Δεν χρειάζεται να έχει διαβάσει κανείς τη Συνείδηση του Ζήνωνα του Ζβέβο για να γνωρίζει το δράμα με το «τελευταίο τσιγάρο» του επαγγελματία καπνιστή. Το βιώνει καθημερινά από προσωπική πείρα και από τους αναστεναγμούς φίλων και γνωστών. «Δεν πάει άλλο, όλα σαρακώσανε μέσα στο στήθος μου. Θα το πετάξω!». «Καπνίζεις όμως...» «Καπνίζω τα τελευταία μου τσιγάρα, σε λίγο θα με δεις και δεν θα με γνωρίζεις...»

 

«Το καλοκαίρι», γράφει ο Ζβέβο, «ο πατέρας μου άφηνε πάνω σε μια καρέκλα της τραπεζαρίας το γιλέκο του, που όλο και κάποια ψιλά είχε μέσα στο τσεπάκι. Από κει προμηθευόμουν τις δέκα πεντάρες που χρειαζόμουν για να αγοράσω το πολύτιμο πακέτο και κάπνιζα απανωτά τα δέκα τσιγάρα που περιείχε για να εξαφανίσω το ενοχοποιητικό στοιχείο της κλοπής». Η λέξη «απανωτά» τα λέει όλα. Οι καπνιστές ξέρουν ότι το τσιγάρο που έχουν στα χείλη δεν μετράει - το επόμενο κάνει παιχνίδι. Τα επόμενα για την ακρίβεια. Η φυσική ροπή του ανθρώπου είναι να καπνίζει συνέχεια, χωρίς σταματημό, να συνδυάζει κάθε σκέψη με φύσα-ρούφα, κάθε μετακίνηση και κάθε εργασία με το άναμμα ενός νέου τσιγάρου.

 

Συζητήσεις χωρίς τσιγάρο γίνονται; Εργασία; Συγκέντρωση; Ταξίδι; Ο γιατρός που στο «κόβει» ουσιαστικά αφαιρεί από τη ζωή το νόημά της, την ασυναίσθητη γοητεία της. Είναι σαν να κόβει τα μουστάκια της γάτας και να κάνει λοβοτομή στον ίδιο το χρόνο.

 

Το πρωί, με τον καφέ, δέκα τσιγάρα στη σειρά είναι καλή σερμαγιά. Βρίσκεις το μυαλό σου, ανοίγεις νέα σελίδα, συναντάς το βαθύτερο ρεύμα της χθεσινής μέρας· βάζεις σε τάξη τα σπλάχνα σου, τα ξυπνάς από την καλή μεριά. Ίσαμε το βράδυ ο καπνιστής -παρ' ότι τρέχει στο περίπτερο όπως στο φαρμακείο- δεν έχει την αίσθηση της ποσότητας· πάντα αγοράζει το «ένα» τσιγάρο, όπως πάντα παίρνει την ίδια ανάσα. Ουσιαστικά αγοράζει το χρονομετρητή του, την αόρατη σύνδεσή του με τα πράγματα και με το βαθύτερο εγώ του. Πολλοί συγγραφείς αναρωτιούνται: πώς είναι δυνατόν έργα σαν τη Θεία κωμωδία ή την Ανθρώπινη κωμωδία να γράφτηκαν από ανθρώπους που δεν κάπνιζαν; Ειδικά ο Μπαλζάκ ήταν εχθρός του τσιγάρου και μανιώδης του καφέ - πήγε λοιπόν από τους πολλούς καφέδες...

 

Ο καπνιστής δεν αρνιέται ότι ο καπνός έχει βλαβερές συνέπειες, ότι «το τσιγάρο μπορεί να σκοτώσει» και ότι σκοτώνει καθημερινά. Η απορία του είναι εκλεπτυσμένη: αφού «έζησα μια ζωή άρρωστος πώς θέλω τώρα να ζήσω και να πεθάνω υγιής;» Συζητήσεις χωρίς τσιγάρο γίνονται; Εργασία; Συγκέντρωση; Ταξίδι; Ο γιατρός που στο «κόβει» ουσιαστικά αφαιρεί από τη ζωή το νόημά της, την ασυναίσθητη γοητεία της. Είναι σαν να κόβει τα μουστάκια της γάτας και να κάνει λοβοτομή στον ίδιο το χρόνο. Ο καπνός φαίνεται πώς δεν εισπνέεται με τα πνευμόνια, ο δρόμος του είναι μυστικός: πάει στα βάθη της ίδιας της ψυχής, διαποτίζει ό,τι πιο μύχιο υπάρχει στον άνθρωπο. Η σκέψη καπνίζει, τα μάτια καπνίζουν, το δέρμα εκπνέει τούφες τούφες, η ίδια η ατμόσφαιρα είναι διακριτή μόνο μέσα από τον καπνό. Η εικόνα του εβδομηντάρη και του ογδοντάρη πού περνάει σιγοπερπατώντας στο δρόμο με ένα τσιγάρο στα χείλη είναι αρχετυπική για τους καπνιστές: μακάρια αταραξία, αντοχή και περίσκεψη. Έκανε τον κύκλο του με ένα τσιγάρο στο στόμα - τι άλλο θέλει;

