Γεννήθηκα στο Buenos Aires το 1971. Ο μπαμπάς μου είναι μηχανικός κι η μαμά μου δασκάλα. Δεν θυμάμαι αν περνούσαμε δύσκολα ή εύκολα. Η οικογένεια μου δεν ήταν εύπορη, οι γονείς μου δούλευαν συνεχώς.

Ξεκίνησα να χορεύω tango από 17-18 χρονών,αλλά όλη η ιστορία είχε ξεκινήσει από αυτές τις Κυριακές στο σπίτι του παππού, που καθώς τρώγαμε ακούγαμε tango, σηκωνόταν ο παππούς να χορέψει μαζί με τη γιαγιά, μετά ο μπαμπάς για να κάνει πλάκα σηκωνόταν με τη μαμά κι ύστερα σηκωνόμασταν εγώ κι η αδελφή μου, μικρά παιδιά. Είχα αυτό το κίνητρο λοιπόν για να αρχίσω το tango, μου φαινόταν κάτι πολύ αντρικό και πολύ παράξενο.

Η νεολαία δεν ακούει tango στην Αργεντινή, είναι πολύ λίγοι αυτοί που ακούνε ή χορεύουνε tango.Το θεωρούνε πολύ παραδοσιακό - είναι σαν να χορεύεις στην Ελλάδα νησιώτικα. Τώρα τελευταία βέβαια με το tango nuevo και το electronicο tango, ο κόσμος άρχισε να ξαναγυρίζει προς τα κει - υπάρχουν νέοι μουσικοί που ασχολούνται με το tango. Υπήρξε και ένα κύμα εθνικισμού μετά τον πόλεμο των νησιών Φόκλαντ. Τα νησιά αυτά τα είχανε οι Άγγλοι και ξαφνικά ξυπνάμε ένα πρωί κι ήταν ξανά πίσω στην Αργεντινή και όλος ο κόσμος ήταν έξω στους δρόμους και γιόρταζε! Ήμουν μικρός τότε και δεν καταλάβαινα γιατί.

Μεγαλώσαμε μ' έναν πόνο για τις ζωές που χάθηκανστον πόλεμο των Φόκλαντ. Πήγαιναν παιδιά 17-18 χρονών και δεν γυρίζανε ποτέ κι ήταν τρομαχτικό γιατί πήγαιναν να πολεμήσουν χωρίς ρούχα κι έρχονταν όλοι οι Άγγλοι με κάτι συστήματα ηλεκτρονικά, με κάτι αεροπλάνα και με βοήθεια από τις ΗΠΑ κι από παντού. Ευτυχώς πήραμε το αίμα μας πίσω όταν ο Maradona έβαλε το γκολ, και μάλιστα με το χέρι, στους Άγγλους. Ήταν τόσο αστείο!

Είναι μια πολύ πολιτισμένη πόλη το Μπουένος Άιρες. Είναι το Παρίσι της Λατινικής Αμερικής. Είναι μαγικά, πας και μένεις με το στόμα ανοιχτό. Ένα μεσημέρι στο Μπουένος Άιρες μπορεί να δεις τους άντρες που κάνουν διάλειμμα από τη δουλειά να έχουν πάει για φαΐ και να χορεύουν tango με τα κουστούμια κι είναι αυτή η αντίθεση που σε μαγεύει. Γενικά ο αργεντίνικος λαός έχει πάθος για τα πάντα: το χορό, τη πολιτική, το ποδόσφαιρο. Θεοποιούμε πολύ εύκολα ανθρώπους σαν την Εvita, τον Maradona, τον Carlos Gardel. Παλιά μπορούσες να δεις στα σπίτια και στα μπακάλικα τη φωτογραφία της Evita, όμως όλα αυτά σιγά σιγά χάνονται. Η γειτονιά μου δεν έχει πια μικρά μαγαζιά, τα μπακάλικα, τα κομμωτήρια, όλα εξαφανίζονται. Έχουμε ζήσει πολύ έντονα τον καπιταλισμό στο Μπουένος Άιρες, τα τρένα, το τηλέφωνο, το ηλεκτρικό, όλα έχουν πια γίνει ιδιωτικά.

Όταν πρωτοήρθα στην Αθήνα πήγαμε να φάμε σε μια ταβέρνα απέναντι από την Ακρόπολη και έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Νόμιζα ότι όταν έρθω στην Ελλάδα θα ξαπλώσω και θα με ταΐζουνε σταφύλια, αυτή την εικόνα είχα από το σχολείο, που μαθαίναμε για την αρχαία Ελλάδα.

