ΤO 1963 ΗΤΑΝ ΜΙΑ ΚΟΜΒΙΚΗ ΧΡΟΝΙΑ, για την Ελλάδα και διεθνώς, γι’ αυτό που ονομάζεται «νεανική κουλτούρα» – με το «διεθνώς» να συνδέεται άμεσα και με την ελληνική περίπτωση.

 

Το ελληνικό φοιτητικό κίνημα, που βρισκόταν ήδη στην πρώτη γραμμή με τους «αγώνες του 1-1-4» και του «15% για την παιδεία», οι οποίοι είχαν αποκτήσει ισχυρή οντότητα μέσα στο 1962, την επόμενη χρονιά, το 1963, θα έκανε ακόμη πιο μεγάλα βήματα, δηλαδή άλματα, μέσα από τα οποία θα επικοινωνούσαν, ανάμεσα σε άλλα, και η πολιτική με την Τέχνη και το τραγούδι.

 

Πολλά ξεκινούν από τον βρετανό φιλόσοφο, μαθηματικό και ειρηνιστή Bertrand Russell (1872-1970), που από την δεκαετία του ’40 ήδη είχε συνδεθεί με την ελληνική περίπτωση (καταφερόμενος εναντίον της επέμβασης των Άγγλων στα Δεκεμβριανά) και ο οποίος θα συνδεόταν άμεσα, ως συνιδρυτής, με την CND (Campaign for Nuclear Disarmament δηλ. Εκστρατεία για τον Πυρηνικό Αφοπλισμό), μιαν ειρηνιστική κίνηση, που είχε ιδρυθεί τον Νοέμβριο τού 1957 και που προπαγάνδιζε, μέσα από ποικίλες εκδηλώσεις και πορείες, τον πυρηνικό αφοπλισμό (και στο Ηνωμένο Βασίλειο, μα και διεθνώς). Το 1960 ο Russell παραιτείται από την CND (ήταν πρόεδρός της), προσχωρώντας στην Committee 100 (Επιτροπή 100), μιαν άλλη αντιπολεμική οργάνωση, πιο ριζοσπαστική, που υιοθετούσε, ως μέσο πίεσης και την πολιτική ανυπακοή.

 

Ένα όχι και τόσο περίεργο γεγονός είναι πως η CND είχε συνδεθεί από την αρχή με ισχυρά κομμάτια της κουλτούρας, στην Μεγάλη Βρετανία, και πολλοί επώνυμοι από κάθε χώρο του πνεύματος και του πολιτισμού είχαν ενστερνιστεί τις απόψεις της.

 

Πολλά ξεκινούν από τον βρετανό φιλόσοφο, μαθηματικό και ειρηνιστή Bertrand Russell, που από την δεκαετία του ’40 ήδη είχε συνδεθεί με την ελληνική περίπτωση (καταφερόμενος εναντίον της επέμβασης των Άγγλων στα Δεκεμβριανά) και ο οποίος θα συνδεόταν άμεσα, ως συνιδρυτής, με την CND (Campaign for Nuclear Disarmament), μιαν ειρηνιστική κίνηση που προπαγάνδιζε, μέσα από ποικίλες εκδηλώσεις και πορείες, τον πυρηνικό αφοπλισμό.

 

Ιδιαίτερη πέραση είχαν τα προτάγματα τής CND στο χώρο της βρετανικής jazz (trad jazz), όπως βλέπουμε και από την ταινία-ντοκιμαντέρ του Lindsay Anderson “March to Aldermaston” (1959), που κατέγραφε την πορεία και τις εκδηλώσεις από την Trafalgar Square, στο Λονδίνο, προς το πυρηνικό κέντρο ερευνών στο Aldermaston, περίπου 84 χιλιόμετρα δυτικά της βρετανικής πρωτεύουσας.

 

Και αν η trad jazz αποτελούσε το σάουντρακ των αντιπυρηνικών διαδηλώσεων, ήταν το folk εκείνο, που εξέφραζε, και στιχουργικά, τα νέα προοδευτικά δεδομένα. Πολλές φορές, μάλιστα, οργανοπαίκτες τής trad jazz, όπως ο τρομπετίστας Humphrey Lyttelton συνεργάζονταν με αριστερούς folkist, όπως ο A.L. Lloyd, ενώ και καθαρόαιμοι folkists, όπως Ian Campbell, έγραφαν σύγχρονα τραγούδια, με αντιπολεμικά και αντιπυρηνικά μηνύματα, όπως το “The sun is burning” (1963).

 

Το «ροκ» των Λαμπράκηδων
Ο Γρηγόρης Λαμπράκης με τον Hugh Brook, αρχισυντάκτη της Peace News, στην Οξφόρδη, 4-7 Ιανουαρίου 1963

 

Όλα εκείνα που συνέβαιναν στην Βρετανία δεν έμεναν άγνωστα στην Ελλάδα, απεναντίας υπήρχε άμεση και ισχυρή επικοινωνία.

 

Από 4-7 Ιανουαρίου 1963 διοργανώνεται στην Οξφόρδη της Αγγλίας συνδιάσκεψη, υπό την αιγίδα τής Ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας των Κινήσεων Πυρηνικού Αφοπλισμού με θέμα την ειρήνη. Ως εκπρόσωπος της Ελληνικής Επιτροπής Ειρήνης λαμβάνει μέρος στη συνδιάσκεψη και ο βουλευτής της αριστεράς Γρηγόρης Λαμπράκης. Όπως διαβάζουμε στο περιοδικό «Δρόμοι της Ειρήνης» (τεύχος #60, Ιανουάριος 1963):

«Με πρόταση του κ. Γρηγ. Λαμπράκη συζητήθηκαν πρώτα: η δημιουργία απυραύλου ζώνης στα Βαλκάνια, η ανησυχία του κρητικού λαού για τις βάσεις που εγκαθίστανται στην Κρήτη και οι σκληρές συνθήκες κάτω από τις οποίες αναπτύσσεται το κίνημα Ειρήνης στην Ελλάδα. Ζήτησε δε να παρασχεθεί βοήθεια από τις αντιπροσωπείες των ευρωπαϊκών κινημάτων ειρήνης για ενδεχόμενη οργάνωση πορείας ειρήνης στην Ελλάδα το Πάσχα».

