Όπως κάθε Παρασκευή, ακολουθεί η κριτική της εβδομάδας, από την Άννα Κουτσιλοπούλου:

 

The Lake της Banana Yoshimoto

 

Τα μυθιστορήματα της Yoshimoto είναι σχεδόν πάντα μελαγχολικά, ειλικρινή και αφτιασίδωτα. Στέκονται διακριτικά στην αντίπερα όχθη της φανφαρόνικης λογοτεχνίας, χαρακτηριστικά δείγματα της γιαπωνέζικης φιλοσοφίας και τρόπου ζωής.

 

Το “The Lake” αφηγείται η παρά κάτι 30άρα Chichiro, μια ρομαντική καλλιτέχνις τοιχογραφιών, που πρόσφατα βίωσε το θάνατο της μητέρας της, με αποτέλεσμα να παραπαίει ανάμεσα σε μια ανομολόγητη αίσθηση ελευθερίας και μια απύθμενη ανάγκη να ξαναγίνει παιδί. Η Chichiro γνωρίζει τον Nakajima, το αγόρι που μένει στο απέναντι διαμέρισμα και με το οποίο, για πολλούς μήνες, απλά κοιτάζονται κάθε φορά που τα βλέμματά τους συναντιούνται. Ο Nakajima ασχολείται με τη νανοτεχνολογία, είναι κλειστός, ρεαλιστής και φοβισμένος, από κάτι που η Chichiro προσπαθεί απεγνωσμένα να μαντέψει.

 

Η ιστορία ακολουθεί τη σχεδόν καθημερινή εξέλιξη της σχέσης των δύο παιδιών, καταγράφοντας, με έναν ήρεμο αλλά ηχηρό τρόπο,  κάθε σκέψη, κάθε εικασία και κάθε προβληματισμό, δύο ανθρώπων που προσπαθούν να έρθουν κοντά, διασχίζοντας όσο πιο αναίμακτα γίνεται τον ωκεανό της διαφορετικότητας που τους χωρίζει.

 

Καλά κρυμμένα μυστικά έρχονται σιγά σιγά στην επιφάνεια, αλλά οι προθέσεις δεν αλλάζουν: η αγάπη και ο έρωτας προσφέρουν καταφύγιο ακόμη και στις μεγαλύτερες πληγές. Η Chichiro και ο Nakajima δυσκολεύονται να βάλουν στην άκρη τα απροσπέλαστα κομμάτια που διαμορφώνουν τον χαρακτήρα τους, αλλά, έτσι δεν κάνουμε άλλωστε όλοι;

 

Η συγγραφέας αγγίζει – για μία ακόμη φορά – τρυφερά το θέμα της σύγχρονης μοναξιάς, του κατακερματισμένου ατόμου που προσπαθεί να επιβιώσει χωρίς να τρελαθεί, όχι παραβλέποντας το σκοτάδι που κρύβει ο καθένας μέσα του, αλλά προσφέροντας σε αυτό ένα δημιουργικό πεδίο δράσης κι ένα αγαπησιάριο pat pat, για να μπορέσει να γίνει λίγο πιο ανεκτό.

 

Άννα Κουτσιλοπούλου

 

 

Ο Τσαρλς Μπουκόφσκι περί λογοκρισίας

 

Το 1985 η δανειστική βιβλιοθήκη του Nijmegen, μιας ολλανδικής κοινότητας στα σύνορα με τη Γερμανία, αποφάσισε να αποσύρει το βιβλίο του Τσαρλς Μπουκόφσκι «Ερωτικές Ιστορίες Καθημερινής Τρέλας» από τα ράφια της, μετά από οργισμένο γράμμα αναγνώστη. Η δικαιολογία ήταν ότι το βιβλίο είναι «πολύ σαδιστικό, κατά τόπους φασιστικό και μεροληπτικό εναντίον ορισμένων ομάδων (όπως ομοφυλόφιλων)». Ένας δημοσιογράφος έγραψε στον Τσαρλς Μπουκόφσκι και τον ρώτησε για τη γνώμη του. Η απάντηση ήρθε γρήγορα, και είναι ζυγισμένη, σοφή και αποστομωτική.

 

Το γράμμα δημοσιεύτηκε στο σάιτ Letters of Note. Το αυθεντικό γράμμα βρίσκεται στο κινητό βιβλιοπωλείο Open Dicht Bus που συνήθως σταθμεύει στην Eindhoven. To γράμμα του Μπουκόφσκι λέει τα εξής:

 

 

Αγαπητέ κύριε Hans van den Broek:

 

Σας ευχαριστώ για το γράμμα σας με το οποίο με πληροφορήσατε για την αφαίρεση του βιβλίου μου από την βιβλιοθήκη του Nijmegen. Και ότι κατηγορείται για διακρίσεις εναντίων των μαύρων, τον ομοφυλόφιλων και των γυναικών. Και ότι είναι σαδιστικό λόγω του σαδισμού.

