ΟΙ ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΚΕΣ ΕΠΙΘΕΣΕΙΣ της 11ης Σεπτεμβρίου του 2001 στις ΗΠΑ αποτελούν ασφαλώς τον πιο βίαιο, τρομακτικό και αδιανόητο τρόπο με τον οποίο θα μπορούσε να εγκαινιαστεί η νέα χιλιετία παγκοσμίως. Επρόκειτο για ένα ανέλπιστο συλλογικό σοκ: ολόκληρος ο πλανήτης να παρακολουθεί, σε ζωντανή μετάδοση, μια ασύμμετρη επίθεση, χωρίς καθόλου οπλικά συστήματα και χωρίς κανέναν στρατό, οργανωμένο ή αντάρτικο, εκεί που φαντασιακά χτυπούσε η καρδιά του δυτικού πολιτισμού και, θα έλεγα, του δυτικού φαντασιακού: στο Μανχάταν της Νέας Υόρκης (παρότι βεβαίως οι επιθέσεις στρέφονταν τόσο στο Αμερικανικό Πεντάγωνο όσο και στο Καπιτώλιο της Ουάσινγκτον).

 

Τι είδους «πόλεμος» ήταν άραγε αυτός, και αν ήταν όντως «πόλεμος», ποιος ήταν ο εχθρός και ποιος ήταν αλήθεια ο στόχος του; Τι ήταν τελικά αυτό που συνέβαινε εκείνη την ηλιόλουστη μέρα στον ουρανό της Νέας Υόρκης, στους δύο πανύψηλους ουρανοξύστες της, που ούτε στρατιωτικά μυστικά έκρυβαν ούτε υψηλά ιστάμενους της πολιτικής φιλοξενούσαν;

 

Παραμένει πράγματι ένα περίπλοκο ερώτημα πόσο βαθιά η επίθεση αυτή επηρέασε τις πολιτικές, κοινωνικές και οικονομικές εξελίξεις σε παγκόσμιο επίπεδο, ασχέτως αν ο αποκρουστικά θεαματικός τρόπος των επιθέσεων των αεροπειρατών έδωσε όντως την εντύπωση ότι επρόκειτο για κάτι που θα άλλαζε πλήρως τον ρου της ιστορίας.

 

Σήμερα, πάντως, με την απόσταση των 20 ετών και μετά από όλο αυτό το εγχείρημα της «δεύτερης σταυροφορίας» των ΗΠΑ στη Μ. Ανατολή, που βαφτίστηκε «πόλεμος κατά της τρομοκρατίας», γνωρίζουμε ότι σε πολιτικό επίπεδο, τα κέρδη για την Ουάσινγκτον, την παγκόσμια σταθερότητα, την ειρήνη και τον εκδημοκρατισμό ήταν αναντίστοιχα των ανθρώπινων και υλικών πόρων που δαπάνησαν εκεί οι ίδιες. Τεράστια κινητοποίηση, ελάχιστα απτά κέρδη.

 

Ο περιβόητος πόλεμος κατά της τρομοκρατίας από την πλευρά των ΗΠΑ, τόσο όσον αφορά τις υπηρεσίες ασφαλείας της όσο και τον στρατό της, υπήρξε μάλλον μια θλιβερή υπόθεση: αν εξαιρεθεί η επιτυχημένη επιχείρηση δολοφονίας του Οσάμα Μπιν Λάντεν, καθώς και η σύλληψη άλλων διαβόητων τρομοκρατών (ορισμένοι εκ των οποίων παραμένουν έγκλειστοι των Αμερικανών χωρίς δίκη εδώ και 20 χρόνια), είναι πραγματικά δύσκολο να πει κανείς ποιο ήταν το πρόβλημα που έλυσε η παράλληλη κατοχή του Αφγανιστάν και του Ιράκ.

