Μία βόλτα στους δρόμους αρκεί για να καταλάβει κανείς ότι λίγοι είναι οι Έλληνες που δεν έχουν να προτείνουν μία θαυματουργή λύση σ’ όλα τα προβλήματα. Όσο πιο περίπλοκο το πρόβλημα, τόσο πληθαίνουν οι από μηχανής Θεοί, οι απλούστατες λύσεις και οι σκοτεινές ερμηνείες  που τοποθετούν με μία ζαριά όλους τους κατεργάρηδες στον πάγκο τους.

 

Τι κι αν οι γλώσσες των ειδικών έχουν μαλλιάσει να αναλύουν τις συνιστώσες, τι κι αν οικονομολόγοι δηλώνουν αδυναμία να προβλέψουν το μέλλον, τι κι αν το πρόβλημα της Ελλάδας έχει ξεκινήσει πολύ πριν την Ολυμπιάδα του 2004 (μην ήταν και στο αίμα μας;)  Η χώρα βρίθει από Σωτήρες που με μία απλή πρόταση –την δικιά τους- όλα θα τακτοποιηθούν αυτομάτως. Το μόνο που φταίει είναι που δεν τους κάνουμε πρωθυπουργούς.

 

Η χώρα ζει κάτι που μοιάζει με αναίμακτο πόλεμο: ενώ οι περισσότεροι δέχονται επιθέσεις, υπάρχουν ακόμα κάποιοι που εξακολουθούν να επωφελούνται και ο λαός ρίχνει τις ευθύνες στο διπλανό του, έχοντας κρυφά πίστη σε όσους παραδοσιακά ψήφιζε.

 

Ίσως να νιώθουμε μοναδικοί σ’ αυτή την στροφή της Ιστορίας, αλλά φυσικά δεν είμαστε: κρίσεις έχουν περάσει πολλές χώρες της Ευρώπης, ακόμα και οι πιο πλούσιες, κι εν τω μεταξύ, σε 3 ώρες με το αεροπλάνο, άνθρωποι συνωστίζονται σε καταυλισμούς και σκοτώνουν για ένα σακί ρύζι. Είναι αυτό παρηγοριά; Δεν είναι, αλλά τουλάχιστον ας συνετιστούν όσοι  έχουν τη λύση στο τσεπάκι «να μην πληρώσουμε τίποτα!» «να καταργήσουμε τον καπιταλισμό!» χωρίς να καταλαβαίνουν ούτε οι ίδιοι τι εννοούν, πυροβολώντας στον αέρα με μαγκιά γελαδάρη στο Φαρ Ουέστ. Ε  λοιπόν, αν υπήρχε μία απλή λύση, θα είχε προκύψει οργανικά. Πώς να το κάνουμε.

 

 

Μου πήρε 280 λέξεις για να εκφράσω την αγανάκτησή μου με όσο πιο πολύ μπορώ ευθύ τρόπο. Ευτυχώς για όλους μας, υπάρχουν καλλιτέχνες: πριν από μερικές ημέρες βρέθηκε στα χέρια μου το καταπληκτικό κείμενο του Τζόναθαν Σουίφτ «Σεμνή πρόταση ώστε να παύσουν τα τέκνα των φτωχών ν' αποτελούν βάρος για τους γονείς τους και τον τόπο και να καταστούν ωφέλιμα στην κοινωνία», γνωστό και ως «Μία σεμνή πρόταση». Σε περίπτωση που δεν το έχετε διαβάσει ακόμα, δε θέλω να σας αποκαλύψω το εύρημα, που είναι η οριστική απάντηση σε όσους έχουν μαγικές λύσεις μαζί με λαγούς μέσα στα καπέλα τους. Μερικές φορές δεν αρκεί ούτε η λογική, ούτε η επιστήμη, ούτε τα επιχειρήματα: χρειάζεται ο σαρκασμός.

