Το restart και τα καμένα «κανονάκια». Από τον Ευτύχη Βαρδουλάκη
Ο κ. Τσίπρας δεν κέρδισε τον Σεπτέμβριο επειδή οι πολίτες ήθελαν να τον επιβραβεύσουν για τα όσα έκανε τον Ιούλιο-Αύγουστο του '15 ή επειδή τους άρεσε η τελική συμφωνία. Κέρδισε επειδή διέθετε ακόμα πολιτικό κεφάλαιο, το οποίο όμως είχε συσσωρεύσει πριν από τις εκλογές του Ιανουαρίου. Φωτό: Nick Paleologos / SOOC


Στη χθεσινή του ομιλία στη Βουλή ο πρωθυπουργός επιχείρησε να απαντήσει στη μομφή της αντιπολίτευσης ότι εξελέγη λέγοντας ψέματα. Υποστήριξε, λοιπόν, ότι οι εκλογές του Σεπτεμβρίου έγιναν μετά τη συμφωνία, με γνωστή πλέον ατζέντα, ο κόσμος ήξερε τι περιλαμβάνει, άρα ο ίδιος –ακόμα και αν είχε πει μια κουβέντα παραπάνω τον Ιανουάριο– πήρε μια νέα εντολή, με διαφορετικό πολιτικό πλαίσιο.

 

Πρόκειται για έναν αληθοφανή ισχυρισμό, ο οποίος μπορεί να λειτουργεί δεσμευτικά για τα στελέχη του ΣΥΡΙΖΑ που εξελέγησαν με λίστα, αλλά σε πολιτικό και εκλογικό επίπεδο δεν αποδίδει το παραμικρό στην κυβέρνηση. Και εξηγώ γιατί.

 

Οι πολίτες κατά πλειονότητα, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλο τον κόσμο, δεν θεωρούν τους εαυτούς τους συνυπεύθυνους δυσάρεστων ή άτυχων αποφάσεων. Τις ευθύνες τις αποδίδουν πάντα στους άλλους. Δεν πιστεύουν καν ότι «εξαπατήθηκαν», αλλά ότι «τους εξαπάτησαν».

 

Ο κ. Τσίπρας δεν κέρδισε τον Σεπτέμβριο, επειδή οι πολίτες ήθελαν να τον επιβραβεύσουν για τα όσα έκανε τον Ιούλιο-Αύγουστο του '15 ή επειδή τους άρεσε η τελική συμφωνία. Κέρδισε, επειδή διέθετε ακόμα πολιτικό κεφάλαιο, το οποίο όμως είχε συσσωρεύσει πριν από τις εκλογές του Ιανουαρίου. Οι προσδοκίες και κυρίως η ταυτοτική σχέση με μέρος του εκλογικού σώματος είχαν χτιστεί από τον πολιτικό λόγο, τις υποσχέσεις και τους συμβολισμούς που αξιοποίησε ο ΣΥΡΙΖΑ πριν από τις εκλογές του Ιανουαρίου.

 

Τον Σεπτέμβριο ο κόσμος δεν ήταν έτοιμος να αποδεχθεί ότι πίστεψε σε αυταπάτες, δεν ήταν έτοιμος να επαναφέρει στην εξουσία όσους είχε απορρίψει 9 μόλις μήνες πριν, δεν ήταν έτοιμος να δεχτεί ότι ένα ολόκληρο πολιτικό αφήγημα, με το οποίο πολιτικοποιήθηκε βιαίως μια ολόκληρη γενιά και μεγάλα στρώματα πληθυσμού από το 2011 και μετά απεδείχθη «αυταπάτη». Και έτσι έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία σε αυτόν με τον οποίο συμπορεύθηκε, κυρίως για λόγους ψυχολογικής ταύτισης και όχι ως θετική επιδοκιμασία στην πολιτική του. Αυτό προέκυπτε από όλες τις έρευνες της εποχής εκείνης, ποσοτικές και ποιοτικές.

 

Το ότι για την πλειονότητα των πολιτών η περίοδος διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝ.ΕΛ. αξιολογείται ενιαία και δεν διαχωρίζεται σε προ και μετά Σεπτεμβρίου φαίνεται και από ένα ακόμα γεγονός, τη μηδενική περίοδο χάριτος από τον Σεπτέμβριο και μετά. Όλες οι κυβερνήσεις, τους πρώτους μήνες, τυγχάνουν μιας ευμενούς μεταχείρισης. Ο ΣΥΡΙΖΑ το απόλαυσε αυτό την άνοιξη του '15. Ο Σεπτέμβριος δεν ανανέωσε καθόλου αυτό το κεφάλαιο. Από τον Ιανουάριο 2016, τρεις μόλις μήνες μετά την εκλογική του νίκη, ο ΣΥΡΙΖΑ έχει περάσει καθαρά δεύτερος στις δημοσκοπήσεις, η εικόνα του κ. Τσίπρα έχει πληγεί σημαντικά και οι δείκτες αξιολόγησης της πολιτικής του είναι πολύ αρνητικοί.

 

Με τις αλλεπάλληλες κάλπες του 2015 ο ΣΥΡΙΖΑ δεν έκανε restart, όπως υποστηρίζει, αλλά έκαψε τα πολιτικά «κανονάκια» του, κατανάλωσε τη βενζίνα που υπήρχε στο πολιτικό του ρεζερβουάρ πριν από τον Ιανουάριο '15 και τους πρώτους μήνες της θητείας του.

 

Το δε επιχείρημα προς τους πολίτες «μας ψηφίσατε, τι θέλετε τώρα και γκρινιάζετε;» δεν αποδίδει ποτέ. Οι πολίτες κατά πλειονότητα, όχι μόνο στην Ελλάδα, αλλά σε όλο τον κόσμο, δεν θεωρούν τους εαυτούς τους συνυπεύθυνους δυσάρεστων ή άτυχων αποφάσεων. Τις ευθύνες τις αποδίδουν πάντα στους άλλους. Δεν πιστεύουν καν ότι «εξαπατήθηκαν», αλλά ότι «τους εξαπάτησαν».

 

Αυτές οι αντικειμενικές για την κυβέρνηση δυσκολίες δεν είναι διαχειρίσιμες με επικοινωνιακούς όρους.


Το μόνο που μπορεί να ανατάξει την πολιτική δυναμική της κυβέρνησης είναι η πραγματική αντιστροφή της οικονομίας, η αλλαγή του κλίματος, η οικονομική βελτίωση και η αλλαγή ψυχολογίας των πολιτών.


Αν αυτό συμβεί με τα συγκεκριμένα μέτρα, μένει να φανεί στην πορεία. Αν δεν συμβεί, τότε η κυβέρνηση θα μπει σε ακόμα πιο βαθιά πολιτική περιδίνηση, την οποία θα ανατροφοδοτεί η οικονομική παρακμή.