ΤΟ ΠΙΟ ΚΟΙΝΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΝΟ αφήγημα που ακούγεται στις παρέες είναι οι διακοπές που δεν έγιναν. Αυτοί που τα κατάφεραν καλύτερα ήταν οι Gen Zers. Για τους περισσότερους, ένα τριήμερο σε κάποιο νησί έγινε πραγματικότητα μετά από μήνες δουλειάς, ενώ άλλοι δεν μπόρεσαν να κάνουν ούτε καν αυτό. Κάποιοι κατόρθωσαν να αποδράσουν χάρη στη φιλοξενία φίλων ή συγγενών σε κάποια εξοχική κατοικία. Όμως, ακόμα κι αυτή η διευκόλυνση τείνει να χαθεί. Όλο και περισσότερα εξοχικά καταλήγουν στη βραχυχρόνια μίσθωση, αφού οι ιδιοκτήτες προσπαθούν να καλύψουν τα αυξανόμενα έξοδα συντήρησης και έτσι μειώνουν το χρόνο παραμονής τους σ΄αυτά το καλοκαίρι που η ζήτηση είναι μεγάλη.
Για το χαμένο καλοκαίρι πολλών, μικρότερων και μεγαλύτερων, το τελευταίο διάστημα έχουν δημοσιοποιηθεί νούμερα και εκτιμήσεις που αναδεικνύουν ότι τα κόστη των διακοπών έχουν ξεφύγει και οι καθηλωμένοι μισθοί δεν επέτρεψαν «παρεκτροπές» ξεκούρασης και ανάπαυλας. Στη γωνία περίμεναν οι λογαριασμοί, τα υψηλά ενοίκια και η ακρίβεια στα βασικά είδη διατροφής που δεν άφησαν περιθώρια ούτε για μεγάλες προσδοκίες ούτε και για σπουδαία καλοκαιρινά σχέδια.
Ωστόσο, λίγες είναι οι έρευνες που αποτυπώνουν με τέτοια σαφήνεια την έκταση του φαινομένου όσο εκείνη της ΕΛΣΤΑΤ που επικεντρώνεται στις υλικές στερήσεις των ανθρώπων που ζουν στην Ελλάδα. Σ΄αυτήν την έρευνα η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει ότι, από το 2015 η Ελλάδα παραμένει σταθερά στην τριάδα των χωρών της Ε.Ε. με τη μεγαλύτερη υλική στέρηση βασικών αγαθών και εμπειριών. Μπροστά από εμάς βρίσκεται μόνο η Ρουμανία και η Βουλγαρία. Στην ειδική έρευνα για την υλική στέρηση, καταγράφεται ότι το 46% του πληθυσμού δεν μπορεί να πληρώσει ούτε μία εβδομάδα διακοπών. Ενώ για το φτωχότερο πληθυσμό το ποσοστό ανέρχεται στο 74,8%.
Και είναι αλήθεια ότι η πλειοψηφία όσων εργάζονται ή σπουδάζουν στην Ελλάδα, έζησε το ελληνικό καλοκαίρι μέσα από τα stories γνωστών ή φίλων. Αλλά ακόμα και αυτοί που μοιράστηκαν καλοκαιρινές στιγμές στα social, και στην πλειοψηφία τους είναι Gen Zers μας μιλούν για σύντομες αποδράσεις. Οι διακοπές τους είχαν τη διάρκεια ενός long weekend, χωρίς πραγματική ξεκούραση, χωρίς να καταφέρουν να αποφορτιστούν από τους ρυθμούς της καθημερινότητας.
Η ΕΛΣΤΑΤ καταγράφει ότι από το 2015 η Ελλάδα παραμένει σταθερά στην τριάδα των χωρών της Ε.Ε. με τη μεγαλύτερη υλική στέρηση βασικών αγαθών και εμπειριών. Στην ειδική έρευνα για την υλική στέρηση, καταγράφεται ότι το 46% του πληθυσμού δεν μπορεί να πληρώσει ούτε μία εβδομάδα διακοπών. Ενώ για το φτωχότερο πληθυσμό το ποσοστό ανέρχεται στο 74,8%.
Έτσι ήταν και ο διακοπές της Ολυμπίας, 23 χρονών, φοιτήτριας στο Βιολογικό, που εδώ και έξι μήνες δουλεύει service σε μία ψησταριά: «Πήγα στην Τήνο με τρεις ακόμη φίλες. Κλείσαμε από το Μάιο ένα τετραήμερο για τον Αύγουστο για αυτό και καταφέραμε να βρούμε κάτι σε λογική τιμή, που βγήκε 200 ευρώ το άτομο».