 

Το «ροκ» των Λαμπράκηδων
Σύνδεσμος Νέων δια τον Πυρηνικόν Αφοπλισμόν “Bertrand Russell”, περιοδικό «Πανσπουδαστική» (#45-46, Μάρτιος-Απρίλιος 1963)

 

Παράλληλα, στην Ελλάδα, τα πράγματα αρχίζουν να παίρνουν ακόμη πιο συγκεκριμένη μορφή. Όπως μας πληροφορεί το φοιτητικό περιοδικό της αριστεράς «Πανσπουδαστική» (τεύχος 43-44, Ιανουάριος-Φεβρουάριος 1963) στην στήλη «ειδήσεις»:

Ο Bertrand Russell στο περιοδικό «Δρόμοι της Ειρήνης» (#58, Νοέμβρης 1962)
Ο Bertrand Russell στο περιοδικό «Δρόμοι της Ειρήνης» (#58, Νοέμβρης 1962)

«Πριν από λίγο καιρό συστήθηκε στην χώρα μας Επιτροπή των 100 (σ.σ. κατ’ αντιστοιχία με την βρετανική Committee 100), για τον Αφοπλισμό και την Ειρήνη. Στην σχετική διακήρυξη, που κυκλοφόρησε, καλεί όλους τους Νέους να συμβάλλουν στην Διεθνή προσπάθεια για την εδραίωση της Ειρήνης. Ήδη ο Αθηναϊκός Τύπος έχει γράψει για την κίνηση αυτή επανειλημμένα.

 

»Συνεχώς καταφθάνουν στα γραφεία του συνδέσμου, που στεγάζεται στην οδό Ασκληπιού 3, ενθουσιώδη γράμματα και έντυπο υλικό από όλες τις οργανώσεις Ειρήνης και Πυρηνικού Αφοπλισμού του κόσμου. Ο Σύνδεσμος έχει προγραμματίσει πορεία Ειρήνης από το Μαραθώνα στην Αθήνα για την 21 Απριλίου (σ.σ. του 1963), την δε 24 του ιδίου μηνός θα λάβει χώρα Διεθνής Αμφικτυονία στους Δελφούς. Στην πορεία έχουν δηλώσει συμμετοχή: πολυπληθής Αγγλική αντιπροσωπεία, υπό τον καθηγητή του Κέμπριτζ κ. Chambers, προσωπικότητες από την Ιταλία, Γαλλική αντιπροσωπεία, αντιπροσωπεία από την Κύπρο κ.λπ.».

 

Μάλιστα στον ελληνικό Σύνδεσμο είχε στείλει μήνυμα και ο Bertrand Russell, που ήταν πια 91 ετών και που ήδη είχε καταδικάσει, με επιστολή του στον Guardian, τις πολιτικές διώξεις, καταδίκες και φυλακίσεις των κομμουνιστών στην χώρα μας.

 

Σημείωνε μεταξύ άλλων ο B. Russell:

Το περιοδικό του Συνδέσμου Νέων δια τον Πυρηνικόν Αφοπλισμόν “Bertrand Russell”
Το περιοδικό του Συνδέσμου Νέων δια τον Πυρηνικόν Αφοπλισμόν “Bertrand Russell”

«Η φαυλότης του πυρηνικού πολέμου είναι τέτοια ώστε μόνον η μαζική κινητοποίησις των λαών είναι δυνατόν να σώσει την ζωή στον πλανήτη μας. Σας εύχομαι επιτυχία στους ευγενείς σκοπούς σας».

 

Η πλήρης ονομασία τού νεανικού συνδέσμου είναι πλέον Σύνδεσμος Νέων δια τον Πυρηνικόν Αφοπλισμόν “Bertrand Russell”, έχει «ηγεσία» (πρόεδρος είναι ο Μιχάλης Περιστεράκης, φοιτητής της Νομικής τότε και γενικός γραμματέας ο Νίκος Κιάος, γνωστός δημοσιογράφος αργότερα), ενώ εκδίδει και ξεχωριστό περιοδικό (Απρίλιος 1963) υπό τον τίτλο «Τα Νέα του Bertrand Russell / Committee of 100 and CND», παρότι, εκείνη την εποχή, ο Β. Russell είχε παραιτηθεί και από την Committee 100.

 

Γράφει, σχετικώς, ο Γιώργος Καλπαδάκης, στο βιβλίο «Ο Μπέρτραντ Ράσσελ και η Μετεμφυλιακή Ελλάδα» [Οι Εκδόσεις των Συναδέλφων, 2012]:

«Ο Γρηγόρης Λαμπράκης εξαρχής αγκάλιασε το Σύνδεσμο Ράσσελ, μαζί με προσωπικότητες όπως ο Μίκης Θεοδωράκης ο Γιάννης Ρίτσος, ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, η Γαλάτεια Σαράντη, ο Μάνος Κατράκης και η Έλλη Λαμπέτη. Μαζί με αυτούς πολλά νεότερα μέλη αποτέλεσαν τον πυρήνα ενός διαρκώς διευρυμένου κινήματος. Λίγο μετά την ίδρυση του Συνδέσμου, ο Περιστεράκης και ο Νίκος Κωνσταντόπουλος, γραμματέας Εξωτερικού του Συνδέσμου, απέστειλαν επιστολή στον Ράσσελ. Όπως τον πληροφορούσαν, η οργάνωση “έχει μεγάλη επιρροή στους κύκλους των Ελλήνων φοιτητών και της νεολαίας, κάτι που πιστοποιείται και από το ότι ένας αυξανόμενος αριθμός νέων ανθρώπων, φοιτητών, επιστημόνων κ.λπ. συμμετέχουν στο κίνημά μας. Ακόμα, προσωπικότητες περιωπής επιδεικνύουν το ενδιαφέρον τους για τον Σύνδεσμό μας”».

 

Το «ροκ» των Λαμπράκηδων
Ο Γρηγόρης Λαμπράκης κρατάει το λάβαρο της Ελληνικής Αντιπροσωπείας, στην πορεία Ειρήνης από το Aldermaston στο Λονδίνο, 12-15 Απριλίου 1963

 

Στις 15 Απριλίου 1963 εβδομήντα χιλιάδες διαδηλωτές φθάνουν στο Λονδίνο από το Aldermaston (μια απόσταση ογδόντα τεσσάρων χιλιομέτρων όπως γράψαμε και πιο πάνω), διαμαρτυρόμενοι για τα πυρηνικά όπλα – σε μια ιστορική πορεία ειρήνης, που είχε ξεκινήσει στις 12 Απριλίου.

