ΟΦΕΙΛΟΥΜΕ ΝΑ ΤΟ ΠΑΡΑΔΕΧΤΟΥΜΕ. Το λεγόμενο «ελληνικό #ΜeToo» λειτουργεί και ως ευπρόσδεκτος αντιπερισπασμός από τα καθημερινά βάσανα του lockdown, η προοπτική λήξης του οποίου μοιάζει να απομακρύνεται όλο και πιο πολύ και να χάνεται στα βάθη του ορίζοντα (είναι περίπου βέβαιο ότι κάπως έτσι θα το φάμε, ή θα μας φάει, και όλο το 2021, και βλέπουμε...).


Στο μεταξύ, τα περισσότερα μέσα (ειδησεογραφικά και «κοινωνικά») βράζουν από τις καταγγελίες, τις κατηγορίες και τις ανατριχιαστικές λεπτομέρειες με πρωταγωνιστές διάσημους και «θεσμικούς», σε κάποιες περιπτώσεις, παράγοντες του θεάτρου κυρίως και του θεάματος γενικότερα. Είναι το μείζον καυτό ζήτημα των ημερών και, πέρα από τη δίψα για δικαιοσύνη, ο κόσμος φαίνεται να διψά για πληροφορίες και υλικό, ειδικά από την στιγμή που εμπλέκονται διασημότητες με άξονα τις οποίες μπορεί να τεθούν ζητήματα πολιτικών ευθυνών και προεκτάσεων.

 

Σου προκαλεί αντανακλαστικά μια έντονη ξινίλα το να βλέπεις κάποιες τηλεπερσόνες που φέρουν ευθύνη για το συστηματικό πισωγύρισμα ζητημάτων χειραφέτησης και ισότητας στην χώρα μας να εμφανίζονται τώρα ως εξομολογητές και ως σωτήρες των θυμάτων.


Η επιθυμία να μην κουκουλωθούν τερατουργήματα είναι αξιοσέβαστη, συγχρόνως όμως παρακολουθεί κανείς να λέγονται και να γράφονται εξωφρενικά πράγματα εν μέσω μιας αλληλουχίας αποκαλύψεων και δημοσιογραφικών «scoops» με βάση τις μαρτυρίες επώνυμων και ανώνυμων θυμάτων.

 

Για να μην παρεξηγηθούμε, αυτό δεν συνιστά «ανθρωποφαγία», όπως λένε κάποιοι. Δεν νομίζω να έχει πάρει, ακόμα τουλάχιστον, κάποιον αθώο η μπάλα. Ίσα-ίσα απορεί κανείς που δεν έχουν ακουστεί ακόμα διάφορα «προφανή» ονόματα κι από άλλους χώρους. Απλά σου προκαλεί αντανακλαστικά μια έντονη ξινίλα το να βλέπεις κάποιες τηλεπερσόνες που φέρουν ευθύνη για το συστηματικό πισωγύρισμα ζητημάτων χειραφέτησης και ισότητας στη χώρα μας να εμφανίζονται τώρα ως εξομολογητές και ως σωτήρες των θυμάτων.

 

Κακά τα ψέματα όμως. Όσο δίκαιες και επιβεβλημένες κι αν κρίνονται, δύσκολα εξελίσσονται εκκαθαριστικές επιχειρήσεις τύπου #MeToo χωρίς κάποιες παράπλευρες απώλειες, που κυρίως έχουν να κάνουν με τις αμφιλεγόμενες (δημοσιογραφικά και νομικά) μεθόδους ξεμπροστιάσματος των φερόμενων ως δραστών, ακόμα κι αν βοά εδώ και χρόνια ο τόπος από την δράση τους.

 

Όχι ακριβώς ο σκοπός αγιάζει τα μέσα, αλλά σχεδόν, ειδικά σε κάποιες περιπτώσεις. Σίγουρα πρέπει να επιληφθεί η δικαιοσύνη εμποδίζοντας την ατιμωρησία κατά συρροή εγκληματικών πράξεων. Το ζητούμενο είναι όμως να μην εγκλωβιστεί το ζήτημα σε έναν συγκεκριμένο χώρο που προσφέρει απεριόριστο πεδίο κουτσομπολιού και φημολογίας, αλλά να περάσει στην ευρύτερη κοινωνία, να επηρεάσει τα εργασιακά, να επικεντρωθεί στην έμφυλη βία που εκδηλώνεται καθημερινά παντού σχεδόν.

 

Σύμφωνοι, και στην Αμερική από αντίστοιχα περιβάλλοντα ξεκίνησε όλη η ιστορία, δεν πρέπει να λησμονούμε όμως ότι το hashtag #MeToo δημιουργήθηκε το 2006 από την Αφροαμερικανίδα ακτιβίστρια Ταράνα Μπερκ με στόχο την ευαισθητοποίηση του κοινού γύρω από τις ανείπωτες φρίκες της συστηματικής σεξουαλικής κακοποίησης με θύματα κορίτσια και γυναίκες από μη προνομιούχα περιβάλλοντα. Επειδή όμως επρόκειτο για ανώνυμα θύματα με θύτες τους τύπους της διπλανής πόρτας, το ευρύ κοινό δεν φάνηκε να ευαισθητοποιείται και τόσο.

 

Έπρεπε να περάσει πάνω από μία δεκαετία μέχρι να φτάσει το σλόγκαν στον πολύ κόσμο, μετά από τις αλυσιδωτές αποκαλύψεις των σκανδάλων σεξουαλικής εκμετάλλευσης και κακοποίησης στο Χόλιγουντ.


Τρία και πλέον χρόνια αργότερα, δεν θα τολμούσε να πει κανείς ότι έχει αλλάξει ριζικά και αμετάκλητα το τοπίο, σίγουρα όμως έχει σπάσει σε μεγάλο βαθμό ανά τον κόσμο η ομερτά που ίσχυε παλιά σχετικά με τους φρικαλέους, νοσηρούς και εγκληματικούς τρόπους με τους οποίους τα αρπακτικά πάσης φύσεως και ιδιότητας εκμεταλλεύονταν την θέση ισχύος τους προκειμένου να παρενοχλούν, να εξευτελίζουν και να κακοποιούν ατιμώρητοι. Μακάρι κι εδώ.