Για να έχουν εικόνα των εξόδων τους, από τα ακτοπλοϊκά μέχρι το νερό του περιπτέρου, χρησιμοποιούσαν την εφαρμογή Splitwise. «Τα σημειώναμε και τα μοιραζόμασταν όλα: από τον καφέ στην παραλία, τα ποτά, το φαγητό και ό, τι άλλο έξοδο προέκυπτε. Ηταν όλα τόσο ακριβά, που δεν υπήρχε περιθώριο να αφήσουμε τίποτα στην τύχη». Οι διακοπές της, παρόλο που ήταν όσο σύντομες «απαιτούσαν ακρίβεια στον σχεδιασμό μέχρι το τελευταίο ευρώ». Για μεγαλύτερη παραμονή, ούτε λόγος όπως λέει, αφού «ποιος έχει λεφτά για παραπάνω όταν για να φας μια μακαρονάδα έπρεπε να πληρώσεις 20 και 25 ευρώ ευρώ».
Η Ελευθερία είναι 20 χρονών. Είναι δευτεροετής στο Οικονομικό της Πάτρας και στις αρχές Ιουλίου που επέστρεψε στην Αθήνα, έψαχνε απεγνωσμένα την τελευταία στιγμή για μια δουλειά του ποδαριού. Ήθελε να καλύψει τα έξοδα των διακοπών της, ένα τετραήμερο στα μέσα Αυγούστου στην Πάρο: «Ένα δωμάτιο για τέσσερις, το οποίο στοίχισε 130 ευρώ στην καθεμία μας. Λόγω προβλημάτων υγείας που αντιμετώπισα τον περασμένο χειμώνα, μου ήταν δύσκολο να δουλέψω. Τα έξοδα θα τα κάλυπταν οι γονείς. Όταν όμως ήρθα στην Αθήνα, κατάλαβα ότι για να χρηματοδοτηθούν οι δικές μου διακοπές, αυτοί δεν θα μπορούσαν να κάνουν τις δικές τους, που ήταν ένα δεκαήμερο στο εξοχικό φίλων τους». Τα περισσότερα χρήματα κατάφερε να τα εξασφαλίσει συμμετέχοντας ως κοινό σε τηλεοπτικό σόου που θα αρχίσει να προβάλλεται τη νέα σεζόν: «Επάγγελμα χειροκροτητής» λέει, από το οποίο κατάφερε να βγάλει «τα χρήματα της διαμονής και κάτι παραπάνω». Για τις διακοπές στην Πάρο, το πρώτο που μας λέει, είναι, ότι «όλα ήταν πανάκριβα. Το εντυπωσιακό όμως δεν ήταν μόνο η ακρίβεια, αλλά και η αγένεια των ανθρώπων. Πηγαίναμε να πάρουμε στο φούρνο μία τυρόπιτα που έκανε πέντε και έξι ευρώ και μας μιλούσαν λες και τους κλέβαμε ή μας την έδιναν τζάμπα».
Η Φαίδρα σπουδάζει μαιευτική και δουλεύει εδώ και ένα χρόνο περίπου service σε γνωστή αλυσίδα καφέ. Φέτος ξεκινά πρακτική, αλλά τα 270 ευρώ που θα παίρνει, δεν φτάνουν όπως λέει. Οι διακοπές της καλύφθηκαν με δικά της έξοδα, «γιατί οι γονείς μου ίσα που καταφέρνουν να βγάζουν τα μηνιαία κόστη των λογαριασμών και του φαγητού. Οι διακοπές τους, έχουν περιοριστεί την τελευταία δεκαετία στο πατρικό του πατέρα μου σε ένα χωριό των Τρικάλων». Πήγε πέντε μέρες διακοπές με το αγόρι της. «Δεν πήραμε αμάξι γιατί σκεφτήκαμε ότι δεν μπορούμε να αντέξουμε το κόστος των 380 ευρώ. Στο τέλος μας ήρθε η μία η άλλη. Για να νοικιάσουμε μηχανάκι μας ζητούσαν 40 ευρώ την ημέρα, ενώ σχεδόν τίποτα δεν είχε λογική τιμή. Σε οργανωμένη παραλία για να καθίσεις σε ξαπλώστρα, το κόστος της ελάχιστης κατανάλωσης δεν έπεφτε στην καλύτερη περίπτωση κάτω από 25 ευρώ, ενώ αν ήθελες να μην ξοδέψεις ένα 60άρι για δύο μερίδες φαγητό, θα έπρεπε να βολευτείς με γύρους ή τοστ που κι αυτά ήταν επίσης πολύ ακριβά».
