«H ΙΣΤΟΡΙΑ ΕΠΑΝΑΛΑΜΒΑΝΕΤΑΙ
την πρώτη φορά σαν τραγωδία και τη δεύτερη σαν φάρσα» έγραφε ο Μαρξ, κάτι που φαίνεται να ισχύει και όσον αφορά το τρίτο σε έναν χρόνο καθολικό λοκντάουν.

 

Και όσο κι αν «ο ήλιος του εμβολίου φωτίζει, πια, την επόμενη μέρα», όπως πομπωδώς εξήγγειλε χτες ο  πρωθυπουργός σε ένα ακόμα διάγγελμά του, μολονότι η Ελλάδα είναι κάπου στη μέση των ευρωπαϊκών χωρών με τους περισσότερους εμβολιασμούς και όχι στις πρώτες θέσεις, όπως ισχυρίστηκε, ο δρόμος μοιάζει πολύ μακρύς και ανηφορικός για μια κοινωνία ήδη κουρασμένη, εξαντλημένη αλλά και οργισμένη. Κάτι εμφανές ακόμα και στους πλέον ψύχραιμους, ακόμα και σε όσους δεν αντιμετωπίζουν άμεσα τουλάχιστον βιοποριστικό πρόβλημα ούτε έχουν «λαλήσει» τελείως ψυχολογικά.


Θυμάμαι κάποιους σοβαρούς επιστήμονες να προειδοποιούν ήδη από το φθινόπωρο ότι τα λοκντάουν-«ακορντεόν» σαν αυτά που εφαρμόζουμε στη Δύση –αντίθετα με την Κίνα και κάποιες άλλες ασιατικές χώρες που ήδη διανύουν τη μετα-Covid εποχή– είναι λιγότερο αποτελεσματικά και ταυτόχρονα πιο δυσβάσταχτα και πιο επιζήμια από ό,τι ένα αυστηρό και στοχευμένο καθολικό, έστω μακράς διαρκείας.

 

Δεν προκρίναμε τη λύση αυτή οι Δυτικοί, παρά μόνο αρχικά, για μια σειρά οικονομικούς, πολιτικοκοινωνικούς και πολιτισμικούς λόγους, και τώρα έχουμε να πορευτούμε με αυτό καθώς ναι μεν είναι σε εξέλιξη μαζικοί εμβολιασμοί, ακόμα και στην ΕΕ που πάλι κατάφερε να κάνει τα εύκολα δύσκολα –υπενθυμίζοντας κιόλας στους πιο αφελείς ότι το ιδιωτικό συμφέρον όταν αφήνεται ανεξέλεγκτο σαφώς και θα βρεθεί πάνω από τη δημόσια υγεία–, όμως αυτό το «τελευταίο μίλι που οδηγεί στην ελευθερία» και που είθε να μην είναι... πράσινο σαν της ομώνυμης δραματικής ταινίας, μοιάζει πολύ μακρύ.

 

Το ΕΣΥ ποτέ δεν ενισχύθηκε ουσιαστικά ώστε να αντέξει ένα νέο «τσουνάμι» νοσηλειών και διασωληνώσεων, η πολυπρόσωπη επιτροπή ειδικών μας, που φλυαρεί στα ΜΜΕ με κάθε ευκαιρία, φαίνεται τελευταία να συναγωνίζεται σε ανευθυνότητα την πολιτική ηγεσία.


Έχουν, επιπλέον, εκλείψει σε μεγάλο βαθμό η εμπιστοσύνη σε ειδικούς και κυβερνώντες, το συλλογικό δέος και ο φόβος εκείνος που φυλούσε τα έρημα ένα χρόνο πριν οπότε μπήκαμε σε αυτή την περιπέτεια. Δεν έχει καν πια πλάκα σαν «εμπειρία ζωής», στερεύουν η ανοχή και η υπομονή όσο γκριζάρει η καθημερινότητα, με ή χωρίς κορωνοϊό – το άτυπο εκείνο κοινωνικό συμβόλαιο που επιτεύχθηκε τότε, δεν θα το ματαδούμε ούτε εδώ ούτε πουθενά στον κόσμο.

 

Ακόμα και σε χώρες που πλήρωσαν και πληρώνουν βαρύ τίμημα στην πανδημία όπως η Ισπανία, η Γαλλία και η Ιταλία –βεβαίως και οι ΗΠΑ– η παρατεταμένη κατάσταση έκτακτης ανάγκης ξεσηκώνει πια έντονες αντιδράσεις. Με ακροδεξιά και συνωμοσιολογική κατά κύριο λόγο χροιά, είναι η αλήθεια, που όμως αντικατοπτρίζουν ένα γενικότερο κλίμα απαξίωσης το οποίο δεν οφείλεται μόνο στο γεγονός ότι είμαστε «αφασικοί» και «κακομαθημένοι» με τις ελευθερίες.

 

Γιατί οι οικονομικές, κοινωνικές και ψυχολογικές συνέπειες, ιδιαίτερα για τους μη προνομιούχους, που δεν έχουν ένα άνετο καλωδιωμένο σπίτι, δεν δουλεύουν με τηλεργασία, πιθανότατα δεν εργάζονται καν, επαφίενται σε ένα προσωρινό επίδομα οι πιο τυχεροί και εντάσσονται γενικότερα στους μεγάλους χαμένους της πανδημίας, είναι πια απάλευτες. Ιδίως όταν κοντά στις αλλοπρόσαλλες πολιτικές που εφαρμόζονται καιρό τώρα εκλείπουν, επιπλέον, ζωτικές βαλβίδες διαφυγής όπως η τέχνη, η οργανωμένη άθληση, η αναψυχή, το φλερτ, η απλή κοινωνικοποίηση ακόμα.