 

Φοβερός καπνιστής -και πότης βέβαια- ήταν ο ναυμάχος Ανδρέας Μιαούλης που παρά ταύτα αναγκάστηκε να το κόψει. Πιστός στον καπνό ήταν και ο Παπαδιαμάντης, που έκαιγε τα χύμα τσιγάρα της εποχής και τα ξέχναγε αναμμένα πάνω στο γραφείο του, γι' αυτό η άκρη του τραπεζιού ήταν μαύρη πέρα για πέρα. Ένας άλλος τρομερός καπνιστής ήταν ο Λεκατσάς, που είχε μέσα στο γραφείο του ένα ταψί νερό και κάθε λίγο ακουγόταν το τσίριγμα της γόπας που την πέταγε για να ανάψει στη στιγμή άλλο τσιγάρο.

 

Πάντως οι γυναίκες των καπνιστών λαμβάνουν ειδικά μέτρα. Δεν τους αρκεί η υπόσχεση ότι «θα το κόψουν», μυρίζουν τα ρούχα του άνδρα, τα γένια του, κοιτάζουν τα ακροδάχτυλα, κάνουν ειδικές έρευνες στα ρούχα του όταν κοιμάται.

 

Τότε, θέλοντας και μη, αρχίζουν να κατανοούν τη διαφορά της βούλησης από την εξάρτηση. Η απόφαση είναι εύκολη. «Ναι, ορκίζομαι ότι θα το κόψω». Μάλιστα, όταν παίρνει όρκο το πιστεύει. Φαντάζεται τον εαυτό του «καθαρό», με άλλες συνήθειες, απελευθερωμένο, ανάλαφρο. Μόνο που η απόφαση δεν λαμβάνει υπόψη της την παλιατσαρία του παρελθόντος. Καθένας σέρνει πίσω του το σακατεμένο χρόνο του, πρόκειται για το «ναι» που δεν αλλάζει και χαμπάρι δεν παίρνει από το «όχι» που αφορά το μέλλον. Ο καπνιστής κρύβεται στο παρελθόν του κι από κει παρακολουθεί τα τεκταινόμενα. Δεν θέλει να ξαναγεννηθεί, να γίνει «άλλος», να αλλαξοπιστήσει· αν του κόψουν αυτό το σημειωτόν τού άναψε-σβήσε, είναι σαν να τον κλέβουν από τον εαυτό του για να του φορέσουν άλλο κεφάλι.

 

Στα τελευταία του, ο Σαρτρ, τυφλωμένος πια, με δύο εγκεφαλικά, ανήμπορος να περπατά και να τρώει χωρίς να πασαλείβεται, παρ' ότι συνέχιζε το ουίσκι, κατάφερε να πετάξει το τσιγάρο. Η υγεία σε αυτές τις περιπτώσεις μοιάζει με νέα ασθένεια. Αλλά και σε οργανισμούς πιο ισχυρούς, η ακαπνία δύσκολα ταυτίζεται με τη φυσική ζωή. Σαν μια ηρωίδα του Μπαλζάκ που διαρκώς αρρώσταινε και όταν επιτέλους έγινε καλά νόμισε ότι κάποια νέα ασθένεια την είχε προσβάλει, ο πρώην καπνιστής δεν ξέρει την αίσθηση του φυσιολογικού. Παίρνει μαθήματα από τους γύρω του, χαίρεται το νερό και κάποια ποτά, παιδεύει στο χέρι του κάποιο κομπολογάκι, αλλά η απώλεια τον στοιχειώνει.

 

Ένας φίλος που το έχει κόψει δεκαοχτώ χρόνια τώρα, όταν του λένε ότι το «έκοψε» και γλίτωσε, δυσανασχετεί. «Δεν καπνίζω, αλλά ποτέ δεν είπα ότι δεν θα ξανακαπνίσω». Ο πατέρας του, που απεβίωσε στα ενενήντα πέντε του, συνέχιζε να είναι κρυφοτσιγαράκιας όπως άλλοι είναι κρυφοποτηράκηδες.