Κάποιοι Gen Zers δεν κατάφεραν να φύγουν ούτε για ένα τριήμερο. Η Ελεάνα σπουδάζει στη Φιλοσοφική Ιωαννίνων: «Πήγα στα Γιάννενα, κάνοντας συμφωνία με τους γονείς μου να πληρώνω εγώ το κόστος των διαμονής και των εξόδων μου. Διαφορετικά θα έπρεπε να ξαναδώσω εξετάσεις για να περάσω σε μία σχολή στην Αθήνα, όπως μου ζητούσαν, γιατί δεν μπορούσαν να καλύψουν τα έξοδα. Επειδή μου ήταν αδύνατο να ξαναμπώ στη δοκιμασία των πανελλαδικών, δουλεύω από το πρώτο έτος. Τα δύο προηγούμενα χρόνια δούλευα σεζόν στη Σαντορίνη και φέτος που είμαι Αθήνα, αν και δουλεύω πάλι, δεν περισσεύει τίποτα ούτε για ένα τριήμερο. Μετά τον καύσωνα του Ιουλίου, εξουθενώθηκα και ήθελα να φύγω με μία φίλη. Δεν είχαμε κλείσει τίποτα όμως και οι τιμές ήταν εξωφρενικές. Ψάξαμε αρχικά κάτι εδώ κοντά στην Αθήνα, στην Αίγινα, μετά στην Τζιά αλλά δεν βρήκαμε τίποτα που έκανε κάτω από 180 ευρώ τη βραδιά. Εάν συνυπολογίσεις ποτά και φαγητό, το πράγμα ξέφευγε τελείως. Ετσι τη βγάλαμε όλο το καλοκαίρι εδώ, πηγαίνοντας για μπάνιο σε κοντινές παραλίες τα Σαββατοκύριακα».
«Όλοι οι φίλοι μου δουλεύουν σεζόν», λέει ο Πέτρος, 21 χρονών, φοιτητής στο Οικονομικό Πανεπιστήμιο Αθηνών. «Κάποιος είναι στη Σαντορίνη, άλλος στην Πάρο, ένας τρίτος σε beach bar στη Νάξο. Κανείς δεν κάνει διακοπές κανονικές. Ούτε και εγώ. Δούλευα όλο το καλοκαίρι σε ένα καφέ στο Παλιό Φάληρο και πήγα ένα πενθήμερο στο φίλο μου στη Σαντορίνη που με βόλεψε κρυφά στο δωμάτιό του. Ξόδεψα πολύ περισσότερα από ότι υπολόγισα, αφού ακόμη και για να φας κάτι στο χέρι ήθελες δέκα και 15 ευρώ».

Τα νησιά έχουν βγει από το χάρτη των διακοπών
Οι οικογένειες έχουν βγάλει τελείως τα νησιά από το χάρτη: ακτοπλοϊκά, διαμονή, πανάκριβο φαγητό και παραλίες που απαιτούν «ελάχιστη κατανάλωση», σβήνουν για τους περισσότερους οποιοδήποτε όνειρο για μια μικρή έστω απόδραση. Σύμφωνα με την έρευνα του Ινστιτούτου Έρευνας Λιανεμπορίου Καταναλωτικών Αγαθών, το 68% των ερωτηθέντων δήλωσε ότι το μειωμένο διαθέσιμο εισόδημα τους, αποτελεί τον καθοριστικότερο περιορισμό για τις καλοκαιρινές του διακοπές. Στην έρευνα συμμετείχε ένα δείγμα 800 καταναλωτών από όλη την Ελλάδα, το οποίο δείχνει ξεκάθαρα την τάση που έχει διαμορφωθεί: Οι διακοπές είναι όνειρο θερινής νυκτός για την πλειοψηφία, καθώς το 52% δήλωσε ότι δεν προγραμματίζει διακοπές. Ενώ η συντριπτική πλειοψηφία η οποία έβαλε στα καλοκαιρινά της σχέδια αυτή την προοπτική, ήταν εξαιρετικά περιορισμένη τόσο από άποψη χρόνου όσο και τόπου. Το 53% δήλωσε ότι θα κάνει διακοπές από μία 1 έως επτά ημέρες. Ενώ το 54% ανέφερε ότι θα κάνει διακοπές στο εξοχικό του (31%) ή στην εξοχική κατοικία κάποιου φίλου ή συγγενή (23%).
