Οι μόνες φορές που η τηλεόρασή μου δεν λειτουργεί ως μόνιτορ άλλης συσκευής είναι όταν κάθομαι να φάω κάτι πρόχειρο και αναζητάω στα κανάλια καμιά πολυφορεμένη μέχρι αηδίας ελληνική ταινία να συνοδεύσει ανώδυνα και καθησυχαστικά το γεύμα. Άμα δεν παίζει πουθενά, βάζω από το YouTube, χαμογελάω μόνος μου με τις γνωστές ατάκες πριν ακουστούν ακόμη και σκέφτομαι πού και πού διάφορους γνωστούς και φίλους που δεν έχουν ιδέα από όλο αυτό το σύμπαν κινηματογραφικής ηθογραφίας –το τόσο οικείο στους περισσότερους–, επειδή μικρούς δεν τους άφηναν οι κατά κανόνα αριστεροί αστοί γονείς τους να βλέπουν «ελληνικές» ταινίες στην τηλεόραση για να μη μολυνθούν από τη μικροαστική πλέμπα και τη βαθιά συντήρηση που αυτές εκπροσωπούν. Καμιά φορά οι ίδιοι αυτοί φίλοι με ρωτάνε τι βρίσκω στο «είδος» και κολλάω ακόμα με τόσο παρωχημένο, μετεμφυλιακό και διαβρωτικά νοσταλγικό υλικό. Δεν τους λέω πόσο με σοκάρει η απαγόρευση που δέχτηκαν σε τρυφερή ηλικία, απλώς λέω ότι δεν ήταν όλες ίδιες, ότι λειτουργούν ως αφηγήματα που σε συνδέουν με τους συμπατριώτες σου και επίσης ότι η στεγνή ιδεολογική ανάγνωση δεν σε πάει και πολύ μακριά συνήθως, όπως κατάλαβα μεγάλος, και απορώ που δεν το έπιαναν αυτό μεγάλοι επίσης άνθρωποι, όπως οι γονείς τους τότε – γνωρίζω, άλλωστε, αρκετούς ανθρώπους με πολύ αυστηρά και ζόρικα ιδεολογικά αλλά και αισθητικά κριτήρια που χαζεύουν τακτικά τις παλιές ταινίες του εμπορικού σινεμά, χρησιμοποιώντας τες κυρίως ως κουβέρτα ασφαλείας απέναντι σε ένα όλο και πιο ακατανόητο και εχθρικό τοπίο.

 

Κι εγώ αγαπάω αυτήν τη γ****ένη πόλη που μ' έχει προσδιορίσει τόσο βαθιά, αλλά, εντάξει, λίγο κράτει με την ιδέα του «εξευγενισμού» γενικά, και όχι μόνο ως απόδοση του gentrification.


Οι ταινίες αυτές λειτουργούν ως μια αιώνια, αμετακίνητη, φαντασιακή γειτονιά, χωρίς τα δυσάρεστα στοιχεία της πραγματικής μικροαστικής γειτονιάς όπου μεγάλωσες και δεν έβλεπες την ώρα να εγκαταλείψεις. Και μοιάζει πάντα περίεργο να ακούς να δοξολογούν την ιδέα της «γειτονιάς» άνθρωποι που προέρχονται από προνομιακά, αραιοκατοικημένα περιβάλλοντα – άνθρωποι που δεν τους επετράπη η εξοικείωση με τη μαζική κουλτούρα του ελληνικού εμπορικού σινεμά και δεν έχουν ιδέα από τους συνειρμούς εγκλωβισμού και ασφυξίας που μπορεί να προκαλεί σε πολλούς αυτή η λέξη. Δύσκολο να εξηγήσεις αυτό το φετίχ «εξευγενισμού» (gentrification) με τη γειτονιά σε παιδί μικροαστικής ή/και εργατικής τάξης που λαχταρούσε να ξεφύγει από τη μοίρα του. Όχι να (αν)ελιχθεί ως killer επαρχιώτης ή απλώς να εκπληρώσει μέσω της εισαγωγής του στο σύστημα ανώτερης εκπαίδευσης το αιώνιο μικροαστικό όνειρο αλλά να ξεφύγει από τη γειτονιά και τους γείτονες.

 

Οι νεότερες γενιές δεν φαίνεται να έχουν τέτοια κολλήματα.Και από «εμπορικές» ελληνικές ταινίες προτιμούν μάλλον την cult ντέκα εκδοχή της δεκαετίας του '80, ασχέτως του αν αυτά τα έργα κάνουν ακόμα και τις πιο ρουτινιάρικες ταινίες του συστήματος μαζικής παραγωγής του '60 να μοιάζουν νουβέλ βαγκ. Κάποιοι πιο ψαγμένοι παρακολουθούν και τις παλιές, αναζητώντας τις απαρχές μιας βαθιά κατοχυρωμένης νεοελληνικής συμπεριφοράς και αισθητικής. Ή χαζεύουν τα σπίτια της Αθήνας όπως φαίνονται στις ταινίες πριν και μετά την ανοικοδόμηση, σαν τους σύγχρονους αναθεωρητές του αστικού τοπίου που μέσα στην μπίχλα του κέντρου της πρωτεύουσας –που μοιάζει όλο και πιο παρατημένο– ανακαλύπτουν σε κάθε δεύτερη πολυκατοικία εξέχοντα δείγματα αθηναϊκού μοντερνισμού. Είμαι αρκετά μεγάλος για να θυμάμαι την προηγούμενη πίστα πριν από το δέος με τον «αθηναϊκό μοντερνισμό», όταν τόσο θαυμασμό προκαλούσαν τα νεοκλασικά και όσοι έμεναν σ' αυτά, ακόμα κι αν τα σπίτια μέσα ήταν πιο κρύα κι από τον θάνατο. Εντάξει, κι εγώ με τα χρόνια έμαθα να εκτιμώ αρχιτεκτονικά χαρακτηριστικά και στοιχεία που δεν πρόσεχα μικρός (προέρχομαι από τα προάστια άλλωστε), και τέλος πάντων κι εγώ αγαπάω αυτήν τη γ****ένη πόλη που μ' έχει προσδιορίσει τόσο βαθιά, αλλά, εντάξει, λίγο κράτει με την ιδέα του «εξευγενισμού» γενικά, και όχι μόνο ως απόδοση του gentrification. Με κάτι τέτοια και με το άλλο το μεγάλο κόλπο, που ο καθένας νοικιάζει στο AirBnB ακόμα και την τουαλέτα του, έχουν απογειωθεί ξανά τα ενοίκια και δεν μπορούμε να βρούμε ένα σπίτι της προκοπής πια.