Σκηνή 1η - 1983

Στην μπλε Λάντσια Δέλτα, πηγαίνουμε στο Πόρτο Χέλι. Ακούμε Σαββόπουλο, Κηλαηδόνη και Χάρρυ Κλυνν. Οι γονείς καπνίζουν. Καμιά φορά, όταν τους γκρινιάζουμε για τον καπνό, ανοίγουν τα παράθυρα για λίγο. Ο κόσμος είναι αλλιώς. Προσέχουμε λιγότερο, φοβόμαστε λιγότερο. Αερόσακοι δεν υπάρχουν. Ούτε ABS. Ούτε ζώνες στα πίσω καθίσματα. Σε παιδικό καρεκλάκι αυτοκινήτου δεν καθίσαμε ποτέ. Δεν ξέρω καν αν υπήρχαν τότε.

 

Επιζήσαμε όμως με όλα αυτά που σήμερα φαίνονται αδιανόητα, στα όρια της καταγγελίας, αν τα άκουγες ή τα έβλεπες δίπλα σου. Όχι μόνο εμείς. Όλα τα παιδιά της γενιάς μας. Φτάνουμε στο Πόρτο Χέλι. Ξαμολιόμαστε. Στο κτήμα, στον δρόμο έξω από το κτήμα, στη θάλασσα. Νιώθουμε ασφαλείς, νιώθουμε προστατευμένοι. Δεν τρώμε υγιεινά, σύμφωνα με τα σημερινά δεδομένα. Ή, μπορεί να τρώμε πιο υγιεινά...

 

Σε ένα σπίτι στο Μάτι. Τα παιδιά κυκλοφορούμε γυμνά. Δεν φοράμε ποτέ αντηλιακό. Πάμε για μπάνιο στην παραλία κάτω από το σπίτι. Βουτάμε γυμνοί, βγαίνουμε γυμνοί. Προστατευόμαστε με ένα καπέλο από τον ήλιο. Μου φωνάζουν «Αντρέα, όχι βαθιά». Τους κοιτάζω και φωνάζω «πιο βαθιά;». Γελάνε κι έρχονται και με πηγαίνουν στα ρηχά.

 

Σκηνή 2η - 1984

Σε ένα σπίτι στο Μάτι. Τα παιδιά κυκλοφορούμε γυμνά. Δεν φοράμε ποτέ αντηλιακό. Πάμε για μπάνιο στην παραλία κάτω από το σπίτι. Βουτάμε γυμνοί, βγαίνουμε γυμνοί. Προστατευόμαστε με ένα καπέλο από τον ήλιο. Μου φωνάζουν «Αντρέα, όχι βαθιά». Τους κοιτάζω και φωνάζω «πιο βαθιά;». Γελάνε κι έρχονται και με πηγαίνουν στα ρηχά.

 

Σκηνή 3η - 1986

Στον Νηρέα, ένα πλοίο μισοδιαλυμένο, σε ένα από τα τελευταία του ταξίδια. Πηγαίνουμε στην Αμοργό. Η μητέρα μου, η αδερφή της, η αδερφή μου και τα ξαδέρφια μου. Ταξιδεύουμε για ώρες. Νομίζω 16. Σε κάθε κύμα κοπανιόμαστε γερά. Φτάνουμε στα Κατάπολα. Σε ένα μέρος απόμακρο, διαφορετικό, μαγικό.

 

Μένουμε πάνω από την ταβέρνα του Βιτσέντζου, στα δωμάτια της αδερφής του, της Καλλιόπης. Τα πρωινά πηγαίνουμε για μπάνιο στη θάλασσα, με το καΐκι στο Μαλτέζι και στις Πλάκες ή με τα πόδια στο Νεκροταφείο. Και το απόγευμα ξαμολιόμαστε.

 

Η ξαδέρφη μου είναι 4. Αλλά είναι μαζί μας. Κανείς δεν ανησυχεί. Κανείς δεν παθαίνει τίποτα εκτός από γρατζουνιές στα πόδια και στα χέρια. Γυρνάμε πίσω όταν νυχτώνει. Δεν υπάρχουν κινητά. Δεν υπάρχει ανησυχία. Τρώμε αυτά που έχει η ταβέρνα, όλα μας φαίνονται τέλεια, δεν ξέρει κανείς πόσες θερμίδες έχει το κάθε φαγητό και κανείς δεν λέει πόσο κακό κάνει το αλάτι ή η κόκα-κόλα.

 

Οι εφημερίδες έρχονται με καθυστέρηση. Τηλεόραση δεν έχουμε. Μαθαίνουμε τις μεταγραφές του Ολυμπιακού δύο μέρες αφού έχουν γίνει και νιώθουμε ότι μαθαίνουμε φρέσκα νέα. Δεν έχει πολλή σημασία ο χρόνος. Τώρα έχει. Το κάθε δευτερόλεπτο.

