Τα αγαπημένα –και κλασικά φαγητά- των Γάλλων έχουν βούτυρο, τυρί, κρέας και κρέμα. Κι όμως, η παχυσαρκία στη Γαλλία φτάνει το 11% ενώ στην Ελλάδα το 22,5% (στην Αμερική 33%). Το μέλλον της Ελλάδας σχετικά με αυτό το θέμα φαίνεται να είναι ακόμα χειρότερο γιατί η χώρα μας είναι πρώτη πανευρωπαϊκά στην παιδική παχυσαρκία.

 

 

Δεν σηκώνουμε μύγα στο σπαθί μας σε θέματα ελληνικού φαγητού: εμείς έχουμε ελαιόλαδο, δεν βάζουμε βούτυρα και βλακείες, εμείς έχουμε τη μεσογειακή δίαιτα, δεν τρώμε μόνο πατάτες με κρέας, εμείς έχουμε τόσες επιλογές με τα λαχανικά όλο το χρόνο, εμείς έχουμε και τα όσπρια, και τις σαλάτες, και τις πίτες. Οι Άγγλοι δεν ξέρουν να τρώνε, οι Γερμανοί δεν έχουν κουζίνα και γενικά αν δεν ήμασταν εμείς για διάφορους λόγους θα έτρωγαν ακόμα βελανίδια.

 

Όμως οι θάνατοι από παθήσεις σχετικές με διατροφή αποδεικνύουν ότι αν όντως ακολουθούσαν κάποτε οι Έλληνες τη «μεσογειακή δίαιτα», που τότε θα λεγόταν «η δίαιτα της φτωχολογιάς» την έχουν αντικαταστήσει με γρήγορο φαγητό μπροστά από την τηλεόραση ή/και με υπερβολικές ποσότητες  σε κοινωνικές περιστάσεις. Καταλαβαίνουμε το πρόβλημα, έχουμε κάνει προσπάθειες στα γυμναστήρια και είναι πολύ λίγοι πλέον αυτοί που δηλώνουν ότι δεν έχουν κάνει ποτέ δίαιτα.

 

 

Την ίδια στιγμή, οι Γάλλοι διατηρούν χαμηλό ποσοστό παχυσαρκίας ή υπέρβαρων ανθρώπων και ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά θανάτων από καρδιοαγγειακές παθήσεις σχετιζόμενες με τη διατροφή. Ταυτόχρονα οι Παριζιάνοι καταναλώνουν αλκοόλ και δεν φαίνεται να αγαπούν το γυμναστήριο. Μυστήριο;

 

Το «γαλλικό παράδοξο» είναι εμμονή των Αμερικανών και τελευταία και των Άγγλων. Το ερώτημα είναι «πως είναι αδύνατοι, ενώ τρώνε;» Η απάντηση δεν μπορεί παρά να είναι μία «δεν τρώνε πολύ».

 

 

Μου φαίνεται σταθερά περίεργο το γεγονός ότι ενώ η εξίσωση είναι παιδαριωδώς απλή «παχαίνω ή αδυνατίζω αναλογικά με το πόσο τρώω» ο κόσμος παλεύει να βρει μυστήριες εξηγήσεις με μεταβολισμούς και ώρες κατανάλωσης φαγητού. Ένα ημερολόγιο φαγητού (το οποίο ενημερώνεται με ακρίβεια, χωρίς κλεψιές) θα έδειχνε σε όποιον λέει «μα δεν τρώω πολύ φταίει ο μεταβολισμός μου» ότι το πολύ και το λίγο είναι κάτι που το μαθαίνεις στον εαυτό σου και μάλλον εκεί είναι το πρόβλημα. Η Μireille Guiliano ανέλυσε το θέμα κι έγινε εκατομμυριούχος, γράφοντας το βιβλίο French Women Don't Get Fat: The Secret of Eating for Pleasure το οποίο έγινε best seller, μεταφράστηκε σε 37 γλώσσες κι έφτασε το νούμερο 1 στη λίστα των New York Times. Από τότε έχει βγάλει κι άλλα βιβλία με παραλλαγές του θέματος και έχει αποκτήσει μιμήτριες με παρόμοιους τίτλους όπως την Anne Barone η οποία εμφανίζεται στο site της με χαριτωμένο (όχι και τόσο) μπερέ και τον τίτλο “Chic and Slim”. H Anne απέφυγε τη λέξη “fat”.

 


Δεν χρειάζεται να διαβάσετε όλα τα βιβλία ή όλα τα λινκ που αναλύουν το θέμα. Το Food Daily το έκανε για σας (περίπου) και σας παρουσιάζει το μέγα μυστικό: γιατί δεν παχαίνουν οι Γάλλοι, σύμφωνα με τους Αμερικανούς:


Απολαύστε το φαγητό σας. Το φαγητό είναι ευχαρίστηση. Οι Γάλλοι σκέφτονται το φαγητό ως απόλαυση και λιγότερο ως μέσο για να παραμείνουν υγιείς. Έτσι τρώνε και πιο αργά.


Μικρές ποσότητες. Ό,τι και να νομίζουμε, τρώνε μικρότερες ποσότητες. Ας πούμε, το στάνταρ μέγεθος ενός γιαουρτιού είναι 125γρ (στην Ελλάδα είναι 200γρ, στην Αμερική 225γρ). Ας μην το αναλύσουμε άλλο αυτό το θέμα.


Όσοι καταναλώνουν υπεύθυνες ποσότητες αλκοόλ ζουν περισσότερο από όσους απέχουν εντελώς ή πίνουν πολύ. Αυτή η δήλωση προφανώς σηκώνει πολύ κουβέντα (άντε να συμφωνήσουμε στο τι είναι «υπεύθυνη ποσότητα» και τι «υπερβολική»), όμως μην κατηγορείτε εμένα, αλλά τους ερμηνευτές των γαλλικών συνηθειών.


Ποιότητα, όχι ποσότητα. Αυτό συνδέεται και με την απόλαυση αλλά και με τις θερμίδες. Οι Γάλλοι συνηθίζουν να ψωνίζουν από λαϊκές, από χασάπηδες, από μαγαζιά που πουλάνε μόνο τυριά, ξοδεύοντας περισσότερα λεφτά από αν πήγαιναν στο σούπερ μάρκετ αλλά επενδύοντας σε καλύτερη ποιότητα και μοιραία, αγοράζοντας λιγότερα.


Παράδοση στο μαγείρεμα στο σπίτι. Εξακολουθεί να είναι το αγαπημένο μέρος για φαγητό.


Όχι σνακ. Καθόλου σνακ.


Όχι αναψυκτικά, μόνο νερό.


Αυτοπειθαρχία. Η «απόλαυση» και η «κατάχρηση» δε χρειάζεται να ταυτίζονται.