 

Στα χνάρια του Σουίφτ, ο οποίος προκάλεσε πολλές συζητήσεις στην εποχή του με ένα κείμενο που δεν αναγνωρίζεται ως πετυχημένο λογοτεχνικά αλλά έκανε αίσθηση που η απλή λογική δε μπορεί να κάνει, ο δικός μας «Ιωνάθαν Τσίφτης» (ή αλλιώς Άγης Πετάλας) έγραψε το 2009 το «Μια σεμνή πρόταση, ώστε οι λαθρομετανάστες που έχουν εισρεύσει στη χώρα μας να παύσουν να αποτελούν βάρος για την κοινωνία μας και αντί να επιδίδονται σε διαρρήξεις, να συμμετάσχουν σε ένα εγχείρημα παγκοσμίου βεληνεκούς που σκοπό έχει να επιστρέψει στον νόμιμο κύριό τους, τα κλοπιμαία μιας παλαιότερης ληστείας» στη Νέα Εστία, τχ. 1827. Το πρόβλημα είναι ότι ο σαρκασμός μπορεί να γίνει δυνατό όπλο, μόνο που πετυχαίνει το στόχο του μόνο σ’ αυτούς που τον αντιλαμβάνονται. Πώς ν’ ακούσεις την ώρα που ουρλιάζεις;

 

(…) Από τις πρώτες κιόλας στιγμές της γερμανικής εισβολής οι περισσότεροι εκ των πολιτικών ηγετών της νικημένης χώρας αναγκάστηκαν να πάρουν τον δρόμο της αυτοεξορίας. Οι υπόλοιποι θεώρησαν σωστό να παραμείνουν, και να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους στον τόπο, παλεύοντας με ένα τρομερό, διπρόσωπο τέρας (…). Είναι στ’ αλήθεια δύσκολο να αποφασίσει κανένας ποια από τις δύο αντιστασιακές πράξεις φέρει μεγαλύτερη εσωτερική ένταση, ποια από τις δύο αποφάσεις τονίζει με εναργέστερο τρόπο την προσωπική αυταπάρνηση των πρωταγωνιστών τους.

Ας σταθούμε πρώτα στην περίπτωση των αυτοεξορίστων: Κρήτη, Λονδίνο, Κάιρο, Νότια Αφρική είναι ορισμένοι μόνο από τους τόπους όπου εκτυλίχθηκε το δράμα τούτων των νεομαρτύρων του έθνους μας. Κακοτράχαλα βουνά της Κρήτης, βροχερό τοπίο της αγγλικής πρωτεύουσας, πνιγηρή ζέστη της Μέσης Ανατολής, κουνούπια του Νείλου, αλλοπρόσαλλη αντιστροφή των εποχών στο νότιο ημισφαίριο της αφρικανικής ηπείρου. Προσπάθησε, αγαπητέ αναγνώστη, να μπεις στη θέση ενός τέτοιου ταλαιπωρημένου Οδυσσέα, και αναλογίσου αν τα νεύρα και το σώμα σου θα μπορούσαν να μείνουν αλώβητα από μια τέτοια ταξιδιωτική περιπλάνηση, από μια τέτοια βίαιη εναλλαγή των καιρικών συνθηκών, από έναν τόσο περιπετειώδη ξεριζωμό. Οι άνθρωποι αυτοί αναγκάστηκαν να φιλοξενηθούν σε ξενοδοχεία που πρόσφεραν υπηρεσίες κατώτερες της προπολεμικής φήμης τους, αναγκάστηκαν να κάνουν τους χορούς και τις συνεστιάσεις τους σε σάλες που δεν ταίριαζαν στην περιωπή τους, ανέχονταν την κακομεταχείριση των φράκων τους από ανίδεους βεδουίνους υπηρέτες που τα έπλεναν και τα σιδέρωναν σαν να ήταν κελεμπίες, εργάζονταν σε γραφεία με έπιπλα ξεπερασμένης μόδας, με ταπετσαρίες που δεν τις είχαν διαλέξει οι ίδιοι. (…)

 

Το υπόλοιπο κείμενο μπορείτε να το διαβάσετε εδώ ενώ το κείμενο του Σουίφτ στ’ αγγλικά εδώ.