 

Ανάμεσα και ελληνική αντιπροσωπεία, που είχε στην κεφαλή της τον Γρηγόρη Λαμπράκη (αντιπρόεδρος, τότε, της Ελληνικής Επιτροπής για την Διεθνή Ύφεση και Ειρήνη), με συνοδοιπόρους τους Μανώλη Γλέζο, Λεωνίδα Κύρκο, Σπύρο Λιναρδάτο, Μπέττυ Αμπατιέλου και τον κύπριο ποιητή Τεύκρο Ανθία.

 

Το «ροκ» των Λαμπράκηδων

 

Στην φωτογραφία βλέπουμε έναν βουδιστή ιάπωνα ιερέα (οι Ιάπωνες, λόγω Χιροσίμα-Ναγκασάκι, είχαν περίοπτη θέση στην πορεία), αριστερά του τον Λεωνίδα Κύρκο, δεξιά του τον Μανώλη Γλέζο, δίπλα στον Γλέζο την Μπέττυ Μπάρτλετ Αμπατιέλου και στην άκρη δεξιά τον Γρηγόρη Λαμπράκη.

 

Στην Ελλάδα, η κυβέρνηση της ΕΡΕ, υπό τον Κωνσταντίνο Καραμανλή, λαμβάνει τα μέτρα της, απαγορεύοντας με συνοπτικές διαδικασίες την προγραμματισμένη πορεία ειρήνης από τον Μαραθώνα στην Αθήνα, στις 21 Απριλίου 1963.

 

Ο υφυπουργός Προεδρίας της Κυβερνήσεως Αχιλλέας Γεροκωστόπουλος αποκαλεί, στη Βουλή, τον Σύνδεσμο Νέων δια τον Πυρηνικόν Αφοπλισμόν “Bertrand Russell” «κομμουνιστικόν», άρα ουσιαστικά παράνομο, λυπάται για το γεγονός πως ο Σύνδεσμος κατόρθωσε να εμπλέξει στις επιδιώξεις του ακόμη και «αθώους» ανθρώπους, κάτι για το οποίον ευθυνόταν η «διεθνής κομμουνιστική προπαγάνδα», κατηγορώντας τον σαφώς για «διασάλευσιν της τάξεως».

 

Το «ροκ» των Λαμπράκηδων
Ο Γρηγόρης Λαμπράκης στην πρώτη Μαραθώνια Πορεία, 21 Απριλίου 1963

 

Το θέμα της πορείας για τον Γρηγόρη Λαμπράκη ήταν πλέον προσωπικό. Τίποτα δεν θα τον εμπόδιζε να την πραγματοποιήσει μόνος του, κατορθώνοντας να φθάσει, μετά από μύριες δυσκολίες και μπλόκα, στον Μαραθώνα, απ’ όπου θα ξεκινούσε την πορεία του προς την Αθήνα. Εκεί θα ξεδίπλωνε ένα κομμάτι μαύρο ύφασμα, που κουβαλούσε μαζί του, πάνω στο οποίο ήταν γραμμένη με άσπρα γράμματα η λέξη «ΕΛΛΑΣ», όπως και σχεδιασμένο το σύμβολο τής CND για τον πυρηνικό αφοπλισμό, το γνωστό «Σύμβολο της Ειρήνης».

 

«Δρόμοι της Ειρήνης», Β Μαραθώνιος Πορεία, 17 Μαΐου 1964
«Δρόμοι της Ειρήνης», Β Μαραθώνιος Πορεία, 17 Μαΐου 1964

Την πορεία εκείνη, πάντως, ο Γ. Λαμπράκης δεν θα κατάφερνε να την ολοκληρώσει καθώς κοντά στην Παλλήνη (περί το 28ο χιλιόμετρο) τον απαγάγανε, βίαια, αναγκάζοντάς τον να ανεβεί σε στρατιωτικό φορτηγό, στο οποίο θα κρατιόταν περιπλανώμενος επί τρεισήμισι ώρες, πριν εγκαταλειφθεί κάπου στην Νέα Ιωνία, όπως διαβάζουμε στο ρεπορτάζ της εποχής (Σ. Αλεξάνδρου), στο περιοδικό «Δρόμοι της Ειρήνης» (τεύχος #66, Ιούνιος 1963).

 

Εν τω μεταξύ στην Αθήνα γινόταν χαμός. Όσοι επιχειρούσαν ανεξάρτητα ή σε μικρές ομάδες να συμμετάσχουν στην πορεία, αντιμετωπίζονταν βίαια από την Αστυνομία.

 

Γελοιογραφία του Μποστ «Δρόμοι της Ειρήνης» (#66, Ιούνιος 1963)
Γελοιογραφία του Μποστ «Δρόμοι της Ειρήνης» (#66, Ιούνιος 1963)

Χιλιάδες νέοι προπηλακίστηκαν, χτυπήθηκαν ή οδηγήθηκαν στα κρατητήρια. Ο Bertrand Russell, που είχε εκφράσει την επιθυμία του να έρθει στην Αθήνα, για να συμμετάσχει στην πορεία, παρότι ήταν 91 ετών, είχε απειληθεί πως θα συλληφθεί. Προς τούτο είχε στείλει συνεργάτη του, τον Patrick Pottle, μέλος της Committee 100, ο οποίος, και αυτός, δεν θα τύχαινε καλύτερης αντιμετώπισης από το «καραμανλικό» κράτος.