«Έχω πάψει εδώ και μια δεκαετία να σκέφτομαι διακοπές σε κάποιο νησί» λέει ο Νίκος, 54 ετών, δημόσιος υπάλληλος. «Έτσι όπως τα έχω υπολογίσει, μπορώ να αντέξω ένα τετραήμερο άντε πενθήμερο, κι αυτό υπό προϋποθέσεις. Όχι πάντα. Όχι οπουδήποτε» Με τη σύντροφό του καταλήγουν σχεδόν κάθε χρόνο στο χωριό του, στην ορεινή Αρκαδία. «Το πατρικό μου είναι εκεί. Έχει δροσιά, δεν πληρώνουμε κατάλυμα, ξέρουμε τους ανθρώπους.» Όσο για τα νησιά, τα βλέπει πια με σκεπτικισμό: «Δεν υπάρχει πια value for money. Πληρώνεις πολλά για λίγα, είτε μιλάμε για το κατάλυμα, είτε για το φαγητό, είτε για τις πιο απλές υπηρεσίες».
Αυτό έκανε και η Ιωάννα, 48 ετών, ιδιωτική υπάλληλος μητέρα δύο παιδιών: «Έχω ένα σπίτι στην Εύβοια, το οποίο δεν είναι ακριβώς εξοχικό. Είναι το πατρικό σπίτι του πατέρα μου. Παλιότερα κάναμε διακοπές πάντα σε κάποια άλλο μέρος και μετά τελειώναμε το καλοκαίρι μας εδώ στην Εύβοια. Ήταν περίπου μία αναγκαστική υποχρέωση, να περάσουμε λίγες μέρες και με τους γονείς. Σήμερα, με την ακρίβεια και τις απλησίαστες τιμές, λέω συνεχώς ότι, ευτυχώς που υπάρχει κι αυτό και δεν βράζουμε στην Αθήνα. Μόνο τα ακτοπλοϊκά για ένα νησί των Κυκλάδων ξεπερνάει σχεδόν το επίδομα της άδειάς μου», λέει.
Από το 2019 και μετά οι τιμές των ακτοπλοϊκών εκτοξεύτηκαν. Σύμφωνα με στοιχεία της online πλατφόρμας κράτησης ακτοπλοϊκών εισιτηρίων ferryroute.com η οποία συνέκρινε την εξέλιξη στις τιμές των ναύλων από το 2019 έως το 2024, οι διαφορές ήταν συντριπτικές. Κατέγραψε αυξήσεις της τάξεως των 40% έως και 60% για τις τιμές απλώς εισιτηρίων αλλά και οχημάτων, για τα δρομολόγια που αφορούσαν τα Χανιά, τη Σαντορίνη, τη Ρόδο, την Τήνο, και την Πάρο. Φέτος υπήρξε κυβερνητική παρέμβαση για να συγκρατηθούν οι τιμές, οι οποίες θα έπαιρναν ακόμη περισσότερο την ανιούσα, εξαιτίας μίας κοινοτικής οδηγίας που τέθηκε σε ισχύ και υποχρεώνει όλα τα πλοία που ταξιδεύουν στη Μεσόγειο να χρησιμοποιούν πράσινα καύσιμα. Ανακοινώθηκε δέσμη μέτρων η οποία αφορούσε τη μείωση των λιμενικών τελών, μέσω της οποίας όπως υποστήριξε η κυβέρνηση θα οδηγούσε στη συγκράτηση των τιμών. Το Παρατηρητήριο Τιμών για τις ακτοπλοϊκές μεταφορές που λειτούργησε πιλοτικά για έξι μήνες, από το υπουργείο Ναυτιλίας, είναι ανενεργό από τον περασμένο Μάιο. Σ' αυτό δημοσιεύονταν σε εβδομαδιαία και μηνιαία βάση οι τιμές στα δρομολόγια 40 λιμένων και οι πολίτες μπορούσαν να βλέπουν τις αυξομειώσεις των τιμών. Σε σχετική ερώτηση που κατέθεσε το ΠΑΣΟΚ για το ζήτημα, αναφέρει ότι «οι αυξήσεις στους ακτοπλοϊκούς ναύλους προσεγγίζουν το 43% από το 2019 έως το 2025, την ώρα που ο σωρευτικός πληθωρισμός προσεγγίζει το 18%».

