σε μαύρες μέρες και σκληρές
πλένω σε και βαφτίζω σε~

 

 


 

 'Όταν αγαπούσα κάποιον πολύ τον έλεγα μάνα.  Αγάπη κανονική εννοώ,σεβντά-όχι πνευματικά και τέτοια. ΄Όταν ήθελα να τα φτιάξουμε και να του δέσω το δεξί πόδι με σκοινάκι φακαντόρο, μη και μου φύγει και πάει αλλού. ΄Έναν Δημήτρη στο Δημοτικό μαμά τον έλεγα και δεν καταλάβαινε αλλά δεν του εξηγούσα,έναν άλλον συνoνόματο που'χε τελειώσει το Δημοτικό χρόνια πριν πάλι μανούλα τον έλεγα. Και τον τραγουδιστή Πασχάλη που αγαπούσα ανάμεσα Τρίτη και Τετάρτη (όχι μέρα,τάξη) σαν μάμμυ τον έγραφα στα μυστικά ημερολόγια με το κλειδάκι που ποτέ δεν έκλεινε - Γ+Μ= λαβφορέβερ και πολλές καρδούλες.


Κι όλο πλήθαιναν οι μανούλες στο δρόμο. ΄Έναν λέκτορα με παχύ μουστάκι μάνα τον φώναζα,έναν ποιητόβιο αρχές του ενενήντα, έναν που έμοιαζε του αγίου Σεβαστιανού (με τα βέλη όλα εργολαβία ) που ήθελα σώνει και καλά να τον ρίξω στην κολυμπήθρα τις προάλλες -μαμάδες μαμαδένιες όλοι τους.

 

 

  

΄Άλλο όνομα, άλλη προσφώνηση ποτέ δε μου βγήκε. Όλοι αμνιακό και κολύμπι μου'ταζαν χωρίς να μου τάζουν. ΄Ολοι με βουτιές στον αιώνα τον αιώνων με σκλάβωναν.

 

΄Ολοι μανούλες ήτανε και κάθε δεύτερη Κυριακή του Μάη τους γιορτάζω.