Πρέπει να 'χαμε δραχμές. Πάνε 20 χρόνια και βάλε. Τη θυμάμαι όμως σαν να 'ναι χθες. Ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς. Λίγο πριν από την αλλαγή του χρόνου. Ντυμένος στην πένα, κατέβαινα βιαστικά τη Βάρης-Κορωπίου, ανυπόμονος για το ρεβεγιόν, αλλά κι αγχωμένος. Από τις μέρες που το ρολόι τρέχει πιο γρήγορα απ' το κανονικό.

 

Πλησίαζα στη συμβολή με την παραλιακή. Ο δρόμος άδειος. Ο κόσμος είχε κατασταλάξει, όπως θα έλεγε κι η θεία μου, αν ήταν εδώ. Τον είδα με την άκρη του ματιού μου και με τη μία τον απέφυγα. Αυτό που στρουθοκαμηλίζεις και νομίζεις ότι θα φύγει ο άλλος. Ευχόμουν το φανάρι να ανάψει γρήγορα πράσινο. Ο τύπος ήταν στο πεζοδρόμιο και ζητούσε υπομονετικά βοήθεια. Ήρεμα και καρτερικά. Καθώς πρέπει, ευγενικός, η επιτομή της αξιοπρέπειας. Με το που άναψε το φανάρι την έκανα βιαστικά για να τον αποφύγω. Χαρούμενος που δεν πρόλαβαν να ανταμώσουν οι ματιές μας. Η όλη φάση μου ήταν πολύ άβολη.

 

Στο πρώτο φανάρι έκανα αναστροφή, κι ας απαγορευόταν. Ήμουν ήδη εκτός χρόνου, αλλά δεν μ' ένοιαζε πια. Το μόνο που μ' ένοιαζε ήταν να μην είχε φύγει από το πόστο του.

 

Απομακρύνθηκα βιαστικά. Πρέπει να είχα ξεμακρύνει κάνα δυο χιλιόμετρα και τότε κάτι άρχισε να αλλάζει μέσα μου. Όσο προχωρούσα, τόσο άλλαζε. Όσο προχωρούσα τόσο πιο πολύ το(ν) ένιωθα. Άρχισα να βλέπω τα χαρακτηριστικά του προσώπου του, αυτήν τη φορά πιο ξεκάθαρα. Τον όμορφο χαρακτήρα του πιο έντονα. Μέχρι που δεν μπορούσα να το αντέξω άλλο. Λες κι είχα φτάσει στην άκρη του σκοινιού κι αυτό είχε τεντώσει. Και δεν με άφηνε να πάω παραπέρα. Σαν να με τράβαγε πίσω.

 

Στο πρώτο φανάρι έκανα αναστροφή, κι ας απαγορευόταν. Ήμουν ήδη εκτός χρόνου, αλλά δεν μ' ένοιαζε πια. Το μόνο που μ' ένοιαζε ήταν να μην είχε φύγει από το πόστο του. Γκάζωνα ολοένα περισσότερο για να τον προλάβω. Ήμουν πια ένα φανάρι μακριά του. Με ανακούφιση άρχισα να ξαναδιακρίνω τη σιλουέτα του. Χαμογελαστός, ευγενικός, υπομονετικός. Στο ίδιο ακριβώς σημείο. Δεν είχε άλλα αμάξια, άρα κι ελπίδα για χαρτζιλίκι. Η ώρα πλησίαζε ακριβώς κι ο τύπος σίγουρα θα έκανε πρωτοχρονιά στον δρόμο.Πέρασα φουριόζος από δίπλα του, από την άλλη κατεύθυνση, αναζητώντας την πρώτη αναστροφή. Ίσως θα έκανα κι εγώ πρωτοχρονιά στον δρόμο. Δεν μ' ένοιαζε πια.

 

Φτάνω πλάι του. Με πλησιάζει αδιάφορα, πάντα ευγενικά, χωρίς ελπίδα, χωρίς καμία προσδοκία. Με αναγνωρίζει. Απορία το συναίσθημα. Γιατί πάλι εδώ; Αφού δεν (με) γουστάρεις. Του χαμογελάω. Όχι πολύ. Αν ήταν εξετάσεις, ίσα που θα περνούσα.

 

Βάζω το χέρι στην κωλότσεπη. Πιάνω το πρώτο χαρτονόμισμα. Πεντοχίλιαρο (δρχ) ήταν. Του το δίνω. Του χαμογελάω. Ξαφνιάζεται. Μια βλέπει εμένα, μια το κολλαριστό πεντοχίλιαρο. Το φανάρι ανάβει πράσινο. Μένουμε να κοιταζόμαστε για λίγο. Καπάκι δίνω μια δυνατή γκαζιά και φεύγω. Συνεχίζω να τον καρφώνω μέσα από το καθρεφτάκι. Το ίδιο κι αυτός.

 

Πετάω από χαρά. Το ίδιο και το αμάξι μου. Τελικά την πρόλαβα στο παραπέντε τη νέα χρονιά. Τα φιλαράκια αναρωτήθηκαν γιατί άργησα. Δεν τους την είπα ποτέ την ιστορία. Την κράτησα για μένα. Σαν κάτι θησαυρούς που φυλάγαμε όταν ήμασταν μικροί. Τους φυλάγαμε σαν τα μάτια μας σε ένα κουτάκι. Μυστικούς. Μόνο για μας.

 

Δεν νομίζω ότι τη μοιράστηκα ποτέ αυτή την ιστορία. Με κανέναν. Την κράτησα μόνο για μένα.

 

Ήταν η καλύτερη πρωτοχρονιά μου ever.