Η Lady Bookdust είναι η πράκτορας του Book Room στην ελληνική εκδοτική πραγματικότητα. Της ζήτησα ν’ απαντήσει στο ερώτημα που φαντάζομαι υπάρχει στο μυαλό πολλών. Γίνεται να ζήσεις από το γράψιμο στην Ελλάδα; Πριν απαντήσει ήμουν σίγουρη πως όχι. Τελικά όμως…


“Ρε συ, πόσα καθάρισε η κα Ροζαλία Μελό από τα μυθιστορήματά της φέτος ;”  - “Πόσααα;!”

“Βρε, τόσα έχουν δει τα μάτια σου, δεν κάθεσαι να γράψεις κι εσύ τίποτα μπας και σου κάτσει και βγάλεις κάνα φράγκο;”

Τέτοια ακούω χρόνια τώρα, και εδώ που τα λέμε την εποχή που ζούμε είναι ίσως και η πιο επίκαιρη η απορία: “Βγάζει κανείς λεφτά στην Ελλάδα, γράφοντας βιβλία;”

Η απάντηση εξαρτάται από πολλά.  Θα προσπαθήσω να σας διαφωτίσω όσο μπορώ. Ας το συμπτύξουμε στο ποιος γράφει, τι γράφει και σε ποιον το εκδίδει. Το γιατί γράφει είναι ένα μεγάλο ζήτημα. Ας το αφήσουμε προς το παρόν κι ας περιοριστούμε στα τυχόν οικονομικά οφέλη.

Ας ξεκινήσουμε από το τελευταίο, τον εκδοτικό οίκο. Επιβάλλεται να είναι αξιόπιστος, να κλείνει νόμιμα συμβόλαια και βέβαια να τηρεί τις οικονομικές του υποχρεώσεις. Τα συμβόλαια (συμβάσεις αποκλειστικής εκμετάλλευσης περιουσιακού δικαιώματος έργου) πρέπει να αναφέρουν μεταξύ άλλων, το χρονικό διάστημα για το οποίο ο εκδότης εκμεταλλεύεται τα πνευματικά δικαιώματα του έργου, τυχόν προκαταβολές, και οπωσδήποτε τα ποσοστά (12% ή και 15%) επί των πωληθέντων αντιτύπων (αυτό σημαίνει ότι εξαιρούνται όσα έχουν διατεθεί δωρεάν για προωθητικούς λόγους).  Αυτό βέβαια δεν είναι στάνταρ. Μαθαίνω για περιπτώσεις -ειδικά πρωτοεμφανιζόμενων συγγραφέων ή ποιητών- που τους ζητείται να καταβάλλουν χρήματα οι ίδιοι για την πρώτη έκδοση του βιβλίου τους ή αλλιώς να ...την αγοράσουν. Επίσης συχνά συμφωνείται να μην υπολογίζεται στα ποσοστά κάποιος αριθμός πωληθέντων αντιτύπων. Χρειάζεται προσοχή και σκέψη, γιατί από τους όρους του συμβολαίου καθορίζονται και τα κέρδη σου, σε περίπτωση που το έργο σου έχει εμπορική επιτυχία.

Και συνεχίζουμε με τον συγγραφέα. Έχει μεγάλη σημασία ποιος είναι αυτός που γράφει. Μήπως είναι ήδη επιτυχημένος συγγραφέας; Μπίνγκο! Ξέρουμε περιπτώσεις γνωστών συγγραφέων που αλλάζουν δυο και τρεις εκδότες προφανώς εξαιτίας καλύτερων όρων, μεγαλύτερων προκαταβολών, επανεκδόσεων παλαιότερων τίτλων τους κτλ. Άρα ναι, βγάζει κανείς χρήματα γράφοντας. Κι όσο συνεχίζει να γράφει, τόσο το καλύτερο. Χμμ, μήπως αυτός που γράφει είναι πολιτικός/έχει πρόσβαση στα μίντια με κάποιο τρόπο/εμπλέκεται σε πρόσφατο σκάνδαλο; Κι εδώ πάμε καλά. Γιατί οτιδήποτε μπορεί να εξασφαλίσει δημοσιότητα (που μεταφράζεται σε χρήμα) μειώνει το ρίσκο εμπορικής αποτυχίας, οπότε και τα συμβόλαια υπογράφονται με ευνοϊκότερους όρους για τους συγγραφείς. Μπαίνετε ήδη το νόημα ε; Και τι γίνεται αν δεν είσαι τίποτα από αυτά; Ρίξτε μια ματιά στις λίστες ευπώλητων στην ενότητα “Ελληνική Λογοτεχνία” και θα καταλάβετε περί τίνος αλαλούμ πρόκειται.

