Toυς πετυχαίνω ένα απόγευμα στα στενά της παλιάς πόλης να κολλάνε την αφίσα τους σε ένα καφενείο ενώ μια κάμερα να τους ακολουθεί. Τί γίνεται ρε παιδιά, τους πειράζω, γίνατε διάσημοι και γω δεν τόχω πάρει χαμπάρι; Λύνονται στο γέλιο και μετά μου εξηγάνε πως πρόκειται για ένα ντοκιμαντέρ, το οποίο αφορά στην παραδοσιακή μουσική. Αυτό ωστόσο δεν είναι το πρώτο αφιέρωμα που γίνεται για πάρτι τους. Το όνομα τους εδώ και κάτι μήνες συζητιέται στα γνωστά μουσικά περιοδικά του εξωτερικού, ενώ κριτικές για το δίσκο τους έχουν γραφτεί μέχρι και στην εφημερίδα Guardian. Μήπως είναι καιρός να πιούμε ένα καφεδάκι πριβέ, τους λέω και κλείνουμε επί τόπου ραντεβού για την επομένη το πρωί.

 

Πρώτος καταφθάνει ο Αντώνης και είναι μάλιστα τσαντισμένος γιατί μόλις έχει φάει πρόστιμο. Ο Δημήτρης προσγειώνεται λίγα λεπτά μετά και μας πετυχαίνει να βρίζουμε τα όργανα του κράτους. Πού είναι ο τρίτος, τους ρωτάω αφού ξεθυμάνουμε με το βρισίδι. Με ενημερώνουν πως δεν μπόρεσε να πάρει άδεια από την δουλειά του. «Ο Άγγελος είναι βλέπεις ο μόνος που δουλεύει ώρες γραφείου» λέει ο Αντώνης και χαμογελάει. Το Αντώνη τον ξέρω χρόνια, είναι από τους πιο αξιόλογους μουσικούς της Κύπρου, ένα πολύπλευρο ταλέντο που πότε γραφεί μουσική, πότε κάνει ηχητικά instalation και πότε παριστάνει τον dj μεταμφιεσμένος σε διάφορους ρόλους. Με το Δημήτρη γνωριστήκαμε πρόσφατα σε ένα από τα φεστιβάλ που έγιναν το καλοκαίρι στα χωριά της Κύπρου. Κι'αυτός μουσικός της νέας γενιάς, από κείνη την παρτίδα των ταλαντούχων παιδιών που προσπαθούν να δημιουργήσουν μια άλλη μουσική κοινότητα στην αντιπέρα όχθη από τις υποτιθέμενες mainstream εκδοχές. Ωραίοι τύποι, χύμα στο κύμα, τρελλαμένοι με την μουσική, δηλαδή γουστάρουνε, έχουνε μεράκι και κυρίως τσαγανό να μην κωλώνουνε μπροστά σε τίποτα. Από κείνα τα παιδιά που πιστεύουν πως άμα θες θα βρεις τον τρόπο. Και προφανώς αυτοί ήθελαν γι'αυτό και βρήκαν τον τρόπο.

 

 

Για να είμαι ειλικρινής δεν μου πέρασε ποτέ από το μυαλό ότι τα τραγούδια που άκουγε η γιαγιά μου και μεράκλωνε (όσο μπορούσε να μερακλώσει μια γιαγιά) θα τα γόραζα τώρα εγώ σε δίσκο και θα τον άκουγα με την παρέα μου. Και όμως. Οι τρείς αυτοί τύποι κατάφεραν να επαναφέρουν την κυπριακή παραδοσιακή μουσική στο προσκήνιο και να της δώσουν ένα σύγχρονο ύφος, όχι με την έννοια της στερεότυπης διασκευής αλλά εκείνης του πειραματισμού. Και όταν αυτός ο πειραματισμός έρχεται από μουσικούς που όχι μόνο ξέρουν τί τους γίνεται αλλά δεν σηκώνουν αστεία σε ότι αφορά την μουσική τότε ναί, ακόμα και η γέριμη η βράκα μπορεί και κάνει...Grippy Grappa.