Τα εξοχικά που μπαίνουν στη βραχυχρόνια μίσθωση
Ακόμη όμως και τα σχέδια για τη φιλοξενία σε κάποιο φίλο ή συγγενή, σιγά σιγά αρχίζουν και ματαιώνονται. Η αγορά του real estate, δείχνει ότι οι περισσότεροι ιδιοκτήτες βγάζουν τις εξοχικές κατοικίες τους στη βραχυχρόνια μίσθωση για να μπορέσουν να τα ανταπεξέλθουν στα έξοδα συντήρησής τους. Αυτό έκανε και ο Δημήτρης, 54 ετών που έχει κληρονομήσει ένα εξοχικό στη Σκιάθο. «Το καλοκαίρι το σπίτι ήταν πάντα γεμάτο. Πολλές φορές έδινα τα κλειδιά σε φίλους και όταν ξεκινούσαν οι δικές μου διακοπές τον Αύγουστο, φιλοξενούσα πάντα δικούς μου ανθρώπους στο δεύτερο δωμάτιο. Όμως τα τελευταία τρία χρόνια, το αυξημένο κόστος ζωής με ανάγκασε να το εντάξω σε πλατφόρμα βραχυχρόνιας μίσθωσης. Έρχομαι για δύο εβδομάδες τον Ιούνιο και το δίμηνο Ιουλίου – Αυγούστου το σπίτι είναι νοικιασμένο. Ξαναέρχομαι με κάποιες παρέες από τις 10 Σεπτεμβρίου για άλλες δύο εβδομάδες», λέει.
Τη λογική του Δημήτρη ακολουθούν χιλιάδες ακόμη ιδιοκτήτες και στην Αττική, μία πρακτική που απομακρύνει το ενδεχόμενο μικρών διακοπών, ακόμη και μέσα στην Αττική. Πολλοί ήταν άλλωστε οι Αθηναίοι παλιότερα που μίσθωναν μία εξοχική κατοικία για όλη την καλοκαιρινή σεζόν ή για ένα μήνα στις παραθαλάσσιες περιοχές της Αττικής, όπως το Πόρτο Ράφτη, την Κινέτα, την Ανάβυσσο ή ακόμη και τη Βάρκιζα. Σήμερα, αυτή η λογική έχει τελειώσει. Τα περισσότερα από αυτά τα σπίτια έχουν βγει στη βραχυχρόνια μίσθωση και οι τιμές είναι απαγορευτικές.
Σύμφωνα με τα στοιχεία του του Πανελλαδικό Δίκτυου Κτηματομεσιτών E-Real Estates, η ενοικίαση τέτοιων κατοικιών έχει σταματήσει να είναι μία low budget επιλογή. Για όσες από αυτές τις κατοικίες δεν έχουν βγει στη βραχυχρόνια μίσθωση οι μηνιαίες μισθώσεις κυμαίνονται από 1800 ευρώ έως 3.000 ευρώ.
Όταν το 2024 το 74,8% των φτωχών οικογενειών αδυνατούσαν να στηρίξουν οικονομικά έστω και μια τακτική συμμετοχή των παιδιών τους σε δραστηριότητες αναψυχής, όταν το 81,9% των φτωχών νοικοκυριών, όπως και σχεδόν το 50% των «μη φτωχών» δηλώνει οικονομική αδυναμία να αντιμετωπίσει έκτακτες αλλά αναγκαίες δαπάνες, τότε μπορεί να φανταστεί κανείς γιατί οι διακοπές είναι άπιαστο όνειρο για τους περισσότερους πολίτες. Υπό αυτό πρίσμα, η πρόσφατη ανάρτηση του Άκη Σκέρτσου, υπουργού Επικρατείας, με φόντο ένα ηλιοβασίλεμα και ευχές σε όσους «δεν κατάφεραν φέτος να κάνουν διακοπές να κρατήσουν μια τέτοια εικόνα «στο συρτάρι του μυαλού τους», δεν είναι απλώς ατυχής. Δείχνουν απόλυτη έλλειψη ενσυναίσθησης, να αφουγκραστεί την κοινωνία και τις ανάγκες της.