Αυτό που φοβάμαι είναι οι διακρίσεις εναντίον του χιούμορ και της αλήθειας.

Αν γράφω κάτι κακό για μαύρους, ομοφυλόφιλους και γυναίκες είναι επειδή αυτοί που γνώρισα έτσι ήταν. Υπάρχουν πολλοί «κακοί» - κακοί σκύλοι, κακή λογοκρισία- υπάρχουν ακόμα και «κακοί» λευκοί άντρες. Μόνο που όταν γράφεις για «κακούς» λευκούς άντρες δε διαμαρτύρονται. Και χρειάζεται να πω ότι υπάρχουν «καλοί» μαύροι, «καλοί» ομοφυλόφιλοι και «καλές» γυναίκες;

Στην δουλειά μου, ως συγγραφέας, μόνο φωτογραφίζω, σε λέξεις, αυτά που βλέπω. Αν γράφω για «σαδισμό», αυτό γίνεται επειδή υπάρχει, δεν είναι δική μου εφεύρεση, και αν κάποιο τρομερό συμβάν εμφανιστεί στο έργο μου είναι επειδή τέτοια πράγματα συμβαίνουν στις ζωές μας. Δεν τάσσομαι με την πλευρά του κακού, εφόσον κάτι τέτοιο, όπως το κακό, όντως υπάρχει.

Δεν συμφωνώ πάντα με όσα συμβαίνουν στα γραπτά μου, ούτε παραμονεύω  στη λάσπη για διασκέδαση. Επίσης, είναι περίεργο ότι οι άνθρωποι που χλευάζουν το έργο μου τείνουν να παραβλέπουν τα σημεία όπου υπάρχουν η χαρά και η αγάπη και η ελπίδα, και υπάρχουν τέτοια σημεία. Οι μέρες μου, τα χρόνια μου, η ζωή μου είχαν καλές στιγμές και κακές στιγμές, φώτα και σκοτάδια. Αν έγραφα μόνο και συνεχόμενα για το «φως» και δεν ανέφερα τα άλλα, τότε ως καλλιτέχνης θα ήμουν ένας ψεύτης.

Η λογοκρισία είναι εργαλείο αυτών που νιώθουν την ανάγκη να κρύβουν πραγματικότητες από τον εαυτό τους κι από άλλους. Ο φόβος τους είναι η ανικανότητά τους να αντιμετωπίσουν την πραγματικότητα και δε μπορώ να νιώσω θυμό απέναντί τους. Νιώθω μόνο αυτή την φριχτή στενοχώρια. Κάποτε, κατά τη διάρκεια της ενηλικίωσής τους, ήταν προστατευμένοι από τα πραγματικά δεδομένα της ύπαρξής μας. Έμαθαν να βλέπουν τα πράγματα με ένα τρόπο ενώ υπάρχουν πολλοί.

Δεν τρομάζω επειδή ένα από τα βιβλία μου κυνηγήθηκε και κατέβηκε από τα ράφια μιας τοπικής βιβλιοθήκης. Κατά κάποιο τρόπο είναι τιμή μου που έγραψα κάτι που ξύπνησε κάποιους από τα απύθμενα βάθη τους. Αλλά ναι, πληγώνομαι όταν λογοκρίνεται το βιβλίο κάποιου άλλου, γιατί συνήθως, αυτά τα βιβλία είναι σπουδαία βιβλία, και δεν υπάρχουν πολλά τέτοιου είδους, και στο πέρασμα των αιώνων τέτοιου είδους βιβλία έγιναν κλασικά, και ό,τι κάποτε ήταν σοκαριστικό και ανήθικο τώρα διαβάζεται σε πολλά από τα πανεπιστήμιά μας.

Δε λέω ότι το βιβλίο μου ήταν ένα από αυτά, αλλά λέω ότι στον καιρό μας, τη στιγμή που οποιαδήποτε στιγμή μπορεί να είναι η τελευταία για πολλούς από μας, είναι τρομερά λυπηρό ότι μεταξύ μας υπάρχουν ακόμα μικροί, πικραμένοι άνθρωποι, κυνηγοί μαγισσών και αρνητές της πραγματικότητας.  Κι όμως, κι αυτοί  ανήκουν σε μας, είναι μέρος του συνόλου, κι αν δεν έχω γράψει γι’αυτούς, θα έπρεπε, ίσως να το έκανα τώρα εδώ, κι αυτό είναι αρκετό.

 

Δικός σας,

Τσαρλς Μπουκόφσκι