Δεν ξέρω αν είναι τυχαίο ή όχι, πάντως η πρώτη μου ανάμνηση από την παιδική μου ηλικία συνδέεται με την κουζίνα. Είναι μνήμη οσμής και ακοής και όχι γεύσης ή εικόνας. Θυμάμαι ένα μεσημέρι Μεγάλου Σαββάτου που με είχαν βάλει με το ζόρι για ύπνο για να αντέξω μέχρι την Ανάσταση - κουκουλωμένη κάτω από τα σκεπάσματα μύριζα τη συκωταριά που έβραζε για τη μαγειρίτσα και άκουγα τις κουβέντες των μεγάλων ενώ μαγείρευαν.

Παρ' όλα αυτά όμως, ως παιδί, ποτέ μου δεν ονειρευόμουν να γίνω μαγείρισσα αλλά αρχαιολόγος. Πράγματι, σπούδασα αρχαιολογία και ιστορία της τέχνης και εργάστηκα για ένα διάστημα ως αρχαιολόγος. Δεν μετανιώνω που άφησα την αρχαιολογία, αν και δεν έχω σταματήσει να την παρακολουθώ από κοντά, πρόκειται για μια συναρπαστική επιστήμη.

Την αγάπη μου για την αρχαιογνωσία τη διοχέτευσα στην ιστορία της μαγειρικής,που μελετώ συστηματικά εδώ και χρόνια, από τότε που έπεσαν στα χέρια μου οιΔειπνοσοφιστές του Αθήναιου. ΟιΔειπνοσοφιστές είναι ένα έργο χαοτικό, εσωστρεφές, όχι ιδιαίτερα καλογραμμένο και μάλλον στρυφνό. Αυτό που με γοήτευσε όμως στο βιβλίο αυτό ήταν ο ίδιος ο συγγραφέας του, ο Αθήναιος: μια μυστήρια προσωπικότητα της ύστερης αρχαιότητας, για την οποία γνωρίζουμε ελάχιστα. Προσπαθούσα να τον ανιχνεύσω μέσα από το έργο του, άρχισα να τον φαντάζομαι σαν έναν cool μαγκάκο με άψογους τρόπους και κοσμικό αέρα, μποέμ και ευζωιστή, φιλοπερίεργο, με μεγάλη αγάπη στα γράμματα και τις τέχνες, αλλά που δεν έπαιρνε καθόλου και ποτέ τον εαυτό του στα σοβαρά. Πίστευα μάλιστα πως αν ο Αθήναιος ζούσε στις μέρες μας θα ήταν θαμώνας του κέντρου και της Βαρβακείου. Νομίζω πως απέδιδα στον Αθήναιο όλα όσα ήθελα να χαρακτηρίζουν εμένα ως προσωπικότητα.

Η γαστρονομία, με την οποία έχω ασχοληθεί με όλα της τα στάδια και σε όλα της τα επίπεδα, επαγγελματικό και ερασιτεχνικό, είναι το κατεξοχήν εύφορο έδαφος για να ξεδιπλωθεί ο χαρακτήρας που είχα αποδώσει στον Αθήναιο. Έπειτα, με αφορμή το φαγητό μπορείς να διαλογιστείς πάνω σε μια ευρεία γκάμα θεμάτων που αφορούν στον κοινωνικό βίο. Η γαστρονομία άπτεται της πολιτικής, της οικονομίας, του περιβάλλοντος, των διαπροσωπικών και οικογενειακών σχέσεων, της εθνικής ταυτότητας, της θρησκείας, των γραμμάτων και των τεχνών.