 

 

Μοnsieur Doumani. Έτσι βαφτίσανε το γκρούπ τους και ο λόγος πολύ απλός: «Είμαστε τύποι που κάνουμε ένα δωμάτιο ντουμάνι στο καπνό», μου εξηγούνε και κάπως έτσι ξεμπερδεύουμε μ'αυτή την ερώτηση. Η ιδέα πως προέκυψε, είναι η επόμενη μου απορία. Κανείς τους δεν είχε ασχοληθεί προηγουμένως με την κυπριακή μουσική πέρα από τα βιώματα που κουβαλούσαν από την παιδική τους ηλικία (ακούσματα στο κρατικό ραδιόφωνο, στα πανηγύρια, στους συγγενικούς γάμους κτλ). Ο Αντώνης θυμάται ακόμα εκείνη την κασσέτα που είχε η μάνα του με τα κυπριακά τραγούδια και την οποία την άκουγε να παίζει συνέχεια στον σπίτι. Η σχέση τους λοιπόν με την κυπριακή μουσική ήταν καταχωρημένη πιο πολύ στο ασυνείδητο κομμάτι του μυαλού τους και καθόλου στις μετέπειτα μουσικές τους αναζητήσεις. Ο Δημήτρης μου διευκρινίζει πως είχε και μια στάση λίγο σνομπίστικη απέναντι στο είδος με την έννοια πως ήτανε ικανός να ακούει μέχρι και παραδοσιακή μουσική από την Αφρική ή από κάποιο άλλο εντελώς ξεχασμένο μέρος του κόσμου, αλλά όχι κυπριακά. Είχανεωστόσο ασχοληθεί ξανά με παραδοσιακές μουσικές, ο Αντώνης με το Ρεμπέτικο και το Σμυρνέικο, ο Δημήτρης με πιο έθνικ ακούσματα. Λοιπόν; επιμένω. Πώς μας προέκυψε ο κύριος Ντουμανί;

 

Η ιδέα ήτανε του Αντώνη. Του προκύπτουν κατά καιρούς «τρελλές» ιδέες, ομολογεί. Ήθελε να «παίξει» με την κυπριακή μουσική και να δοκιμάσει κατά πόσο θα μπορούσε να την φέρει στα δικά του μουσικά μέτρα, κατά πόσο δηλαδή θα μπορούσε να εκφραστεί μέσα από αυτή. Σκοπός του πειράματος- στο οποίο δέχτηκαν αμέσως να συμμετέχουν και οι υπόλοιποι δύο- ήταν να δημιουργήσουν μια σημερινή κυπριακή μουσική, η οποία να έχει σαν βάση της την παράδοση αλλά να πατάει σε έναπιο σύγχρονο ύφος. «Θέλαμε να μιλήσουμε μέσα από αυτή και για την σημερινή πραγματικότητα» μου λέει ο Αντώνης και υποθέτω πως αναφέρεται στα δύο κομμάτια που δεν αποτελούν διασκευή αλλά δική του σύνθεση και στα οποία καυτηριάζει πολλά στραβά της καθημερινότητας μας.

 

Όταν άρχισαν να ψάχνουν και να ψάχνονται μέσα στην κυπριακή παραδοσιακή μουσική διαπίστωσαν πως δεν υπήρχαν πολλές πληροροφίες κατεγραμμένες. «Μην βιαστείς να συμπεράνεις πως κάναμε μια βαθειά έρευνα» μου λέει ο Δημήτρης ο οποίος ενοχλείται να τους αναγάγουν ξαφνικά σε ερευνητές της παράδοσης μας. Απλά μέσα από τις πληροφορίες που μάζεψαν συνειδητοποίησαν πως οι πρώτες ηχογραφήσεις της κυπριακής μουσικής τοποθετούνται γύρω στο 60 και ό,τι προηγήθηκε υπάρχει μόνο στην μνήμη όσων έζησαν για να θυμούνται. Τους ιντρίκαρε περισσότερο την περιέργεια αυτή η διαπίστωση. Μαζεύτηκαν λοιπόν ένα Σαββατοκυριάκο σε ένα μικρό στούντιο και μέσα από πρόβες, αυθορμητισμό και μπόλικο κέφι ηχογράφησαν δύο κομμάτια τα οποία ήταν και η πρώτη απόδειξη πως μεταξύ τους υπάρχει μια ωραία χημεία και μια μουσική συννενόηση, απαραίτητες προυποθέσεις για να συνεχίσουν το ενδιαφέρον αυτό πείραμα τους.

