"Προσοχή στη συγκίνηση. Αν είναι γόησσα, δεν παύει να ’ναι και ρουφιάνα."

 

_________

Το πλέον πρόσφατο τηλεοπτικό σποτ της ΝΔ, λίγο πριν κόψει το νήμα του προεκλογικού τερματισμού, με κεντρικό πρόσωπο τον Αντώνη Σαμαρά και  ενδεδυμένο με τον κατάλληλο για την περίσταση εθνικοπατριωτικό μανδύα, ανάμεσα σε άλλα σύμβολα περιέχει και τη μορφή του Οδυσσέα Ελύτη να συνοδεύει τους συγκεκριμένους στίχους από τον «Ήλιο τον Πρώτο»:

 

Κι ας μας φωνάζουν αεροβάτες
Φίλε μου όσοι δεν ένιωσαν ποτέ με τι
Σίδερο με τι πέτρες τι αίμα τι φωτιά
Χτίζουμε ονειρευόμαστε και τραγουδούμε!

 

Συνδράμουν κι αυτοί στο κλιμακούμενο κύμα ανάτασης του σποτ ύστερα από ιστορικά μνημεία, επιφανείς προσωπικότητες, τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, το Βενιζέλο, τη Μαρία Κάλλας, κάτι από Βυζάντιο, κάτι από Μακεδονομάχους και την Αγία Σοφία χωρίς τους μιναρέδες –όταν και τα Computer Graphics ακόμα επιστρατεύονται στον εικονικό μεγαλοϊδεατισμό του γένους.

 

Πολλές οι αντιδράσεις που προκλήθηκαν, μαζί και της Ιουλίτας Ηλιοπούλου, συντρόφου του και διαχειρίστριας των πνευματικών δικαιωμάτων του, η οποία ζήτησε να αποσυρθεί η φωτογραφία του λέγοντας ότι «η ποίηση, το ήθος και η σκέψη του Ελύτη αποτελούν εθνικό κεφάλαιο υψίστης σημασίας και όχι ιδιοκτησία κανενός κόμματος». 

 

Φαίνεται πληρώνουμε ακόμα το γεγονός ότι πριν 19 χρόνια ο Ελύτης έδωσε την υποστήριξή του –και την έμπνευση για την ονομασία– στην τότε ανερχόμενη και φερέλπιδα Πολιτική Άνοιξη του Αντώνη Σαμαρά. Λες και αυτό του έδωσε a priori το χρίσμα να καρπώνεται ισοβίως αυτήν την τιμή, ο Σαμαράς συχνά τον μνημονεύει σε ομιλίες του απαγγέλλοντας στίχους ενώ είχε απευθύνει και χαιρετισμό σε εκδήλωση του Ινστιτούτου Δημοκρατίας για τον Οδυσσέα Ελύτη τον περασμένο Δεκέμβριο.

 

Το πώς οικειοποιείται κανείς στην πολιτική ένα έργο τέχνης ή ένα πολιτιστικό αγαθό είναι μια μεγάλη συζήτηση, που δυσχεραίνει όσο μεγαλώνει και η μυθολογία που κρύβεται από πίσω. Το τι ανήκει και σε ποιον είναι μια διελκυστίνδα που συχνά σέρνουν κληρονόμοι και σφετεριστές –κατά τους πρώτους. Λίγους μήνες πριν η Μυρσίνη Λοΐζου απαγόρευε στο ΠΑΣΟΚ να χρησιμοποιεί στις κομματικές συγκεντρώσεις του ΠΑΣΟΚ το τραγούδι του πατέρα της «Καλημέρα Ήλιε».

 

Ιδίως η ποίηση, έτσι όπως λόγω αποσπασματικότητας και συμπυκνωμένου λόγου ενδείκνυται για ερμηνείες κατά το δοκούν και ασαφείς υποκειμενικότητες, αποτελεί πρόσφορο έδαφος για παντός είδους –και όχι μόνο νοηματικές­­–  καπηλείες.

 

Η μοίρα που επιφυλάσσει η έρμη η αποδοχή στους ποιητές, όταν σπανίως κάνει τη χάρη να τους επισκεφτεί, είναι αδυσώπητη. Ο καθείς μπορεί ηθελημένα ή αθέλητα να ασελγεί ποικιλοτρόπως εις το σώμα της ποίησης. Βέβαια και σε κανέναν δεν ανήκουν αποκλειστικά οι Νομπελίστες μας. Αλλά όταν η ποίηση χρησιμοποιείται για οποιονδήποτε άλλο σκοπό πλην του αρχικού –την επίκληση στο συναίσθημα­– όταν την κινητοποιούμε για οποιαδήποτε άλλη ωφέλεια αυτό δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ασέλγεια;

 