 

Αν και δεν γνωρίζουμε με σιγουριά αν αποτράπηκαν άλλα παρόμοια χτυπήματα στο αμερικανικό έδαφος, το βέβαιο είναι πάντως ότι η τρομοκρατία του τύπου που εγκαινίασαν οι επιθέσεις της 11/9 έγινε παντού αλλού κυρίαρχη, και είδαμε έκτοτε φρικτά δείγματά της τόσο στην Ευρώπη (Βρετανία, Ισπανία, Γαλλία, Γερμανία) όσο και στον μουσουλμανικό κόσμο.

 

Κατά μία έννοια, ο μεγαλύτερος χαμένος από αυτόν τον πόλεμο ήταν τα ίδια τα βασικά δικαιώματα των Αμερικανών πολιτών, καθώς θα παραβιάζονταν ευθέως τα επόμενα χρόνια από τις αντισυνταγματικές προβλέψεις του Patriot Act, ο οποίος προέβλεπε φρικτές μεθόδους βασανιστηρίων για τους υπόπτους τρομοκράτες καθώς και μαζικές παρακολουθήσεις ανύποπτων Αμερικανών στο όνομα της καταπολέμησης της τρομοκρατίας. Κατάφερε έτσι το αμερικανικό κράτος να μοιάσει για λίγο με εκείνους που τους είχαν επιτεθεί – αν και βεβαίως η αμερικανική δημοκρατία εξακολουθεί να παραμένει η ισχυρότερη στον κόσμο παρά το πρόσκαιρο πισωγύρισμα.

 

Για τον λόγο αυτό, θα έλεγα ότι οι ουσιαστικότερες και βαθύτερες αλλαγές που επέφεραν τα χτυπήματα της 11/9, και που θα μας συνοδεύουν για καιρό, είχαν να κάνουν αφενός με τα ίδια τα θύματα και τους επιζήσαντες μετά την καταστροφή, αφετέρου με τους ίδιους τους τζιχαντιστές τρομοκράτες, την εμπέδωση του ιδιαίτερου προφίλ τους και το νέο είδος της τζιχάντ που επικράτησε ακολούθως.

 

Υπήρξε συνεπώς η πιο οπτικοποιημένη συλλογική τραγωδία στην ιστορία της ανθρωπότητας, ξεπερνώντας ακόμη και τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ή τον Πόλεμο του Βιετνάμ, όπου κι εκεί μεν διαθέτουμε πλούσιο οπτικό υλικό αλλά και πάλι μέσα από τα επίσημα ή κρατικά δίκτυα ενημέρωσης - όχι από τους ίδιους τους απλούς εμπλεκόμενους.

 

Η καταστροφή της 11ης Σεπτεμβρίου υπήρξε, μέσα στον ζόφο του θανάτου, μαζί και ο θρίαμβος της προσωπικής μαρτυρίας. Ιδίως οι επιζήσαντες των επιθέσεων στους Δίδυμους Πύργους (όπου καταγράφηκε και η συντριπτική πλειοψηφία των θανάτων εκείνης της ημέρας, από τις συνολικά τέσσερις επιθέσεις με αεροπλάνα ανά τη χώρα), κατάφεραν, μέσα σε ελάχιστο χρονικό διάστημα, να υπερβούν το σοκ και να αφηγηθούν την τρομερή αυτή εμπειρία με όλες τις συγκλονιστικές της λεπτομέρειες. Μεταξύ αυτών και οι πυροσβέστες και οι διασώστες που επίσης υπέφεραν εκείνη την ημέρα τις μεγαλύτερες απώλειες στην ιστορία του Σώματος.

 

Έτσι, ενώ σε άλλες συλλογικές τραγωδίες, τα θύματα κατάφερναν να κάνουν τη φωνή τους να ακουστεί μόνο πολύ αργότερα (βλ. τους επιζήσαντες του Ολοκαυτώματος που ουσιαστικά άρχισαν να καταθέτουν τη μαρτυρία τους και να μιλούν σε σχετικά ντοκυμαντέρ, μόλις από τη δεκαετία του '80 και μετά), σε αυτήν την περίπτωση, τα θύματα και η προσωπική τους εμπειρία έγιναν αμέσως οι πρωταγωνιστές, ξεπερνώντας ακόμη και τον λόγο της εξουσίας.