Πρώτη τους εμφάνιση στο φεστιβάλ που έγινε πέρσι στο χωριό Αρμίνου. Παίξανε μια ώρα διασκευασμένα κυπριακά κομμάτια. Και ύστερα ακολούθησε το φεστιβάλ μουσικών του δρόμου Φεράρα, στην Ιταλία, το οποίο γιόρταζε τα 25 χρονά του και προσκαλούσε ένα γκρούπ από κάθε Ευρωπαική Χώρα. Έκαναν αίτηση, έστειλαν ένα ντέμο με οκτώ κομμάτια που είχανε ηχογραφήσει και βρέθηκαν σε μια πόλη γεμάτη από street artists, μπάντες από όλον τον κόσμο και μπόλικη (αλλά μπόλικη) γκράππα. Εκεί έδεσε η μπάντα. Παίζανε 2 τρίωρα κάθε μέρα σε διάφορα σημεία που τους υποδύκνυαν οι διοργανωτές, όλα μέσα στο μεσαιωνικό κέντρο της πόλης. Έγινε χαμός. Ο κόσμος είχε τρελλαθεί με την μουσική τους. «Αποκτήσαμε τους πρώτους παγκόσμιους μας φάν» μου λένε και παρότι αστειεύονται αυτή είναι ωστόσο η πραγματικότητα. Πώς ήτανε εκείνη η εμπειρία, τους ρωτώ. ¨Ενα ατέλειωτο χάνγκ όβερ μου λένε και γελάνε. Το εννοούν. «Είχαμε ανακαλύψει την γκράππα» μου λένεκαι «κάθε μέρα πριν το live πηγαίναμε στο πλησιέστερο σουπερμάρκετ και γοράζαμε δέκα-δέκα τις μπουκάλες». Μέχρι να τελειώσει το live όλοι ήτανε σε ρυθμούς Grippy Grappa και μ'αυτή την διάθεση καταλήγαν σε ένα από τα πάρκα της πόλης όπου συνεχιζόταν το πάρτι μέχρι τα ξημερώματα. Eκτός από το χάνγκ όβερ και την φοβερή εμπειρία που έζησαν εκεί επέστρεψαν πίσω και με την θέση του τρίτου στην σειρά γκρούπ που αγάπησαν οι επισκέπτες και ψηφοφόροι στο λίνκ του φεστιβάλ Φεράρα.

 

 

Η εμπειρία της Φεράρα τους φέρνει ενώπιον της απόφασης να ηχογραφήσουν πιο σοβαρά και πιο μελετημένα πια, τον πρώτο τους δίσκο.. Ο Αντώνης γράφει δύο νέα τραγούδια και μαζί με τα υπόλοιπα που είχανε ήδη διασκευάσει μπαίνουν στο στούνιο τον περασμένο Οκτώβρη. Διευκρίνιση: Όταν λέμε στούντιο μην φανταστείτε κάποια μεγάλη εταιρεία παραγωγής, ούτε ένα μεγάλο στούντιο ηχογραφήσεων. Όλα έγιναν εκτός... συστήματος. Σε ένα δωμάτιο με ένα μικρόφωνο και με μηδαμινό budget. Περνάνε αρκετοί μήνες μέχρι να ολοκληρώσουν το δίσκο κι'αυτό γιατί είναι αποφασισμένοι να βγάλουν κάτι το οποίο να έχει μεν την αυθόρμητη και κεφάτη τους ενέργεια αλλά και την προσοχή του επαγγελματία μουσικού που ξέρει να ψιρίζει την δουλειά του και να έχει την έγνοια του στην λεπτομέρεια. Το «Grippy Grappa" κυκλοφορεί τον περασμένο Μάιο και ταξιδεύει σε όλα τα γνωστά μουσικά περιοδικά και sites του εξωτερικού. Ο τίτλος είναι βέβαια προς τιμήν της...γκράππας που κατανάλωσαν σε κείνο το ταξίδι σε συνδυασμό με το γνωστό παραδοσιακό στίχο «η γέριμη η βράκα που κάνει τρίκκι τράκα»...