 

Στις 26 Απριλίου 1963 ο Γρηγόρης Λαμπράκης θα επέστρεφε στο Λονδίνο με στόχο να πείσει την τότε βασίλισσα Φρειδερίκη, η οποία βρισκόταν στην βρετανική πρωτεύουσα για έναν πριγκηπικό γάμο, να δεχθεί να συναντηθεί με την σύζυγο τού κομμουνιστή πολιτικού κρατούμενου Αντώνη Αμπατιέλου, την Βρετανίδα Μπέττυ Μπάρτλετ Αμπατιέλου. Η προσπάθειά του δεν θα καρποφορούσε. Είχαν προηγηθεί, βεβαίως, οι διαμαρτυρίες των ελλήνων κομμουνιστών και άλλων, με επικεφαλής την Αμπατιέλου (για «κομμουνιστικάς ασχήμιας» είχε γράψει τότε η εφημερίδα Ακρόπολις), που αφορούσαν στην πολιτική ανελευθερία στην Ελλάδα.

 

Το «ροκ» των Λαμπράκηδων
Ο Γρηγόρης Λαμπράκης στην πρώτη Μαραθώνια Πορεία, 21 Απριλίου 1963

 

Την συνέχεια την ξέρουμε όλοι. Περίπου ένα μήνα αργότερα, στις 22 Μαΐου 1963, ο Γρηγόρης Λαμπράκης χτυπιέται βάναυσα, στο κεφάλι, από παρακρατικούς στη Θεσσαλονίκη. Το τραύμα ήταν βαρύτατο. Πέντε μέρες πιο μετά, στις 27 Μαΐου (σαν σήμερα), θα άφηνε την τελευταία του πνοή, στο νοσοκομείο, στα 51 χρόνια του.

 

Στις 8 Ιουνίου 1963 ιδρύεται η Δημοκρατική Κίνηση Νέων Γρηγόρης Λαμπράκης (ΔΚΝΓΛ), κάτω από το σύνθημα «Κάθε Νέος και Λαμπράκης», που είχε ακουστεί και στην κηδεία, με την ιδρυτική διακήρυξή της να την υπογράφουν ανάμεσα σε άλλους οι Μίκης Θεοδωράκης, Μίνως Αργυράκης, Ασπασία Παπαθανασίου, Αλέκος Αλεξανδράκης, Μέντης Μποσταντζόγλου, Δάφνη Σκούρα, Νίκος Κούνδουρος, Βάσω Κατράκη, Νότης Περγιάλης και Μήτσος Λυγίζος.

 

Το «ροκ» των Λαμπράκηδων
Γρηγόρης Λαμπράκης

 

Τρεις μέρες αργότερα, στις 11 Ιουνίου, παραιτείται η κυβέρνηση Καραμανλή.

 

Η ΔΚΝΓΛ αναπτύσσεται σταδιακά, καθώς «λέσχες» ξεπετάγονται σε κάθε γωνιά της χώρας, με τους «Λαμπράκηδες» και τις «Λαμπράκισσες» (ιδίως αυτές) να μπαίνουν στο στόχαστρο του δεξιού και ακροδεξιού Τύπου. Τα επεισόδια είναι συνεχή, η βία μόνιμη, ενώ ο διασυρμός και η συκοφαντία αποτελούν την σταθερή επωδό ενός μεγάλου τμήματος τής ελληνικής κοινωνίας, με συντηρητικές και πουριτανικές απόψεις.

 

«Τετράδια Δημοκρατίας» (#4, Δεκέμβρης 1964)
«Τετράδια Δημοκρατίας» (#4, Δεκέμβρης 1964)

Παρά ταύτα η Κίνηση θα αναπτυχθεί, θα τυπώσει περιοδικό υπό τον τίτλο «Τα Τετράδια της Δημοκρατίας», τον Οκτώβριο του ’63, με διευθυντή τον Μίκη Θεοδωράκη, θα αποκτήσει «ύμνο», γραφεία στην Φειδίου 18, θα υιοθετήσει το «Ζ» ως σύμβολό της (από το σύνθημα «Ο Λαμπράκης Ζει»), αρχίζοντας να αναπτύσσει ένα δίκτυο πολιτιστικών και άλλων εκδηλώσεων, που θα εύρισκαν μεγάλη ανταπόκριση στο χώρο της νεολαίας.

 

Η μουσική, φυσικά, δεν θα μπορούσε να λείπει από αυτό το πλέγμα των δραστηριοτήτων, καθώς η πληθωρική παρουσία τού Μίκη Θεοδωράκη, με το νέο λαϊκό τραγούδι του, διαμόρφωνε καινούρια δεδομένα στον χώρο.

 

 

Και σ’ αυτό το σημείο παρατηρούμε μια σύνδεση με τα ανάλογα διαδραματιζόμενα στην Μεγάλη Βρετανία, όπου κι εκεί οι αντιπολεμικές και αντιπυρηνικές διαδηλώσεις είχαν συνδεθεί άμεσα με την Τέχνη και δη με το τραγούδι. Έτσι, όπως πέρασαν εκεί, μέσα από το folk βασικά, πριν διασκορπιστούν στο ροκ, τα προοδευτικά μηνύματα, κατ’ ανάλογο τρόπο και εδώ το νέο λαϊκό τραγούδι, δηλαδή το «έντεχνο», ήταν ο υποδοχέας κάθε προοδευτικής φωνής και άποψης.

 

Ήδη από την φάση τού Συνδέσμου “Bertrand Russell” νέοι τραγουδοποιοί αγκαλιάζουν το περιβάλλον που διαμορφώνεται, προετοιμάζοντας σιγά-σιγά τις δικές τους «εξόδους». Ο Διονύσης Σαββόπουλος ήταν ένας από τους πρώτους, ο οποίος κοιμόταν κιόλας, άστεγος ων, στα γραφεία του Συνδέσμου, όπως είχε δηλώσει παλιότερα.

 

Το «ροκ» των Λαμπράκηδων
Θέατρον Ακροπόλ, 17 Ιουνίου 1963, συναυλία των «Λαμπράκηδων». Ο Μίκης Θεοδωράκης στο μικρόφωνο, ο Μάνος Λοΐζος στην κιθάρα. Δεύτερη από αριστερά η Μαρία Φαραντούρη, δίπλα της η Μάρω Λήμνου και δεξιά του Μ. Λοΐζου η Αγγέλα Ζώη.