 

Άλλωστε οι τρομοκράτες δεν είχαν πλήξει στρατιωτικούς στόχους (πλην του Πενταγώνου) αλλά δύο κτίρια που φιλοξενούσαν απλούς, καθημερινούς εργαζόμενους, οι περισσότεροι εκ των οποίων μάλλον αγνοούσαν εντελώς το (γεω)πολιτικό συγκείμενο της επίθεσης, ούτε και γνώριζαν τι ήταν αυτός ο «ιερός πόλεμος» των τζιχαντιστών. Απλούστατα, μια κανονική εργάσιμη μέρα σαν όλες τις άλλες, δύο αεροπλάνα από το πουθενά θα καρφώνονταν, για άγνωστους λόγους, μέσα στο γραφείο που εργάζονταν. Το να βγουν ζωντανοί από αυτή την κόλαση ώστε να ξανασυναντήσουν τους αγαπημένους τους, και αργότερα να μπορούν να ξαναβρούν τον χαμένο τους ύπνο από τους εφιάλτες που θα τους στοίχειωναν μόνιμα, ήταν και το μόνο που τους ενδιέφερε, όπως κι εκείνο που θα απασχολούσε το αφήγημά τους.

 

Δεν είχαν κάνει άλλωστε τίποτε για το οποίο να αισθάνονται ένοχοι, ούτε και έτρεφαν αναγκαστικά κάποιο μίσος για εκείνους που τους είχαν επιτεθεί. Σε αυτήν την περίπτωση, τα θύματα ήταν ο ορισμός της κοινοτοπίας του καλού.

 

Βοήθησε σε αυτό και η άνευ προηγούμενου οπτικοποίηση της τραγωδίας. Η καταστροφή δεν καταγράφηκε μόνο από τα επίσημα τηλεοπτικά δίκτυα όπως άλλες φορές αλλά και από πολλές χιλιάδες ιδιώτες μέσα από τα κινητά τους τηλέφωνα. Στο μουσείο της 11/9 στη Νέα Υόρκη καθώς και στα διάφορα ντοκιμαντέρ που κυκλοφορούν, μπορεί κανείς να παρακολουθήσει τις επιθέσεις από δεκάδες οπτικές γωνίες και να δει την αποτύπωσή τους μέσα από χιλιάδες ατομικές εμπειρίες, εντός των Πύργων την ώρα της διάσωσης ή έξω από αυτούς κατά τη διάρκεια της κατάρρευσης τους.

 

Υπήρξε συνεπώς η πιο οπτικοποιημένη συλλογική τραγωδία στην ιστορία της ανθρωπότητας, ξεπερνώντας ακόμη και τον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο ή τον Πόλεμο του Βιετνάμ, όπου κι εκεί μεν διαθέτουμε πλούσιο οπτικό υλικό αλλά και πάλι μέσα από τα επίσημα ή κρατικά δίκτυα ενημέρωσης – όχι από τους ίδιους τους απλούς εμπλεκόμενους.

 

Το καινοφανές αυτό στοιχείο θεωρώ ότι αλλάζει τον τρόπο που αφηγούμαστε ένα ιστορικό γεγονός. Από το κλασικό μοντέλο του «παντογνώστη» αφηγητή που βάζει τα τεκμήρια στη σειρά και προσπαθεί να τους δώσει μια βάσιμη ερμηνεία, περνάμε σε μια πολυπρόσωπη αφήγηση όπου κυριαρχεί η υποκειμενική θέαση και η ποικιλομορφία των οπτικών γωνιών από τις οποίες παρατηρούμε ένα γεγονός. Χωρίς να σημαίνει ότι έπαψε να μας χρειάζεται ο «παντογνώστης» ειδικός που επεξεργάζεται θεωρητικά και βαθύτερα ένα κοινωνικό ή ιστορικό φαινόμενο, σημασία έχει ότι η θυματοκεντρική προσέγγιση έρχεται να ενισχύσει πολλαπλώς τις ευαισθησίες μας κατά την καταγραφή των συλλογικών μας εμπειριών, ιδίως των πιο τραγικών.