Τη γυναίκα μου τη γνώρισα από μία σύμπτωση. Στη Θεσσαλονίκη, είχα πάει σε ένα σπίτι Αργεντινών φίλων για 2 μέρες κι ήταν κι ένας φίλος τους εκεί για διακοπές. Μου λέει: «Luis, κοίτα, πέρασα από ένα μαγαζί στο Μοδιάνο κι άκουσα tango, εκεί πουλάνε κρέας και μοιάζει με το Μπουένος Άιρες, πρέπει να πας να το δεις!». Αλλά μου δίνει μια κάρτα ενός ταξιδιωτικού πρακτορείου αντί αυτή του μαγαζιού κατά λάθος.

Είχα πάει, όμως, να φάω ένα βράδυ σε μια ταβέρνακαι γυρίζοντας πέρασα από ένα café και είδα την κάρτα που μου είχε δώσει αυτός. Aνοίγω το πορτοφόλι και τη δείχνω σε μια κυρία που ήταν εκεί και προσπαθούμε να συνεννοηθούμε και αυτή να μου λέει: «Η κόρη μου, η κόρη μου!». Της άφησα το τηλέφωνό μου και μετά από λίγο με πήρε μια κοπέλα και μου είπε ότι κάνει χορό και της αρέσει πολύ το tango και ενδιαφέρεται να κάνει μαθήματα. Είπαμε να βρεθούμε και γίναμε ζευγάρι! Έμεινα στην Ελλάδα για μία Θεσσαλονικιά!

Μείναμε ένα χρόνο στη Θεσσαλονίκη με τη γυναίκα μου κι είχαμε πολύ καλές σχέσεις με την πρεσβεία της Αργεντινής. Κατεβαίναμε στην Αθήνα μια φορά την εβδομάδα και διοργανώναμε εκδηλώσεις. Κάποια στιγμή αποφασίσαμε να εγκατασταθούμε μόνιμα, βρήκαμε ένα σπίτι στην Πλάκα. Ήταν σαν να ζούσαμε σε χωριό.

Νοικιάσαμε, ύστερα, ένα διατηρητέο στο Θησείο που είχε πολύ μεγάλο σαλόνι μπροστά το οποίο κάναμε πίστα και ξεκινήσαμε να κάνουμε μαθήματα εκεί. Κρατήσαμε 3 δωμάτια πίσω και μέναμε. Είχαμε κολλήσει αφίσες και φωτοτυπίες σε όλη την Αθήνα. Ένα Σάββατο είπαμε να κάνουμε ένα πάρτι για τους μαθητές. Φτιάξαμε ένα μεγάλο τραπέζι με φαγητά από την Αργεντινή, αλλά ήρθαν μόνο 2 άτομα. Σιγά σιγά όμως αυτά τα σαββατιάτικα πάρτι έγιναν γνωστά και ερχόταν πολύς κόσμος. Στο τέλος είχαν αποκτήσει κοινό, μαζεύονταν στο σπίτι 150 άτομα.

Μετά από 3 χρόνια νοικιάσαμε κι ένα άλλο διατηρητέο στην Ερμού και μεταφέραμε εκεί την ακαδημία tango. Σιγά σιγά ήρθε κι η ιδέα για το εστιατόριο. Είχαμε διάφορες προτάσεις με το συνεταίρο μου τον Ernst γι' αυτό το εστιατόριο, αλλά δεν θέλαμε να μπλέξουμε με τη νύχτα, δεν θέλαμε να χάσει αυτό τον οικογενειακό χαρακτήρα των πάρτι στην ακαδημία. Έτσι κάναμε το Βandoneon, που είναι εστιατόριο-tangueria.

Έχουμε πια κάβα με πάνω από 60 ετικέτες κρασιώνπου κάνουμε εισαγωγή αποκλειστικά για το μαγαζί από την Αργεντινή, η μόνη μπίρα που κυκλοφορεί είναι αργεντίνικη, το κρέας είναι αργεντίνικο κι έχουμε ένα ζευγάρι που χορεύει κάθε βράδυ. Την Κυριακή το Bandoneon λειτουργεί μόνο σαν bar και η πίστα είναι γεμάτη χορεύει όλος ο κόσμος. Αυτό είναι το concept του μαγαζιού.

Σίγουρα από παιδί το όνειρό μου ήταν να κάνω οικογένεια, να έχω παιδιά, να τα πηγαίνω στην πλατεία και να παίζω μαζί τους, να χαίρομαι. Οι δυο πιο ευτυχισμένες στιγμές της ζωής μου ήταν οι δύο φορές που η γυναίκα μου με έκανε πατέρα. Όταν θα παντρευτεί η κόρη μου - τώρα είναι 8 χρονών, θα μπορώ να πω πως υπάρχει κι άλλη μία. Η οικογένεια είναι το παν για μένα και αυτό προσπαθώ να διδάξω και στα παιδιά μου.

Ο μπαμπάς μου, που έχει έρθει από το Μπουένος Άιρες για δυο μήνες να μας δει, κάθε πρωί που ξυπνάει, το πρώτο πράγμα που κάνει είναι να μας φιλήσει όλους. Τα παιδιά, βέβαια, γελάνε, δεν καταλαβαίνουν γιατί!