 

Στις 17 Ιουνίου 1963, στο θέατρο Ακροπόλ, σε μια πρώτη συγκέντρωση της ΔΚΝΓΛ στην Αθήνα, η Ασπασία Παπαθανασίου απαγγέλλει τον «Επιτάφιο», παρουσία τού Γιάννη Ρίτσου, στη συνέχεια θα τραγουδούσε η Ντόρα Γιαννακοπούλου, με τη συνοδεία του κιθαρίστα Δημήτρη Φάμπα –προφανώς θα ερμήνευε τραγούδια από το «Ένας Όμηρος», όπως το λογοκριμένο ακόμη τότε από την δισκογραφία «Το γελαστό παιδί», που αποκτούσε τώρα, μετά την δολοφονία του Γ. Λαμπράκη, άλλο νόημα–, ενώ το πρόγραμμα θα έκλεινε με την Αγγέλα Ζώη, σε τραγούδια του Μίκη Θεοδωράκη και του Μάνου Λοΐζου, που τότε ξεκινούσε κι αυτός την διαδρομή του, μέσα στο συγκεκριμένο περιβάλλον.

 

 

Στις 27 Ιουνίου 1963, στο Δημοτικό Θέατρο του Πειραιά, ξανά η μουσική θα έχει τον πρώτο λόγο. Ακόμη και ο Μίμης Πλέσσας με τον τραγουδιστή Γιάννη Βογιατζή θα συμμετείχαν στην εκδήλωση, ενώ το πρόγραμμα θα έκλεινε με τραγούδια Μίκη Θεοδωράκη, Μάνου Λοΐζου και Χρήστου Λεοντή (ακόμη ένας συνθέτης τού νέου λαϊκού τραγουδιού, που τότε εμφανιζόταν, κάτω από την σκέπη της ΔΚΝΓΛ), τα οποία θα ερμήνευαν οι Γιώργος Μάζης, Αγγέλα Ζώη και Μαρία Φαραντούρη (επίσης στα πρώτα βήματά της).

 

Μα και στην Θεσσαλονίκη οι «Λαμπράκηδες» είχαν μεγάλη δράση. Από δημοσιεύσεις στην εφημερίδα «Μακεδονία» διαβάζουμε:

«Αφικνείται την Κυριακήν εις Θεσσαλονίκην ο μουσικοσυνθέτης Μίκης Θεοδωράκης ο οποίος θα μετάσχη εκδρομής της δημοκρατικής κινήσεως νέων ‘Γρηγόρης Λαμπράκης’» (2/8/1963)

 

«Αρχίζουν σήμερον αι εκδηλώσεις της εβδομάδος ‘Γρ. Λαμπράκη’ με την οργάνωσιν καλλιτεχνικής βραδυάς την 8ην μ.μ. εις το δημοτικόν θέατρον του πάρκου, εις την οποίαν θα μετάσχουν ο Μίκης Θεοδωράκης, ο Μ. Μποσταντζόγλου και αθηναϊκόν συγκρότημα καλλιτεχνών» (21/9/1963)

 

«Εκ του συνδέσμου ‘Μπέρτραντ Ράσσελ’ ανεκοινώθη ότι η προγραμματισθείσα εκδήλωσις δια την Τετάρτην, θα γίνη αύριον εις το δημοτικόν θέατρον του πάρκου (Χ.Α.Ν.Θ.) με συμμετοχήν του μουσικοσυνθέτου Μίκη Θεοδωράκη και πλούσιον καλλιτεχνικό πρόγραμμα» (20/10/1963)

 

«Σήμερον τη 8ην μ.μ. εις τα γραφεία του συνδέσμου ‘Μπέρτραντ Ράσσελ’ Πρίγκηπος Νικολάου 55 θα γίνη παρουσίασις του νέου δίσκου του Μίκη Θεοδωράκη με την Χορωδίαν Τρικάλων. Την παρουσίαση θα κάμη ο κ. Διον. Σαββόπουλος» (24/10/1963)

 

Το «ροκ» των Λαμπράκηδων
Από εκδήλωση των «Λαμπράκηδων». Ανάμεσα σε άλλους βλέπουμε την ηθοποιό Δάφνη Σκούρα, τον Θεόδωρο Πάγκαλο (τρίτος από αριστερά), τον Μποστ, τον Μιχάλη Περιστεράκη του Συνδέσμου “Bertrand Russell”, στο βάθος τον Γρηγόρη Γιάνναρο και μπροστά τον Μίκη Θεοδωράκη.

 

Πάντως δεν ήταν λίγες οι εκδηλώσεις που θα ματαιώνονταν (σε Αθήνα, Θεσσαλονίκη και επαρχία), καθώς οι αρχές δεν θα έδιναν άδεια, άλλες θα γίνονταν με μεγάλες δυσκολίες ή και με επεισόδια, και γενικώς υπήρχε μια τεταμένη ατμόσφαιρα ημι-παρανομίας ή και παρανομίας, και άρα underground, σε κάθε εκδήλωση που αποφάσιζαν να οργανώσουν οι «Λαμπράκηδες», καθώς επίσημο κράτος και τραμπουκικοί, παρακρατικοί, μηχανισμοί καιροφυλακτούσαν.

 

Σε σχέση με του «Λαμπράκηδες» επικρατεί, γενικώς, μιαν αντίληψη πως μεροληπτούσαν, για να το πούμε ευγενικά, στα θέματα της κουλτούρας. Πως επέμεναν σε επιλογές ενός συγκεκριμένου αριστερού προσανατολισμού, επηρεασμένου από το (παράνομο) ΚΚΕ κατά βάση, χοντρικά αντι-αμερικανικού, θεωρώντας τα πολιτιστικά προϊόντα τής Δύσης ως ιμπεριαλιστικά απολειφάδια. Αυτή η κριτική είναι και λανθασμένη και άδικη.

 

«Τετράδια Δημοκρατίας» (#3, Σεπτέμβρης 1964)
«Τετράδια Δημοκρατίας» (#3, Σεπτέμβρης 1964)

Στο 3ο τεύχος (Σεπτέμβριος 1964) του περιοδικού «Τετράδια Δημοκρατίας», του επίσημου εντύπου οργάνου των «Λαμπράκηδων», υπάρχει άρθρο τού Ernst Fischer (1899-1972), υπό τον τίτλο «Νεολαία και Ελευθερία», που βάζει πολλά πράγματα στη θέση τους.

