  Boomtown  Rats, λέγοντας ότι είναι άσμα των Stranglers, και εν συνεχεία, βροντοφωνάζοντας ότι πρόκειται για μετάφραση των στίχων του άσματος από τον Τάσο Φαληρέα, που ως γνωστόν, είπε, είναι ο εκδότης του περιοδικού Ιδεοδρόμιο (ήδη τρία λάθη σε μια φράση!), άρχισε να διαβάζει από το δακτυλόγραφο που του είχε εμπιστευτεί ο Μάνος Γιαννόπουλος, στον οποίο το είχε εμπιστευτεί ο Νίκος Καρούζος για να συμπεριληφθεί στην ποιητική συλλογή Αναμνηστική Λήθη, το ποίημα «Η πρώιμη Κόλαση της Εύας Μπράουν»:

 

Ένα φεγγάρι βρώμικο στα κράσπεδα της νύχτας/ τυράγνια της ουράνιας πορτοκαλιάς των άστρων/ ένα φεγγάρι ψόφιο σαν φεγγάρι/ σαν ένα φάσκελο της άγονης αιωνιότητας./ Ένα φεγγάρι που κοκάλωσε στην άχρονη/ της ακέραστης εκείνης Εύας την ασπρίλα/ σαν κάποιο ζοφερό κατάλοιπο του δεύτερου Ζαρατούστρα / κι ας ανέρχεται στα γαλάζια τρέμουλα της πρασινάδας/ ο Απροσμέτρητος./ Τώρα και χρόνια κόβει μόνη της κι αλλάζει/ με μια θλίψη ανάερη στ’ ακριβότερα βάζα/ τεράστια λουλούδια κι άλλα θρηνώδη λουλούδια εξουσιάζοντας/ μ’ ανακόλουθη τρυφερότητα/ η απόκρυφη Γερμανιδούλα η Εύα/ φιαλίδια λησμονιάς και περίφοβα ξυραφάκια/ δίχως να νιώθει την ακόρεστην ωμότητα/ που κατατρώγει και τον άγιο γύπα/ τ’ αστραφτερά βασανιστήρια της αηδόνας/ την κομψότητα του κενού μες στην αγάπη./ Τώρα και χρόνια καίει σωρούς τα γλυκόλογα με καθαρή βενζίνη/ τυλίγοντας απαλά τον έρωτα στον ξέφρενο θόρυβο/ που κάνουν έξω στα μακρουλά κοκαλιάρικα γεγονότα/ κάτι αιφνίδιες μοτοσυκλέτες και βλέποντας/ τα υπέρτερα πουλιά σαν αντίδοτα/ παντού μες στ’ ολοζώντανο και θυμωμένο δάσος/ ωσάν αχόρταγες καρφίτσες της Ειμαρμένης –/ η Εύα η λευκότατη δεσποινίδα./ Τώρα και χρόνια υποφέρει ματωμένα περιδέραια/ τ’ άκαρπα διαμάντια και τα κίτρινα δώρα του Χιροχίτο/ μονήρης και αξιολύπητη… Μα η φύση ολόγυρα/ δεν το βάζει κάτω – τι παράξενο,/ δε λέει να ρημάξει την ηδυπάθεια/ κι ανάμεσα στ’ άναρθρα σκουλήκια:/ τις αξόδευτες δώθε-κείθε λάμψεις της άλαλης υγρασίας/  – τι αρχαγγελικά συμβάντα τι ποθήματα…/ Κι αυτός ο ουρανός ο νεανίσκος/ αποβλέποντας ολοένα στην απλότητα…/ Όχι περίστροφο! Δεν ταιριάζει στο κατάλευκο δέρμα/ συλλογιέται την Άνοιξη, τα γαλάζια ρίγη, κ’ είναι Άνοιξη,/ δεν ταιριάζει στοχάζετ’ ανάστροφα/ μες στο λιγόωρο νυφικό της η φουκαριάρα,/ διώχνει μακρύτερα τη μαυρίλα το καλόβολο δηλητήριο/ τη σπρώχνει λιγάκι παραπέρα / κι ο κάθε δύστυχος θα πέσει μαλακότερα στην άβυσσο/ θαρρεί πως πέφτει με τα πόδια διπλωμένα.// Μελανιάζει τώρα η πρωία στο χοιροστάσιο.

 

Την έκανε τη στραβή ο Οδυσσέας Γεωργίου. Τι του λες τώρα!

 

 

Συνεχίζεται. Αύριο: Στο απόσπασμα το απόσπασμα