 «Και τι ακριβώς εννοούσε ο Ελύτης όταν έγραφε για τον ελληνικό λαό» αναρωτιέται στη διαφήμιση ο Σαμαράς. Λαό, όμως, και όχι έθνος, όπως διατείνεται απροκάλυπτα η διαφήμιση. Ναι, αλήθεια τι εννοούσε ο Ελύτης; Τι ήθελε να πει ο ποιητής; Το χιλιοδιατυπωμένο κλισέ ερώτημα που στη σκιά του υποφώσκουν ένα σωρό παρανοήσεις. Το σίγουρο είναι ότι ο Ελύτης αναφερόταν μόνο στον ελληνικό λαό. Σε συνέντευξή του το 1958 στον Ρένο Αποστολίδη στην εφημερίδα «Ελευθερία», σε ερώτηση για το τι φταίει για την κακοδαιμονία της ελληνικής ζωής είχε πει: «Από τι πάσχουμε κυρίως; Θα σας το πως αμέσως: από μια μόνιμο, πλήρη και κακοήθη ασυμφωνία μεταξύ του πνεύματος της εκάστοτε ηγεσίας μας και του ήθους που χαρακτηρίζει τον βαθύτερο ψυχικό πολιτισμό του ελληνικού λαού στο σύνολό του!». Το σε πόσες οργιές βάθος έχει φτάσει σήμερα είναι ένα άλλο στοίχημα που ο καιρός θα αναδείξει.

 

Και συνεχίζει: «Από την ημέρα που έγινε η Ελλάδα κράτος, έως σήμερα, οι πολιτικές πράξεις θα έλεγε κανείς ότι σχεδιάζονται και εκτελούνται ερήμην των αντιλήψεων για τη ζωή, και γενικότερα των ιδανικών που είχε διαμορφώσει ο Ελληνισμός μέσα στην υγιή κοινοτική του οργάνωση και στην παράδοση των μεγάλων αγώνων για την ανεξαρτησία του».

 

«Η Ελλάδα θα τα καταφέρει» το κεντρικό σύνθημα της καμπάνιας της ΝΔ. Η Ελλάδα μπορεί και να τα καταφέρει αλλά το εδώ και καιρό νεκρό πολιτικό σύστημα –στο σύνολό του και πέρα από κόμματα­– όπως το ξέραμε, που όζει με την αποφορά του σίγουρα όχι. Λες και τονίζει ο ίδιος ο αρχηγός με την παρουσία του την αντίφαση που διέκρινε ο Ελύτης, ενώ αποσκοπεί, ελέω εκλογικής μάχης, να καρπωθεί τα οφέλη του ονόματός του.

 

Και μου θύμισε κάποιους φιλολόγους του σχολείου που στο πνεύμα του πως διδάσκεται η λογοτεχνία στα καθ’ ημάς μπορούσαν να σε κάνουν να νιώσεις μέχρι και απέχθεια για την ποίηση. Αυτό θυμίζει και στη διαφήμιση ο Σαμαράς. Καθηγητή –βοηθάει και το φυζίκ– που δίνει μάθημα περί πατριωτισμού μπροστά από πίνακα παρουσιάσεων και στο φόντο να παρελαύνουν σωρηδόν τα σύμβολα. Σαν μάθημα πατριδογνωσίας με εθνικοπατριωτικές κορώνες που δεν μπορεί παρά να κλείσει με ένα ποιητικό φοντανάκι που σου προσφέρεται στο τέλος. Η ποίηση πάντα το επιστέγασμα  –με αρνητική χροιά εδώ γιατί έχει και τη θετική του.

 

Μην τρομάξουμε τον κόσμο λοιπόν. Γιατί η Ελλάδα του Ελύτη ουδεμία σχέση έχει με την Ελλάδα της αδιαφάνειας, των μικρόνοων, της στενομυαλιάς, της πατριδοκαπηλείας και της περιχαράκωσης αλλά με την Ελλάδα της υπέρβασης, της διαύγειας, της γνησιότητας, του κοσμοπολιτισμού. Ο Ελύτης μίλησε για πολλά, μίλησε και για μια ζωή που δε θα έχει ανάγκη από υποσημειώσεις, αλλά επίπονος αυτός ο αφορισμός, δε μας βολεύει και πολύ.

 

Ψιλά γράμματα βέβαια αυτά για τους συμβούλους επικοινωνίας των κομμάτων που δεν τους απασχολούν τέτοιες λεπτομέρειες, όταν οι προγραμματικές θέσεις πάνε περίπατο λίγο πριν την τελική στροφή, επιδιώκοντας να προσελκύσουν τα δεξιόστροφα ρεύματα που όλο και ξεφεύγουν προς άλλες κατευθύνσεις. Και έτσι καταλήγουμε σε μια πιο εθνικιστική προσέγγιση, επικεντρώνοντας στα σύμβολα, όπως επιλέγουμε να τα ερμηνεύουμε κατά περίσταση.

 

Το θυμικό του ψηφοφόρου ασφαλώς και στοχεύουν τέτοιες ενέργειες. Αν και οι σύμβουλοι θα έπρεπε να γνωρίζουν ότι ο Ελύτης είχε πει και το εξής:

«Προσοχή στη συγκίνηση. Αν είναι γόησσα, δεν παύει να ’ναι και ρουφιάνα.»