 

11η Σεπτεμβρίου: Η θαρραλέα φωνή των θυμάτων και η θανατολαγνεία των τρομοκρατών
Σε αυτήν την περίπτωση, τα θύματα ήταν ο ορισμός της κοινοτοπίας του καλού. Φωτο: AP

 

Η ατομοκεντρική καταγραφή των μεγάλων γεγονότων του 21ου αιώνα αφορά όμως και την τρομοκρατία, δηλαδή και τους ίδιους τους τρομοκράτες και τον τρόπο που δρουν και κατανοούν αυτό που κάνουν. Το ίδιο το φαινόμενο είναι βέβαια πανάρχαιο, ήδη από τις τυρρανοκτονίες στον αρχαίο κόσμο, φθάνοντας μέχρι τις εξτρεμιστικές ομάδες του αντι-αποικιακού αγώνα στον 20ό αιώνα, και την ακροδεξιά τρομοκρατία και το ακροαριστερό αντάρτικο των πόλεων της δεκαετίας του '70 ή την τρομοκρατία της παλαιστινιακής Χεζμπολάχ.

 

Ωστόσο, αυτή η γενιά τζιχαντιστών που προέκυψε μαζί με τον Μπιν Λάντεν (όπως και η επόμενη μετά από αυτόν), πραγματοποιώντας τα πρώτα της χτυπήματα στο World Trade Center to 1993 καθώς και σε αμερικανικές πρεσβείες της Αφρικής το 1998 ή στο USS Cole το 2000, διέφερε ριζικά ως προς τις αντιλήψεις της και τους στόχους της από όσες τρομοκρατικές ομάδες δρούσαν στη Μ. Ανατολή ως τότε. Βασικό χαρακτηριστικό της ήταν ότι η νέα αυτή τζιχάντ δεν είχε σαφείς πολιτικούς στόχους, όπως είχε π.χ. η Χεζμπολάχ όταν έπιανε Αμερικανούς ομήρους, στο όνομα του αντισιωνιστικού αγώνα και με απώτερο στόχο την ίδρυση ενός ανεξάρτητου παλαιστινιακού κράτους.

 

Αντίθετα, η ίδρυση ενός Ισλαμικού Κράτους (Daech ή Daesh) παραμένει βέβαια ένας φαντασιακός σκοπός αλλά μόνο φαντασιακός, χωρίς προσδιορισμένη εδαφικότητα, και χωρίς να σχετίζεται, παρά μόνο πολύ έμμεσα, με μια σαφή στρατηγική ενταγμένη στις γεωπολιτικές ισορροπίες της Μ. Ανατολής.

 

Αναφερόμαστε προφανώς εδώ αυστηρά στους τρομοκράτες και όχι στους ηγέτες των Ταλιμπάν ή του ISIS που είχαν κι έχουν καθεστωτικές βλέψεις, οι οποίες όμως καθόλου δεν εξυπηρετήθηκαν από χτυπήματα όπως της 11/9 – εντελώς το αντίθετο μάλιστα, αφού ακολούθως κατέληξαν με μια αμερικανική κατοχή στον σβέρκο τους, διάρκειας 20 χρόνων.