 

Ο Ernst Fischer, που ήταν μέλος, τότε, της Κεντρικής Επιτροπής του Κομμουνιστικού Κόμματος Αυστρίας (θα διαγραφόταν το 1970, όταν θα αντιτασσόταν στην εισβολή των Σοβιετικών στην Τσεχοσλοβακία) είναι γνωστός στην Ελλάδα από μερικά εξαιρετικά βιβλία του, όπως το κλασικό «Η Αναγκαιότητα της Τέχνης» [Θεμέλιο, 1966] ή το «Η Επανάσταση Είναι Αλλιώς» [Γλάρος, 1975], στο οποίο εξετάζονται, ανάμεσα σε άλλα, το ροκ και η τζαζ ως μορφές μουσικής διαμαρτυρίας. Γράφει ο E. Fischer στα «Τετράδια Δημοκρατίας» των «Λαμπράκηδων»:

«Η νεολαία θέλει να ’ναι μοντέρνα, αυτό δεν είναι ούτε αξιοκατάκριτο ούτε αξιέπαινο, είναι μόνο αυτονόητο.(…)

 

«Τετράδια Δημοκρατίας» (#4, Δεκέμβρης 1964)
«Τετράδια Δημοκρατίας» (#4, Δεκέμβρης 1964)

Θα πρέπει π.χ. να πάψουμε να συγκρίνουμε τους ‘ωραίους’ χορούς του παληού καιρού με τους ‘ανήθικους’ μοντέρνους. Όταν παληότερα ήταν μοντέρνο το βαλς, αυτός ο πρώτος αστικός χορός, δυσανασχέτησαν οι τότε ηλικιωμένοι άνθρωποι ακριβώς όπως γίνεται σήμερα με το ροκ εντ ρολλ και το καλύψο. Στιγμάτισαν τότε το βαλς σαν αισθησιακό, πρόστυχο, αναξιοπρεπές, ανήθικο, δηλαδή του έδωσαν ακριβώς τους ίδιους χαρακτηρισμούς που δίνουν και σήμερα στους μοντέρνους χορούς.

 

Εγώ ο ίδιος δεν χορεύω κανένα μοντέρνο χορό, δεν θα μπορέσω όμως να καταλάβω ποτέ γιατί οι μοντέρνοι χοροί είναι πρωτόγονοι και παρακμιακοί. Ίσως να μην είναι κανένας το άκρον άωτον της ομορφιάς, είμαστε όμως υποχρεωμένοι ν’ αφήσουμε τη νεολαία να χορεύει ό,τι της αρέσει – αυτά τα πράγματα δεν έχουν καμμιά σχέση με την αξιοπρέπεια και την ιμπεριαλιστική παρακμή.

 

Γιατί δηλαδή η δική μας λαϊκή μουσική είναι ηθική, ενώ η τζαζ ενοχλητική; Γιατί πρέπει να μας ενθουσιάζει το “Βιέννη, Βιέννη μόνο εσύ…”, ενώ ένα εξ ίσου βλακώδες μοντέρνο τραγούδι πρέπει να μας κάνει να φρικιούμε; Από πάντα υπήρχε καλή και κακή μουσική και μια καλή μουσική τζαζ είναι εξ ίσου άξια της παραδοχής μας, όσο και μια άλλη καλή μουσική.(…)

 

Δεν έχω τη διάθεση να παραδεχτώ αντιανθρωπιστικές τάσεις στην τέχνη και τάσεις που ξεφτίζουνε την πραγματικότητα, αλλά το θεωρώ απαράδεχτο να απορρίπτεται σαν παρακμιακή κάθε αναζήτηση για καινούργιους τρόπους έκφρασης στην τέχνη, κάθε πειραματισμός.(…)

 

Δεν επιτρέπεται να παρουσιαζόμαστε μπροστά στη νεολαία σαν οπισθοδρομικοί καθηγητές και να κηρύχνουμε ότι όλα τα μοντέρνα, απ’ το πέτσινο σακάκι έως την τζαζ, απ’ την αγάπη για τ’ αυτοκίνητα έως το ενδιαφέρον για τα καλλιτεχνικά πειράματα, είναι κακά, παρακμιακά, ασυμβίβαστα με τον αγώνα της εργατικής τάξης.

 

Πρέπει επιτέλους να εξετάσουμε κριτικά ποια είναι εκείνα που έρχονται σε αντίθεση με τον αγώνα της εργατικής τάξης, και οπωσδήποτε τότε μόνο θα βρούμε κατανόηση στους νέους, όταν σταθούμε με κατανόηση μπροστά στο μοντέρνο.

 

Πρέπει να λάβουμε υπ’ όψη μας ότι πολλά σοβιετικά φιλμ από το “Θωρηκτό Ποτέμκιν” έως το “Δρόμο για τη Ζωή” δεν ήταν μόνον επαναστατικά, αλλά και πολύ μοντέρνα, και ότι ο σύγχρονος κινηματογράφος έχει τις ρίζες του στους σοβιετικούς σκηνοθέτες και τον Τσάρλι Τσάπλιν.

 

Ακόμα, ότι μοντέρνος ήτανε και ο Μαγιακόφσκυ και ο Μπρεχτ. Και κάθε φορά αποδείχνεται, ότι η μοντέρνα επαναστατική τέχνη, επιδρά όχι μόνο επάνω στους εργάτες, αλλά κι επάνω στους νεαρούς διανοούμενους».

 

Όταν το επίσημο όργανο της Νεολαίας Λαμπράκη δημοσίευε, το 1964, ένα τόσο «ανοιχτό» κείμενο, είναι φαιδρό να υποστηρίζεται πως η Αριστερά κυνηγούσε το ροκ, την τζαζ, το «μοντέρνο» και δεν ξέρουμε τι άλλο ακόμη, εκείνη την περίοδο.

 

Το «ροκ» των Λαμπράκηδων
Διονύσης Σαββόπουλος

 

Στις 14 Σεπτεμβρίου 1964 η Νεολαία της ΕΔΑ και η Δημοκρατική Κίνηση Νέων Γρηγόρης Λαμπράκης ενοποιούνται, δημιουργώντας μια νέα οργάνωση την Δημοκρατική Νεολαία Λαμπράκη (ΔΝΛ), το ιδρυτικό συνέδριο της οποίας θα διεξαγόταν στο διάστημα 28 Μαρτίου-1 Απριλίου 1965. Πρόεδρος της θα εκλεγόταν ο βουλευτής της ΕΔΑ Μίκης Θεοδωράκης.