Μοιραία καταλήγουμε στο δια ταύτα, στο περιεχόμενο, στο τι γράφεις. Ο Αντρέ Σιφρίν τα λέει πιο αναλυτικά από μένα. Μένω στο σημείο που υποστηρίζει ότι από την ώρα που κάποιοι εκδοτικοί οίκοι εξαγοράστηκαν από μεγάλους ομίλους, εγκατέλειψαν τον παραδοσιακό τους ρόλο. Αντί λοιπόν να αναδεικνύουν συγγραφικά ταλέντα, πρέπει να αναδεικνύουν νούμερα (και καμιά φορά ... “νούμερα”). Αντί να κάνουν την τρέλα τους εκδίδοντας αυτό που τους αρέσει, κατέληξαν κυνηγοί μπεστ σέλερ. Και για να έχεις πολλές πωλήσεις, πρέπει να το κάνεις με ένα, ας το πω κομψά, “βιβλίο για τον πολύ κόσμο”. Το βιβλίο προς κατανάλωση. Κάτι σαν το περιοδικό ίσως; Αυτό γίνεται σε παγκόσμιο επίπεδο. Η Ελλάδα αν και σαφώς μικρότερη αγορά, ακολουθεί απ’ ότι φαίνεται το μοτίβο. Οι νόμοι της αγοράς επιβάλλουν να έχεις χρήμα προκειμένου να επιβιώσεις. Κι αυτό θα στο φέρει κάποιο μεγάλο όνομα, κάποιο εμπορικό βιβλίο. Συχνά όμως, εμφανίζονται και οι εξαιρέσεις, τα “διαμαντάκια” που κάνουν τη διαφορά. Ευτυχώς υπάρχουν ακόμα εκδοτικοί οίκοι που κάνουν το κέφι τους, εκδίδουν την τρέλα τους και δεν κάνουν εκπτώσεις στα όνειρά και τα γούστα τους. Με την κατάσταση της αγοράς όμως, πολύ φοβάμαι ότι μοιραία είτε θα κλείσουν, είτε θα εξαγοραστούν.

Και τώρα αυτό που νομίζω ότι θα σας αρέσει πιο πολύ απ’ όλα. Θα μιλήσουν οι αριθμοί. Ιδού μερικά τυχαία μεν, πραγματικά δε, ανώνυμα παραδείγματα:

Ας υποθέσουμε ότι είστε πρωτοεμφανιζόμενος, το βιβλίο σας στοιχίζει περίπου 16 ευρώ και τα ποσοστά σας είναι 12% επί των πωληθέντων αντιτύπων. Αν πουληθούν περίπου 3500 αντίτυπα, θα κερδίσετε κάτι λιγότερο από 6.500 ευρώ. Για πωλήσεις που καταφέρνουν να ξεπεράσουν την πρώτη έκδοση, δεν είναι κι άσχημα. Να σημειωθεί βέβαια ότι πλέον λόγω κρίσης το τιράζ της πρώτης έκδοσης έχει πέσει στα 2000 αντίτυπα περίπου.

Αν τώρα είστε λιγάκι γνωστούλης αλλά όχι και εντελώς. Ας πούμε ότι έχετε βγάλει ένα ακόμα συμπαθητικό βιβλιαράκι και τέλος πάντων κάπως το “έχετε” και καταφέρετε τον διπλάσιο αριθμό πωληθέντων, με το ίδιο ποσοστό, και λιγάκι πιο ανεβασμένη την τιμή του βιβλίου, π.χ. στα 19 ευρώ. Ε, τότε κρατηθείτε! Γιατί αμέσως αμέσως τα κέρδη σας γίνονται περίπου 15.500 ευρώ.

Και τώρα η βόμβα. Ας πούμε ότι είστε αγαπητός στο κοινό αλλά δεν είστε από τις φίρμες που είναι γνωστές από βραβεύσεις ή κριτικές. Έχετε βγάλει όμως άλλα 2-3 βιβλιαράκια που έχουν πουλήσει ανέλπιστα καλά, είστε “διαβαστερός”, έχετε καταφέρει να ανεβάσετε λόγω πρότερου επιτυχημένου βίου το ποσοστό σας στο 15% και το βιβλίο σας, που στοιχίζει 20 ευρώ, πουλήσει 11.000 αντίτυπα. Το κοντέρ ανεβαίνει στις 31.200 ευρώ! Καθόλου, μα καθόλου άσχημα ε;

Χα! Σαν να ακούω τα γρανάζια του μυαλού σας να δουλεύουν, ψάχνοντας την έμπνευση για το επόμενο ελληνικό μπεστ σέλερ...

 

Lady Bookdust