 

Αυτό που προκύπτει από το προφίλ των τρομοκρατών αυτού του τύπου ήταν ότι ο στόχος τους ήταν καθαρά αποκαλυπτικός: επιδίωξή τους ήταν στην ουσία ένας εξαγνιστικός θάνατος στο όνομα του Αλλάχ (στη σουνίτικη εκδοχή του), ένας θάνατος μάλιστα που δεν θα εξάγνιζε μόνο τους ίδιους αλλά ενδεχομένως και τους γονείς τους ή τους προγόνους τους, οι οποίοι είχαν απομακρυνθεί από τον δρόμο της αυστηρής ευσέβειας και βίωναν την κατάσταση της «τζαχιλίγια» (εποχή της άγνοιας που παρέπεμπε στην εποχή των Φαραώ).

 

Από τη δεκαετία του '80 που έγιναν πιο συχνές οι αεροπειρατείες ως τρομοκρατική μέθοδος (κυρίως των διαφόρων παλαιστινιακών ομάδων), οι αεροπειρατές διέθεταν πάντοτε και σχέδιο διαφυγής. Αντιθέτως, οι συνολικά 19 αεροπειρατές της 11/9 είχαν ανέβει στα αεροπλάνα καθαρά για να πεθάνουν με έναν εντυπωσιακό και αποκαλυπτικό τρόπο, σε παγκόσμια τηλεοπτική μετάδοση, διότι θεωρούσαν ότι έτσι θα συναντούσαν γρηγορότερα τον Προφήτη ο οποίος, σημειωτέον, επρόκειτο σύντομα να αποκαλυφθεί ξανά – έτσι τουλάχιστον πρέσβευαν οι επανερμηνείες του Κορανίου από ισλαμιστές ιδεολόγους με τρομερή επιρροή στα μέσα του 20ού αιώνα, όπως ο Αιγύπτιος Μουσουλμάνος Αδελφός, Σαγίντ Κουτμπ (βλ. το βιβλίο του «Ορόσημα»), που ζητούσε «την καταστροφή του βασιλείου του ανθρώπου και την εγκαθίδρυση του βασιλείου των ουρανών επί της γης».

 

Περισσότερο από ουτοπικό, λοιπόν, το σχέδιό τους ήταν εσχατολογικό και μηδενιστικό. Δεν είχε άλλη (πολιτική) επιδίωξη από τον θάνατο και την καταστροφή, αδιαφορώντας για τις όποιες πολιτικές, κοινωνικές και ηθικές συνέπειες. Όπως περίπου είχε πει και ο Μπιν Λάντεν απευθυνόμενος στους Δυτικούς, σε μια συνέντευξή του το 1997, «εσείς λατρεύετε τη ζωή, εμείς τον θάνατο».

 

Ποιος κέρδισε τελικά από αυτήν τη σύγκρουση; Η ζωή ή ο θάνατος; Οι τρομοκράτες της 11/9, και όσοι τους αντέγραψαν τα επόμενα χρόνια (π.χ. Μπατακλάν), συνάντησαν τελικά αυτό που έψαχναν διακαώς: τον Προφήτη τους. Δεν είναι πια μαζί μας, ούτε και πέτυχαν στην πραγματοποίηση κανενός πολιτικού σχεδίου, αφού άλλωστε δεν είχαν τέτοιο. Οι επιζήσαντες των επιθέσεων όμως που παραμένουν κοντά στους αγαπημένους τους δεν κέρδισαν μόνο τη ζωή τους αλλά κάτι ακόμη περισσότερο: κέρδισαν το δικαίωμα να την αφηγούνται και να την επαναξιολογούν έχοντας γίνει δυνατότεροι μέσα από την τρομακτική τους εμπειρία. Και ξέρουμε ότι δεν υπάρχει καλύτερο παυσίλυπο στον θάνατο από τις λέξεις.

 

11η Σεπτεμβρίου: Η θαρραλέα φωνή των θυμάτων και η θανατολαγνεία των τρομοκρατών
Ποιος κέρδισε τελικά από αυτήν τη σύγκρουση; Η ζωή ή ο θάνατος; Φωτο: AP