 

Στην προσυνεδριακή διακήρυξη της ΔΝΛ, που δημοσιεύθηκε τον Δεκέμβρη του 1964, διαβάζουμε προς το τέλος της:

«Ζητούμε να γίνουν κτήμα των πλατιών στρωμάτων τής νεολαίας της πόλης και του χωριού το θέατρο κι ο κινηματογράφος ποιότητας, το καλό βιβλίο, η μουσική, οι καλές τέχνες, όλα τα επιτεύγματα του εθνικού μας πολιτισμού και της ξένης προοδευτικής σκέψης».

 

Υπάρχει κι ένα άλλο ωραίο στιγμιότυπο, που συνδέεται με τον γνωστό σε όλους μας χορό yanka (προϊόν εκείνης της εποχής), ο οποίος δεν είχε πρόβλημα να διεισδύσει και στους νέους και τις νέες τής ΔΝΛ. Ακούμε την τότε «Λαμπράκισσα» ηθοποιό Άννα Βαγενά να λέει στην εκπομπή «Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα / Τα δικά μας 60s, Mέρος Β»:

«Θυμάμαι σ’ ένα χορό που έγινε στο Αλκαζάρ (σ.σ. Λάρισα). Είχαμε χορέψει σέικ και γιάνκα επίσης, και πιαστήκανε από τη μέση αγόρια και κορίτσια κι είχε γίνει μεγάλο θέμα. Ότι… πώς να πούμε… τα παιδιά τα δικά μας μπορούν να χορεύουν τέτοιους χορούς ξενόφερτους και φοβερούς».

 

Για ν’ ακολουθήσει ο Χρόνης Μίσσιος, «Λαμπράκης» κι αυτός:

«Και λέω… τα παιδιά τραγουδάνε και χορεύουνε Μπητλς, τον αμερικάνικο τρόπο ζωής. Οπότε γυρίζει ο Μίκης και με κεραυνοβολεί. Μου λέει “σε παρακαλώ Χρόνη, έτσι, να μη λέμε και ανοησίες εδώ μέσα”. Και μου τραβάει ένα χέσιμο δικαιολογημένα, για το τι ήταν οι Μπητλς να πούμε…».

 

Το ζήτημα το θέτει στη σωστή του βάση ο ίδιος ο Μίκης Θεοδωράκης (τότε πρόεδρος της ΔΝΛ), πάντα από το «Ρεπορτάζ Χωρίς Σύνορα»:

«Εκεί λοιπόν το (ραδιόφωνο) στο λεωφορείο έπαιζε μια μουσική αμερικάνικη, απ’ αυτούς τους ωραίους χορούς τους αμερικάνικους που τα παιδιά χορεύουν απέναντι… ροκ εν ρολ, κάτι τέτοια πράγματα κ.λπ. Τα κορίτσια και τ’ αγόρια ενθουσιασμένα γιατί κάναν τη δουλειά τους… μέσα στο λεωφορείο άρχισαν ζευγάρια να χορεύουν ροκ εν ρολ. Είχαμε λοιπόν στο λεωφορείο μέσα κάποιον από τα παλιά, με άσπρα μαλλιά, ο οποίος ερχόταν για να επιβλέψει κάπως… το ’ξερα εγώ, αλλά δεν μ’ ένοιαζε καθόλου. Καθόμουν πίσω-πίσω. Και πάει και το κλείνει αυτό (το ραδιόφωνο). Τα παιδιά λοιπόν μείνανε κατάπληκτα… τι γίνεται, το κόμμα μάς απαγορεύει να χορεύουμε; Πάω λοιπόν εκεί… δεν του λέω τίποτα… τι κάνεις… ανοίγω (το ραδιόφωνο) και άρχισα να χορεύω εγώ ροκ εν ρολ που ήμουν πρόεδρος».

 

Το ότι υπήρχαν ορισμένα σκουριασμένα μυαλά στο χώρο τής ΔΝΛ τούτο δεν σημαίνει τίποτα. Η δυτική κουλτούρα δεν ήταν εξοβελισμένη από τους «Λαμπράκηδες», παρότι δεν θα υπήρχε ουσιαστικό πρόβλημα ακόμη και αν ήταν!

 

Από πότε, δηλαδή, η αποδοχή ή μη του ροκ αποτελεί δείγμα «ελευθερίας»;

 

Μια χώρα, όπως η Ελλάδα, με τη συγκεκριμένη λαϊκή παράδοση, με δημοτικό τραγούδι, σμυρνέικο και ρεμπέτικο, «λαϊκό», «έντεχνο λαϊκό», «νέο κύμα» κ.λπ., γιατί, σώνει και καλά, θα έπρεπε να καταφύγει στο beat και στο rock, για να διαμαρτυρηθεί ή για να χορέψει;

 

Δεν ήταν μοντέρνος ο Μίκης Θεοδωράκης και ο Διονύσης Σαββόπουλος, το 1965; Δεν ήταν σύγχρονος χορός το «συρτάκι» (ο «Ζορμπάς» ταινία του 1964 ήταν, που το καθιέρωσε), το οποίο χόρευαν, ούτως ή άλλως, όλοι οι ξένοι τουρίστες;

 

Το ελληνικό «δυστύχημα», σε σχέση με τις δυτικές, τις «αμερικάνικες» μουσικές, ήταν μόνον ένα. Αυτό που ονομάζουμε «μοντέρνο τραγούδι» το διαχειρίστηκε στη χώρα μας, στα μέσα του ’60, κατά βάση, η «μαύρη αντίδραση» (βλέπε, για παράδειγμα, το περιοδικό «Μοντέρνοι Ρυθμοί»).

 

Έτσι, η Αριστερά είχε κάθε λόγο να είναι επιφυλακτική με την κατάσταση που διαμορφώθηκε στην πορεία, πράγμα που ξεκαθάρισε εντελώς (όχι πως δεν ήταν ξεκαθαρισμένο από την αρχή) μετά την επιβολή της δικτατορίας, όταν οι «Μοντέρνοι Ρυθμοί» ύμνησαν ολοφάνερα την «εθνοσωτήριο».