 

Σκηνή 4η - 2011

Στο αυτοκίνητο για Πόρτο Χέλι. ABS, αερόσακοι, ζώνες μπρος-πίσω. Παιδικά καρεκλάκια. Ευτυχώς, έχουν σωθεί ζωές χάρη σε αυτά. Κάνουμε δύο στάσεις για τσιγάρο. Ούτε που σκεφτόμαστε να καπνίσουμε εν κινήσει και καλά κάνουμε. Αλλά είναι κάπως αλλιώς τα πράγματα. Λιγότερο ελεύθερα. Ακούμε Κηλαηδόνη και Σαββόπουλο.

 

Το πορτ-μπαγκάζ είναι κατειλημμένο από μια σχεδόν ολοκληρωμένη σειρά παιδικών καθισμάτων, αποστειρωτών και χιλιάδων μικρών πραγμάτων που εμείς δεν είχαμε ως παιδιά. Δεν πάθαμε κάτι, αλλά καλό είναι που τα μπιμπερό τα αποστειρώνει πια ο κόσμος. Όμως εμείς δεν πάθαμε κάτι.

 

Σκηνή 4η - 2017

Στις Σπέτσες. Με τα παιδιά. Και με άλλα παιδιά, συμμαθητές τους που κάνουν διακοπές στις Σπέτσες ή στο Πόρτο Χέλι. Να πάνε τα παιδιά να παίξουνε μόνα τους πιο πέρα; Να πάνε μέχρι το Ποσειδώνιο και να είμαστε εμείς στην Ντάπια να τσιμπήσουμε κάτι; Να πάνε. Άγχος. Και ας είναι 10 και 9 χρονών τα μεγάλα και έως 7 τα μικρά. Πάνε. Ενθουσιάζονται. Ελευθερία. Τους λέμε να έρχονται κάθε 15 λεπτά να βλέπουμε ότι είναι καλά. Έρχονται. Σπάσιμο, αλλά έρχονται. Είναι καλά. Κι εμείς το ίδιο. Κάθε 15 λεπτά είμαστε λίγο λιγότερο ανήσυχοι.

 

Σκηνή 5η - 2018

Μιλάω με έναν πατέρα που τα παιδιά μας κάνουν μαζί μια δραστηριότητα. Τελειώνουν τη δραστηριότητα και αρχίζουν να τρέχουν. Είναι σε χώρο περιφραγμένο. Αλλά είναι ωραία εικόνα. Τον ρωτάω αν τα αφήνει τα δικά του να βγαίνουν από το σπίτι. Μου λέει ότι ανησυχεί πολύ και ότι κλέβουν παιδιά. Του λέω «και τι θα κάνουμε, με αυτόν το φόβο θα ζούμε;» Μου λέει, «είναι μικρά ακόμα».

 

Στην ηλικία τους ανοίγαμε τις πόρτες και φεύγαμε. Γύρναγα από το σχολείο, άφηνα την τσάντα και πήγαινα στις μπασκέτες. Γυρνούσα το βράδυ και κανείς δεν με έψαχνε. Αυτά γυρνάνε σπίτι και κάθονται σπίτι. Πόσο πιο επικίνδυνος έχει γίνει ο κόσμος; Πόσο πιο φοβισμένοι έχουμε γίνει εμείς;

 

Επίλογος

Έστω τα καλοκαίρια. Έστω για λίγο. Αυτή την ελευθερία που νιώθαμε εμείς, αυτή την ξεγνοιασιά, αυτό το ξαμόλημα. Αυτό παλεύουμε με τους εαυτούς μας να τους το δώσουμε. Όχι μόνο εγώ αλλά και άλλοι γονείς γύρω μου. Όχι όλοι, αλλά αρκετοί. Με αγωνία. Να τους βλέπεις να απομακρύνονται στην παραλία και να μην τους φωνάζεις.

 

Να γνωρίζουν άλλα παιδιά και να πηγαίνουν στα βραχάκια για εξερεύνηση. Να παλεύεις και στο τέλος να καταπίνεις την αγωνία, συνειδητοποιώντας ότι πρέπει να μεγαλώσουν, ότι πρέπει να πάρουν κλειδιά στα χέρια τους και να ανοίξουν πόρτες, ότι πρέπει τους φόβους μας, τις εμμονές μας με την ασφάλεια και την υγεία να μην τα κάνουμε και δικούς τους φόβους.

 

Τα παιδικά καλοκαίρια μάς θυμίζουν ελευθερία. Ίσως στην πιο απόλυτη μορφή που την έχουμε ζήσει. Τα παιδικά τους καλοκαίρια πρέπει να τους θυμίζουν το ίδιο. Ακόμα κι αν τους τη δώσουμε ξεπερνώντας τον εαυτό μας, τις αγωνίες μας και τον φοβικό τρόπο που η δική μας η γενιά έμαθε να μεγαλώνει τα παιδιά της.