ΈΦΥΓΕ ΛΟΙΠΟΝ ΣΤΑ 82 του ο Πίτερ Μπογκντάνοβιτς, πολυδιάστατος λειτουργός του σινεμά (σκηνοθέτης, σεναριογράφος, κριτικός, ιστορικός, ηθοποιός, φυσιοδίφης του μέσου, διανοούμενος πλέιμποϊ του Χόλιγουντ...), που, μεταξύ πολλών άλλων, σε μια εξόχως άστατη και εντελώς «κινηματογραφική» πορεία, από τον Όρσον Γουέλς (που υπήρξε ο απόλυτος μέντοράς του) μέχρι τους Sopranos (όπου εμφανίστηκε σε καμιά δεκαπενταριά επεισόδια στον ρόλο του ψυχαναλυτή της ψυχαναλύτριας του Τόνι Σοπράνο), μας άφησε στα νιάτα του και δύο ασπρόμαυρα κεντήματα που σε μεγάλο βαθμό στηρίζουν τη φήμη του ως ξεχωριστού στυλίστα και αφηγητή της οθόνης.

 

Πρόκειται για το The Last Picture Show (Η τελευταία παράσταση, 1971), τη δεύτερη μόλις ταινία του, και το Paper Moon (Χάρτινο φεγγάρι, 1973), το πρώτο τοποθετημένο χρονικά σε κάποια επαρχιακά ‘50s και το δεύτερο στην εποχή του μεσοπολέμου και της μεγάλης οικονομικής ύφεσης. Και τα δύο με φόντο μια μυθική, υποβλητική και γεμάτη ορίζοντα (αλλά και αδιέξοδο) αμερικανική ύπαιθρο.

 

Ανάμεσά τους είχε κάνει μια επίσης εξαιρετική (και εξαιρετικά δημοφιλή) ταινία, το σπαρταριστό What’s Up Doc? (Μια τρελή, τρελή καταδίωξη, 1972), πάλι με το μυαλό του γεμάτο από το λεξικό του σινεμά, αναβιώνοντας με κέφι και γούστο τις παλιές screwball ρομαντικές κωμωδίες του κλασικού Χόλιγουντ.

 

Υπάρχει όμως η πραγματική ζωή και υπάρχει και ο «σινεμάς», εκεί που όλα επιτρέπονται (ή επιτρέπονταν κάποτε), ο χρόνος σταματά και τα όνειρα είναι παντοτινά.

 

Το Χάρτινο Φεγγάρι όμως, παρότι τεχνικά –ή αντικειμενικά– μπορεί να μην είναι η πιο άρτια από τις άλλες δυο ταινίες του εκείνης της «χρυσής» τριετίας, είναι μάλλον η αγαπημένη μου πλέον (αλλάζουν αυτά), ίσως επειδή, εκτός των άλλων, μοιάζει τόσο αλλόκοτη και ανάρμοστη ως προς τα σύγχρονα ήθη.

 

Δύσκολο να φανταστεί κανείς στις μέρες μας ένα παιδί εννιά χρονών να κυριαρχεί τόσο απόλυτα στο κάδρο, όπως είχε συμβεί τότε με την Τέιτουμ Ο’ Νιλ, κόρη του Ράιαν, με τον οποίο αποτελούν το ασυμβίβαστο πρωταγωνιστικό ντουέτο αυτής της ταινίας. Ένα αγοροκόριτσο που καπνίζει διαρκώς και γενικώς συμπεριφέρεται σαν (προβληματικός) ενήλικας, η μικρή καθηλώνει τον θεατή, μεταδίδοντάς του κάποιον ιό (για να χρησιμοποιήσουμε επίκαιρες αναλογίες) που τον καθιστά ανήμπορο να αντισταθεί σ’ αυτό το αριστοτεχνικό υβρίδιο που ελίσσεται ανάμεσα στο οικογενειακό δράμα και την κωμωδία περιπλάνησης.

 

Ίσως αυτή η αδυναμία στη συγκεκριμένη ταινία να έχει να κάνει και με την κατοπινή πορεία της Τέιτουμ Ο’ Νιλ, η οποία με το Χάρτινο Φεγγάρι χτύπησε ταβάνι στην καριέρα της σε ηλικία εννέα μόλις χρονών και με την ερμηνεία της έγινε (και παραμένει) το νεότερο άτομο που κατέκτησε ποτέ βραβείο Όσκαρ.

 

Ακολούθως παρέμεινε στην επικαιρότητα για όλους τους λάθος λόγους: καταρχάς για τη φριχτή σχέση με τον πατέρα της και εν συνεχεία για τη «σχέση» της με τον Μάικλ Τζάκσον, τον θυελλώδη γάμο της με τον Τζον Μάκενρο, την καταβύθισή της στα σκληρά ναρκωτικά...

 

Υπάρχει όμως η πραγματική ζωή και υπάρχει και ο «σινεμάς», εκεί που όλα επιτρέπονται (ή επιτρέπονταν κάποτε), ο χρόνος σταματά και τα όνειρα είναι παντοτινά.