Άνθρωποι δεν με έχουν επηρεάσει άμεσα, αλλά με έχουν εμπνεύσει αρκετοί με τον τρόπο που υιοθέτησαν ιδέες και ιδανικά. Έτσι θαυμάζω πολύ τους ιδεαλιστές, όσους επιδεικνύουν ευγένεια και πνευματική ανεκτικότητα, όσους έχουν πάθος αλλά και πάθη, κι ας γίνονται κάτι φορές κουραστικοί, και όσους στέκονται κόντρα στο ρεύμα. Πάντως, αν πρέπει να κατονομάσω μια Ελληνίδα που θαυμάζω απεριόριστα, και όταν ήμουν μικρή ήθελα να της μοιάσω, αυτή είναι η δημοσιογράφος Ελένη Βλάχου.

Συστηματικά γράφω στο blog μου από το 2005. Ξεκίνησα να γράφω για κάτι που γνωρίζω καλά και αγαπώ πολύ, μόνο και μόνο για να διασκεδάσω και για να περνάω τις ελεύθερες ώρες μου. Ποτέ μου δεν φαντάστηκα ότι αυτή η ενασχόληση θα έφτανε εδώ, και δεν το επεδίωξα. Βέβαια, γνώριζα πως η γαστρονομία και το fοod talk είναι εξαιρετικά αγαπητό θέμα και ήξερα ότι οι συνταγές και οι μαγειρικές ιστορίες αρέσουν σε όλους, άσχετα αν μαγειρεύουν ή όχι.

Θα ήταν λίγο βαρύ να ισχυριστώ πως το blogging μου άλλαξε τη ζωή,γιατί έχω και την αρχαιοελληνική προκατάληψη του «μηδένα προ του τέλους μακάριζε». Όμως, χάρη στα μπλογκ ήρθα σε επαφή με εξαιρετικούς ανθρώπους που πολύ δύσκολα θα γνώριζα υπό άλλες συνθήκες. Μια από τις πιο ενδιαφέρουσες πτυχές αυτής της ιστορίας ήταν η παρενδυσία, δηλαδή η ένδυση μιας ανδρικής περσόνας. Δεν έγινε σκόπιμα, απλώς έτυχε ο Αθήναιος να είναι άνδρας κι έτσι έγραφα κι εγώ ως άνδρας. Η περσόνα αναδύθηκε από την ανταπόκριση των αναγνωστών στα κείμενά μου. Γνωρίζω και από την προσωπική μου εμπειρία ότι οι άντρες που μαγειρεύουν είναι εξαιρετικά γοητευτικά όντα και από την άλλη, καλώς ή κακώς, στην Ελλάδα η γυναίκα που μαγειρεύει έχει ταυτιστεί με τη μητέρα, με τη «μανούλα», ένα ρόλο που απεχθάνομαι για τον εαυτό μου. Όπως αναφέρω και στο μπλογκ μου, «γράφω για τη μαγειρική του μανουλιού και όχι της μανούλας», γι' αυτούς που μαγειρεύουν για να γοητεύσουν και όχι για να θρέψουν ή για να προστατεύσουν αυτούς που αγαπούν.

Με τους διοργανωτές του Destroy Athens γνωρίστηκα μέσω του... μπλογκ μου. Ο Θεόφιλος Τραμπούλης και ο Αυγουστίνος Ζενάκος ήταν αναγνώστες του μπλογκ αρκετό καιρό πριν συνεργαστούμε. Κάποια στιγμή γνωριστήκαμε κι από κοντά, αλλά στο πλαίσιο μιας κοινωνικής-φιλικής επαφής. Όταν χρειάστηκαν κάποιον να αναλάβει την επικοινωνία της διοργάνωσης, απευθύνθηκαν σε μένα. Η διοργάνωση της 1ης Μπιενάλε της Αθήνας ήταν μια συναρπαστική εμπειρία. Είχε βέβαια ένα μεγάλο ρίσκο, το οποίο δεν θα μετάνιωνα που το πήρα, ακόμη κι αν τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά. Όμως, όπως λέει και ο μεγάλος Κικέρων, «η τύχη χαμογελάει στους τολμηρούς». Η έκθεση είχε μια πρωτοφανή κάλυψη στον ελληνικό και διεθνή Τύπο και η ανταπόκριση του κόσμου ήταν εκπληκτική. Οι ενστάσεις που διατυπώθηκαν, οι κριτικές, ακόμη και οι πιο κακές, αποδεικνύουν και αυτές ότι το εγχείρημα δεν άφησε κανέναν αδιάφορο.

