ΑΥΤΗ ΕΙΝΑΙ Η ΣΥΝΗΘΕΣΤΕΡΗ ΦΡΑΣΗ που ακούω από τα κορίτσια ή τις κυρίες που βρίσκονται στο κοντινό ή στο ευρύτερο περιβάλλον μου, από τις γυναίκες που συμμετέχουν στους κύκλους του Lean in Hellas.

 

Ακούω επίσης: «πάντα θα κουβαλούσα αυτή την ντροπή», «θα γελούσαν μαζί μου», «φοβόμουν μη χάσω τη δουλειά μου», «φοβόμουν μη στιγματιστώ και δεν μπορέσω να βρω δουλειά πουθενά αλλού», «ο άνδρας μου θα με χώριζε και δεν θα με πίστευε ποτέ!», «οι γονείς μου θα με σκότωναν», «οι γονείς μου φοβήθηκαν το ρεζιλίκι στη γειτονιά», «το είπα στον γενικό διευθυντή μας, αλλά δεν με πίστεψε» ή «μου είπε να το "πνίξω"», «αν ήμουν απότομη μαζί του, θα έδινε την ευκαιρία αλλού» και άλλα παρεμφερή. 


Στενοχωριέμαι που αναγκάζομαι να το ομολογώ συχνά, αλλά η Ελλάδα δεν είναι μια ανοιχτή χώρα. Ζούμε σε μια κλειστή, συντηρητική και πατριαρχική κοινωνία που κουβαλά πολλά βαρίδια από το παρελθόν. Μια κοινωνία που είναι σχεδιασμένη μόνο για ένα κεντρικό πλανητικό σύστημα, το ανδρικό φύλο και τους δορυφόρους του.

 

Όλα είναι στημένα με τέτοιον τρόπο, σαν η ζωή να έχει μοιράσει τα πράγματα ώστε τα σοβαρά να τα κάνουν οι άνδρες και τα υποστηρικτικά οι γυναίκες, σαν ο πρωταγωνιστής αυτής της παράστασης να είναι πάντα ο άνδρας, το θέμα να είναι κυρίως ανδρικό και να απευθύνεται κυρίως σε ανδρικό κοινό. Άρα αυτό το κοινό είναι που πρωτίστως πρέπει να ικανοποιηθεί και να προστατευτεί. Αυτό το κοινό ρυθμίζει τα πράγματα.

 

Όχι, δεν είναι πολιτική ορθότητα να μη γελάς με ένα έγκλημα ή να μη δίνεις κοινωνικά ελαφρυντικά στον δράστη. Είναι συνενοχή. Είναι συνενοχή γιατί αποτρέπεις χιλιάδες σαν την Μπεκατώρου, από μικρά κορίτσια μέχρι φτασμένες γυναίκες καριέρας, να βγουν και να κάνουν το ίδιο. Σε φοβούνται και σε ντρέπονται.


Έτσι, φτάνουμε στα κλειστά στόματα, στην καταπίεση, στον φόβο, στην ντροπή. Ποιος άνθρωπος, όμως, μπορεί να ζει έτσι; Πόσες επιθυμίες, πόσες ανάγκες θα μείνουν ανομολόγητες και ως πότε; Μόλις 1 στις 10 γυναίκες στην Ελλάδα ομολογεί κακοποίηση ή/και παρενόχληση, που σημαίνει ότι τα υψηλά ποσοστά βίας κατά των γυναικών που έχουμε σήμερα είναι ακόμη υψηλότερα.

 

Ως πότε, λοιπόν, αδικήματα που προστατεύονται πια αυστηρά από τον ποινικό μας κώδικα θα μένουν επτασφράγιστα μυστικά και οι δράστες θα παραμένουν ανενόχλητοι να απλώνουν τα βρομόχερά τους στο επόμενο ανυπεράσπιστο και ανίσχυρο θύμα; Γιατί –για να μην αφήσουμε και την κ. Αξιόγλου με την απορία– υπάρχουν πολλοί τρόποι να υπερασπιστούμε τον εαυτό μας, αλλά όλη η ιστορία είναι να γνωρίζουμε ότι την επόμενη μέρα, μαζί με την προφανή μας αυτοάμυνα, είτε επιλέξουμε το κουγκ-φου και το καράτε είτε τη νομική οδό, θα έχουμε δίπλα μας και την κοινωνία. Ότι δεν θα έχουμε σαχλοπαρουσιαστές στα πρωινάδικα να χασκογελάνε μ' εμάς και να ευτελίζουν το αδίκημα που με πολύ προσωπικό πόνο ομολογήσαμε, όπως η φοιτήτρια στη Θεσσαλονίκη, όπως ο γυναίκες στη Ρόδο. Ότι θα έχουμε στον νου μας μόνο πώς να γιατρέψουμε την πληγή μας –ψυχική και σωματική– και όχι να αντιμετωπίσουμε τα «ναι μεν, αλλά...» εκείνων που παρακολουθούν θεατές από απόσταση και έρχονται να αμφισβητήσουν το αδίκημα per se και να δώσουν άλλοθι και ελαφρυντικά στους δράστες.