 

Ας μην μας διαφεύγουν, εξάλλου, και τα σχετικά λόγια του Διονύση Σαββόπουλου στη LiFO (τεύχος #183, 10 Δεκεμβρίου 2009):

«Εκείνη την άνοιξη ενόψει της πορείας Ειρήνης (σ.σ. της 2ης, στις 17 Μαΐου 1964), διάβασα στην Αυγή ένα δίστηλο με τη φωτογραφία ενός νέου αμερικανού τροβαδούρου (σ.σ. Bob Dylan). Τον παρουσίαζε σαν ένα τραγουδιστή της εργατικής τάξης. Αυτό μου κίνησε την περιέργεια και θυμάμαι ότι πήγα την άλλη μέρα στα καταστήματα δίσκων για να τον βρω, αλλά ήταν παντελώς άγνωστος».

 

Και πιο κάτω:

«Με ενδιέφερε πολύ η μουσική που έκαναν οι Stones ή τα μεγάλα συγκροτήματα, τα οποία τα άκουγα και τα παρακολουθούσα. Με έχουν επηρεάσει πάρα πολύ. Βέβαια, οι ειδικοί, που ασχολούνταν με αυτήν τη μουσική, την ξένη, ο Μαστοράκης, ο Πετρίδης, ο Κογκαλίδης, την παρουσίαζαν ως χορευτική νεανική μόδα, δεν αντιλαμβάνονταν τότε τι πραγματικά ήταν. Έκαναν εκπομπές με top, ποιο έρχεται πρώτο, ποιο έρχεται δεύτερο. Σαν να είναι μια ιπποδρομία».

 

Καμία Αριστερά δεν εμπόδισε τον Δ. Σαββόπουλο ν’ ακούει Bob Dylan και Rolling Stones, δίχως αυτό να σημαίνει πως δεν υπήρχαν και αριστεροί της εποχής, οι οποίοι μπορεί να μη γούσταραν το ροκ κ.λπ. Το ζήτημα, όμως, δεν είναι αυτό. Το ζήτημα είναι αν υπήρχε από τους «Λαμπράκηδες» και τις υπόλοιπες οργανώσεις, τον Σύνδεσμο “Bertrand Russell” κ.λπ., κεντρική γραμμή απαξίωσης τής λεγόμενης «μοντέρνας μουσικής». Και κάτι τέτοιο δεν υπήρχε.

 

«Η Γενιά μας», με το «Ζ» των «Λαμπράκηδων» στο εξώφυλλο (#31, 10 Δεκεμβρίου 1966)
«Η Γενιά μας», με το «Ζ» των «Λαμπράκηδων» στο εξώφυλλο (#31, 10 Δεκεμβρίου 1966)

Αν υπήρχε, κείμενα όπως το προηγούμενο τού Ernst Fischer θα ρίχνονταν στην πυρά – σε καμία περίπτωση δεν θα δημοσιεύονταν σε περιοδικό των «Λαμπράκηδων». Ούτε σ’ ένα επόμενο περιοδικό τής ΔΝΛ, το «Η Γενιά μας», θα δημοσιεύονταν άρθρα για την τζαζ (4 Ιουνίου 1966) και τους Beatles (14 Σεπτεμβρίου 1966).

 

Ας μην ξεχνάμε επίσης πως ένας άλλος «Λαμπράκης» θα ήταν εκείνος που θα έκανε το τολμηρότερο έως τότε βήμα – να ενώσει τη λαϊκή μουσική με το ροκ εις σάρκαν μία, στο τέλος του 1966, συνεργαζόμενος μ’ ένα «μοντέρνο», μ’ ένα ροκ συγκρότημα.

 

Και φυσικά αναφερόμαστε στη συνεργασία τού Μάνου Λοΐζου με τους Cinquetti για τον κύκλο τραγουδιών «Τα Νέγρικα», τα οποία είχαν ακουστεί και σε «συναυλία αντιπολεμικού τραγουδιού» στο Θέατρον Κεντρικόν στις 31 Μαρτίου 1967 (συμμετείχαν, εκτός των Cinquetti, και οι Διονύσης Σαββόπουλος, Γιώργος Ζωγράφος, Δημήτρης Μητροπάνος κ.ά.), στην οποία (συναυλία) προαναγγελλόταν επίσης η 5η Μαραθώνια Πορεία Ειρήνης, που ποτέ δεν θα διεξαγόταν (λόγω του επικείμενου πραξικοπήματος).

 

Το «ροκ» των Λαμπράκηδων
Μάνος Λοΐζος, Γιώργος Μούτσιος και Cinquetti σε πρόβα, πριν παρουσιαστούν «Τα Νέγρικα»

 

Όπως είχε πει ο Μάνος Λοΐζος στην εφημερίδα «Δημοκρατική Αλλαγή» (27 Δεκεμβρίου 1966):

«Για μένα η μουσική είναι μέσον. Τα εκφραστικά μέσα πηγάζουν από αυτό που θέλω να πω. Στη συγκεκριμένη περίπτωση των “Νέγρικων” χρησιμοποίησα για πρώτη φορά ηλεκτρικές κιθάρες και όργανο στην ορχήστρα μου, όπως και ρυθμό σέικ, μποστέλα κ.ά. Για μένα το φαινόμενο γε-γε είναι φαινόμενο που καθρεφτίζει την εποχή μας. Το σέικ δεν έχει καμμιά σχέση με το τσα-τσα ή το μάμπο – ρυθμούς μάλλον αισθησιακούς. Οι σύγχρονοι ρυθμοί (σέικ) είναι ρυθμοί διαμαρτυρίας, μοναξιάς και αυτοβασανισμού. Και η ποίηση των “Νέγρικων” με οδήγησε σ’ αυτούς γιατί τα θέματά τους μιλάνε για αδικία και εκμετάλλευση – προβλήματα που έχουν απήχηση σε όλο τον κόσμο. Δεν επεδίωξα να κάνω σέικ. Έχοντας όμως μέσα μου αυτή την παγκόσμια φωνή διαμαρτυρίας που εκφράζει, το σέικ ήρθε σαν φυσικό επακόλουθο».

 

Τίποτα δεν είναι τυχαίο... όλα είναι συνειδητά...