Το πέρασμα από τον ψηφιακό στον έντυπο λόγο έγινε χάρις σε δύο ανθρώπους: τον Ν. Γ. Ξυδάκη, ο οποίος με ενέταξε στην ομάδα του «Γαστρονόμου» της «Καθημερινής» και τον Μισέλ Φάις, ο οποίος πρότεινε στην Άννα Πατάκη να εκδώσει κάποια κείμενα από το μπλογκ μου. Γνωρίζω ότι υπάρχουν ενστάσεις για τη σκοπιμότητα της έκδοσης βιβλίων με υλικό από τα μπλογκ και τις σέβομαι. Κάθε μέσο έχει τις δικές του συμβάσεις όμως. Τίποτε δεν εμποδίζει έναν μπλόγκερ να γράφει σύμφωνα με τις συμβάσεις του έντυπου λόγου, κάτι που εγώ το έκανα περισσότερο γιατί δεν είχα αντιληφθεί από την αρχή τις δυνατότητες και τα εκφραστικά μέσα που παρέχει ένα ψηφιακό μέσο.

Εκτιμώ τους ανθρώπους που ανοίγονται και μοιράζονται τις σκέψεις τους και τα συναισθήματά τους. Με γοητεύουν η γενναιοδωρία, η μεγαλοκαρδία και η ευγένεια. Προσβάλλουν την αισθητική μου η έλλειψη κοινωνικής αγωγής και οι κακοί τρόποι. Οι φίλοι μου παίζουν εξαιρετικά σημαντικό ρόλο στη ζωή μου και ο μεγαλύτερός μου φόβος είναι να μην πάθουν κάτι οι άνθρωποι που αγαπώ.

Αγαπώ πολύ την Αθήνα, σπάνια στέκομαι στην ασχήμια της. Πιστεύω πως είναι μια πόλη που γεννάει ιστορίες και εμπνέει αφηγήσεις. Σε όσους ξένους έρχονται μόνο για μια μέρα στην Αθήνα προτείνω να επισκεφτούν το Μουσείο Μπενάκη, όπως αυτό αναγεννήθηκε από τον Άγγελο Δεληβοριά, να δουν την Ακρόπολη πίνοντας καφέ από την ταράτσα του μουσείου και βέβαια να περπατήσουν μέσα στη Βαρβάκειο Αγορά, που είναι το αγαπημένο μου σημείο της Αθήνας.

Τ' αγαπημένα μου στέκια για φαγητό είναι το Hell's Kitchen, το κουτούκι πίσω από τη Θύρα 13 της Λεωφόρου, το BarGuruBar, το Chez Lucien, στο οποίο πηγαίνουμε συχνά με την αγαπημένη μου φίλη και μπλόγκερ Magica de Spell is Cooking, και το GB Corner. Από τα εστιατόρια της λεγόμενης υψηλής κουζίνας επισκέπτομαι όσο πιο συχνά μπορώ τη Σπονδή, το Βαρούλκο, το Vardis για το άψογο σέρβις του και βέβαια το Etrusco για τις δημιουργίες του Ετόρε Μποτρίνι, ο οποίος είναι κατά τη γνώμη μου ο πιο εμπνευσμένος σεφ που εργάζεται αυτήν τη στιγμή στην Ελλάδα.

Αυτό που έχω διδαχθεί μέχρι τώρα με τα χρόνια είναι ότι έχει μεγάλη σημασία να μάθεις από μικρός να διαχειρίζεσαι το παρελθόν σου, ώστε να μην το αφήνεις να σε στοιχειώνει και να οργανώνεις το χρόνο σου έτσι ώστε να μη χάνεις στιγμή από το σήμερα. Προς το παρόν, δεν έχω καταφέρει τίποτα από τα δύο.