 

 

Η πρώτη παρουσιάση του δίσκου γίνεται στο γνωστό καφενείο της παλιάς Λευκωσίας «Καλά Καθούμενα» όπου και έγινε τρελό γλέντι. Και από κει και πέρα όλα κυλούσαν ευνοικά για τον...κύριο Ντουμανί. Πολύ καλές κριτικές στο περιοδικό Songlines και σε άλλα γνωστά ξένα μουσικά περιοδικά, εκπομπή στο BBC και νούμερο 12 στα charts του World Music Network. «Τις προάλλες ένας παραγωγός σε ραδιοφωνικό σταθμό της Βόρειας Ιρλανδίας μου έστειλε email για να παρουσιάσει το δίσκο» με πληροφορεί ο Αντώνης και ο Δημήτρης συμπληρώνει πως μέχρι και ένας σταθμός στην Μελβούρνη της Αυστραλίας έχει ενδιαφερθεί. Τον περασμένο Αύγουστο συμμετέχουν με το Grippy Grappa στο φεστιβάλ Folk music, Fredane in Borgo¨όπου εξακολουθούν να τυγχαίνουν μιας φοβερής ανταπόκρισης από τον κόσμο. Τους εκπλήττει η απήχηση που έχει ο δίσκος, διερωτώμαι. Εκείνο που βρίσκουν εντυπωσιακό είναι πως τελικά μια ανεξάρτητη παραγωγή που έγινε σε ένα μικρό δωμάτιο με ένα μικρόφωνο από κάποιους «τρελλαμένους» μουσικούς με μηδαμινά μέσα, μπορεί να έχει τις ίδιες ελπιδορόρες προοπτικές όπως και κάποια παραγωγή που έγινε σε μεγάλα στούντιο. Αυτό για τους ίδιους είναι κάτι περισσότερο από παρήγορο. Είναι μια απόδειξη πως δεν χρειάζεται να ακολουθήσεις το συγκεκριμένο σύστημα για να προχωρήσεις. «Αντιθέτως κάτι τέτοιο ίσως σου περιορίσει τον αυθορμητισμό», λένε «και εκείνην την πηγαία ενέργεια η οποία καταγράφεται στο δίσκο και είναι αυτή που τον κάνει να βγάζει την ειλικρίνεια που αγγίζει τον κόσμο».

 

Και ποιό είναι το επόμενο πλάνο, τους ρωτώ. Προγραμματίζουνε παρουσιάση του δίσκου στην Θεσσαλονίκη και μετά θα πάνε σε ένα φεστιβάλ στα Σκόπια. Και μετά και μετά; Υπάρχουν σκέψεις για ένα δεύτερο δίσκο και για μια περιοδεία στην Ευρώπη, λένε. Μέχρι τότε εκείνο που τους ενδιαφέρει είναι να έχουν το ίδιο κέφι και την ίδια χημεία ώστε να συνεχίσουν τους πειραματισμούς τους και να ανακαλύπτουν κάθε φορά τί καινούργιο είναι ικανή να κάνει αυτή η γέριμη η βράκα που προς το παρών κάνει μόνο...Grippy Grappa.

 

Info: Οι Monsieur Doumani ( Αντώνης Αντωνίου, ο Δημήτρης Γιασεμίδης και ο Άγγελος Ιωνάς) θα εμφανιστούν στις 13 Οκτωμβρίου στην Γαία στην Θεσσαλονίκη. Περισσότερες πληροφορίες www.monsieurdoumani.com, https://www.facebook.com/events/442222782565819/