Έχετε μήπως καμιά καλή αυτοάμυνα γι' αυτό, κ. Αξιόγλου;


Ή εσείς, κ. Χατζηνικολάου, μας λέτε πού ήταν κρυμμένο τόσο καιρό το τεκμήριο της αθωότητας; Γιατί, άραγε, μόνο σε υποθέσεις έμφυλης βίας εμφανίζεται αυτό το επιχείρημα; Έχετε ακούσει δημοσιογράφο να ρωτάει, για παράδειγμα, κάποιον που τον έκλεψαν «δεν φοβάστε μήπως με την πράξη σας οδηγηθούμε στο άλλο άκρο, να κατηγορηθούν κάποιοι αθώοι άνθρωποι για κλέφτες;», όπως ρώτησε ο κ. Χατζηνικολάου στην πρόσφατη εκπομπή του τη Σοφία.

 

Είναι προφανές ότι για κάθε αδίκημα και κάθε καταγγελία ελλοχεύει αυτός ο κίνδυνος. Για να μεταφράσω, λοιπόν, η ερώτηση που κρύβεται από κάτω είναι: «Μήπως δεν κατάλαβες καλά ότι σε βίασαν και πρέπει να το ξανασκεφτείς λιγάκι ακόμη;». Κι έτσι, απλά και αθώα, ο βιασμός γίνεται ένα λιγότερο αναγνωρίσιμο, λιγότερο... σοβαρό έγκλημα.


Όχι, δεν είναι πολιτική ορθότητα να μη γελάς με ένα έγκλημα ή να μη δίνεις κοινωνικά ελαφρυντικά στον δράστη. Είναι συνενοχή. Είναι συνενοχή γιατί αποτρέπεις χιλιάδες σαν την Μπεκατώρου, από μικρά κορίτσια μέχρι φτασμένες γυναίκες καριέρας, να βγουν και να κάνουν το ίδιο. Σε φοβούνται και σε ντρέπονται. Και έρχεται ξαφνικά η Σοφία Μπεκατώρου και σε μια νύχτα σπάει το απόστημα που ακόμα και η διεθνής κινητικότητα του κινήματος #MeToo δεν στάθηκε ικανή να κάνει, για να ανοίξει έστω και ένα ελληνικό στόμα.


Το γεγονός ότι ο ίδιος ο πρωθυπουργός, «σαν άνδρας και σαν πατέρας», όπως ο ίδιος είπε, πήρε αμέσως θέση δεν άφησε μεγάλο περιθώριο στους κοινωνικούς δικαστές –και κυρίως δικαστίνες– να αμφισβητήσουν το θέμα, έτσι βγήκαν και άλλοι και άλλες, είτε με γνήσιες αντιδράσεις είτε για λόγους διαμόρφωσης της προσωπικής τους εικόνας, και ακολούθησαν το ρεύμα.


Και το ρεύμα τώρα γίνεται ορμητικό και ανοίγουν, ευτυχώς, κι άλλα στόματα. Για να καταλάβει, επιτέλους, ο διευθυντής μας, ο προπονητής μας, ο ιερέας μας, ο γιατρός μας, ο βουλευτής της περιοχής μας, ο σύζυγός μας, ότι η σχέση εξουσιαστή και εξουσιαζόμενης έχει τελειώσει οριστικά και δεν έχει κανένα δικαίωμα να χρησιμοποιεί την όποια ισχύ που του δίνει η φύση ή η θέση του για να επιβάλει τις ορέξεις του.


Σοφία, ευχαριστούμε!

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO.

 

Το νέο τεύχος της LiFO δωρεάν στην πόρτα σας με ένα κλικ.