 

Το μόνο ενδεχόμενο παρήγορο είναι ότι, μια και οι πιθανότητες μετάδοσης σε ανοικτούς χώρους είναι, υπό προϋποθέσεις, αποδεδειγμένα μειωμένες, κάτι που επισημαίνουν πλέον αρκετοί λοιμωξιολόγοι, θα σταματήσει κάποια στιγμή ο παραλογισμός της απαγόρευσης ατομικών μετακινήσεων ακόμα και στην ανοικτή φύση.

 

Το τρίτο λοκντάουν και το «τρις εξαμαρτείν»
Οι υφιστάμενοι υγειονομικοί περιορισμοί είναι «ντεμέκ» αφού κανένας δεν φαίνεται να τους παίρνει πια στα σοβαρά, από τον ίδιο τον πρωθυπουργό μέχρι τον τελευταίο απλό πολίτη. Φωτ.: Eurokinissi


Ήταν άραγε αναπόφευκτο το νέο «μάντρωμα»; Η αδήριτη πραγματικότητα λέει ότι, όπως τα καταφέραμε, μάλλον ναι. Τα κρούσματα έχουν πάρει πάλι την ανηφόρα, τα λύματα δείχνουν αύξηση 200% στο ιικό φορτίο της Αττικής όπου ζει ο μισός πληθυσμός της χώρας, επικίνδυνες μεταλλάξεις όπως η βρετανική είναι ήδη εδώ. Το ΕΣΥ ποτέ δεν ενισχύθηκε ουσιαστικά ώστε να αντέξει ένα νέο «τσουνάμι» νοσηλειών και διασωληνώσεων - οι νοσοκομειακοί γιατροί αμφισβητούν τους κομπασμούς του υπουργού Υγείας και το αν είναι ή όχι αυτό φτηνή αντιπολίτευση, γρήγορα θα φανεί -,  η πολυπρόσωπη επιτροπή ειδικών μας, που φλυαρεί στα ΜΜΕ με κάθε ευκαιρία, φαίνεται τελευταία να συναγωνίζεται σε ανευθυνότητα την πολιτική ηγεσία.

 

Οι υφιστάμενοι υγειονομικοί περιορισμοί είναι «ντεμέκ» αφού κανένας δεν φαίνεται να τους παίρνει πια στα σοβαρά, από τον ίδιο τον πρωθυπουργό μέχρι τον τελευταίο απλό πολίτη, με οποιαδήποτε αποτυχία να αποδίδεται στην ανευθυνότητα ημών των πολιτών – χτες ήταν κιόλας η πρώτη φορά, θαρρώ, σε διάγγελμα που δεν αναφέρθηκε έστω έμμεσα σε αυτή αλλά μίλησε για «λάθη, σύγχυση και αβλεψίες», που πάντως δεν απέδωσε σε εαυτόν και στους καθ' ύλη αρμόδιους αλλά γενικόλογα στην «κοινή προσπάθεια».

 

Όχι ότι και η αντιπολίτευση που γίνεται στους κυβερνητικούς χειρισμούς είναι πάντα συνετή και υπεύθυνη –δεν είναι–, όμως δεν είναι η αντιπολίτευση που κυβερνά.


Ας πάρουμε όμως ως αξίωμα ότι ναι, το νέο καθολικό λοκντάουν ήταν αναπόφευκτο και επιβεβλημένο –ανάλογα μέτρα είναι εξάλλου σε ισχύ σε πολλές ακόμα ευρωπαϊκές χώρες, ακόμα και σε κάποιες που είχαν χαλαρώσει– και ότι σε συνδυασμό με την αύξηση των εμβολιασμών και την άνοδο της θερμοκρασίας, καθώς ζυγώνει η άνοιξη, το φως στο βάθος του τούνελ είναι υπαρκτό και όχι απείκασμα.

 

Αν, ωστόσο, κάποιοι υψηλά ιστάμενοι πιστεύουν ότι ξαναβρήκανε την κότα που γεννά χρυσά αβγά, είναι μακριά νυχτωμένοι. Γιατί χωρίς στοχευμένη επιδημιολογική επιτήρηση και παρεμβάσεις σε μαζικούς, πολυπρόσωπους χώρους εργασίας και δομές όπως οι φυλακές και τα προσφυγικά καμπ, δίχως εντατικοποίηση των εμβολιασμών, δίχως πραγματική αναβάθμιση των υπηρεσιών υγείας και των δημόσιων συγκοινωνιών, χωρίς μαζικά κυλιόμενα τεστ σε τυχαία πληθυσμιακά δείγματα και προληπτικές καραντίνες σε όλους ανεξαιρέτως τους εισερχόμενους στη χώρα, χωρίς ουσιαστική ενίσχυση των πλέον πληττόμενων, αλλά και σχέδιο για μια επόμενη μέρα πιο υγειονομικά θωρακισμένη και περισσότερο δίκαιη κοινωνικά, το μόνο που θα κάνεις είναι να διαιωνίζεις μια αδιέξοδη, επαναλαμβανόμενη δίνη που στο τέλος θα ρουφήξει και σένα.