Γεννήθηκα τον Αύγουστο του '78. Πράγμα που σημαίνει πως σε λίγο καιρό θα γίνω σαράντα και, όπως συμβαίνει σε πολύ κόσμο που μπαίνει σε καινούργια -άντα ή -ήντα, περνάω μια συνεχόμενη υπαρξιακή κρίση. Ένα πράγμα που σκέφτομαι πολύ είναι η γενιά μου, ποια είναι, τι χαρακτηριστικά έχει και πώς αλλάζει μέσα στα χρόνια.

 

Τι έκανε, τελικά, η δική μας γενιά; Τι θα αφήσει πίσω της; Τι έχασε; Μας έλεγαν ότι είμαστε οι πρώτοι που δεν ζήσαμε τραγωδίες, πολέμους, δικτατορίες, βασανισμούς, εξορίες. Ήμασταν οι καλομαθημένοι της Ιστορίας, αυτοί που επωφελήθηκαν από τις κακουχίες των προηγουμένων, από την ανάγκη τους να μας δώσουν αυτά που εκείνοι είχαν στερηθεί, αυτή την ανάγκη που έχουν οι άνθρωποι να ξορκίζουν τα δικά τους ζόρια μέσα από τη χαρά των απογόνων τους.

 

Οι παππούδες μας μάς έλεγαν ιστορίες από τη δύσκολη ζωή τους. Ο δικός μου ο παππούς ήρθε πρόσφυγας από τη Μικρά Ασία, είδε τη ζωή του να καίγεται σε μια μέρα και έφτιαξε μια καινούργια από την αρχή. Τον έζησα λιγότερο από δέκα χρόνια και μόνο μια φορά μας μίλησε για τη Σμύρνη, μια μέρα που, όσο μικρός και αν ήμουν, δεν θα ξεχάσω ποτέ. Έκλαιγε και συνέχιζε να μιλάει. Μια ολόκληρη ζωή είχε περάσει και δεν είχε μίλησε ποτέ γι' αυτά που έζησε εκείνες τις ημέρες, τόσο βαριά ήταν αυτά τα τραύματα. Πώς είναι να ζεις όλη σου τη ζωή με βιώματα ανείπωτα, πώς ένιωσε την ημέρα εκείνη που μας μίλησε; Πού είχε θάψει όλο αυτό το βάρος; Τι ανθρώπους φτιάχνουν οι μεγάλες τραγωδίες;

 

Δεν ζήσαμε πόλεμο, δεν ζήσαμε δικτατορίες και βασανιστήρια, αλλά ζούμε τη δική μας, μικρή έστω, τραγωδία, την κινούμενη άμμο, και μέσα σε αυτή φτιάχνουμε τη δική μας καινούργια ταυτότητα. Είμαστε κάτι που ακόμα δεν μπορούμε να περιγράψουμε, είμαστε η γενιά του άγχους.

 

Πριν από λίγες ημέρες πήγα να δω ένα εξαιρετικό ντοκιμαντέρ σε σκηνοθεσία του φίλου Ξενοφώντα Βαρδαρού και του Γιάννη Ξύδα με τίτλο Οι παρτιζάνοι των Αθηνών. Το σινεμά ήταν γεμάτο από κόσμο, αλλά, επειδή πήγα μόνος, βρήκα μια θέση και με το που έκλεισαν τα φώτα και ξεκίνησε η ταινία ήξερα ότι θα γινόμουν λίγο ρεζίλι, καθώς είχα αρχίσει να συγκινούμαι από τα πρώτα δευτερόλεπτα.

 

Η ταινία είναι για την αντίσταση στην Αθήνα κατά τη διάρκεια της Κατοχής και έχει ως βασικούς ομιλητές δεκατέσσερις μαχητές που έδρασαν στις γραμμές της Εθνικής Αλληλεγγύης, του ΕΑΜ, του ΕΛΑΣ, της ΕΠΟΝ και της ΟΠΛΑ. Άνθρωποι πολύ μεγάλοι πια σε ηλικία, στους οποίους διέκρινες όμως τη γενναιότητα αλλά και την περηφάνια για την τότε δράση τους.

 

Εικόνα από το νοτκιμαντέρ  «Οι παρτιζάνοι των Αθηνών», των  Ξενοφώντα Βαρδαρού και Γιάννη Ξύδα.
Εικόνα από το νοτκιμαντέρ «Οι παρτιζάνοι των Αθηνών», των Ξενοφώντα Βαρδαρού και Γιάννη Ξύδα.

 

Σε όλη τη διάρκεια της ταινίας σκεφτόμουνα αν η δική μας η γενιά θα μπορούσε ποτέ να φτάσει έστω κοντά στα ανδραγαθήματα αυτών των ανθρώπων που δεν υπολόγιζαν τον θάνατο μπροστά στο ιδανικό της ελευθερίας. Έφυγα βαθιά συγκινημένος και ακόμα περισσότερο προβληματισμένος.

 

Ζούμε τη δική μας ιστορία, την ιστορία της κατάρρευσης της εύκολης ζωής. Σπουδάσαμε άνετα, οι γονείς μας αγόραζαν αυτοκίνητα και σπίτια, σπίτια που γράφανε στα ονόματά μας, μέχρι που ήρθε το κύμα και τα πήρε κι αυτά και την αίσθηση που είχαμε ότι η ζωή είναι εύκολη, γιατί εύκολη μας την είχαν κάνει. Και τώρα, χαμένοι κάπως, περιηγούμαστε, ψάχνουμε να δημιουργήσουμε καινούργια ταυτότητα, είμαστε οι ενδιάμεσοι, αυτοί που έπρεπε να επανακαθορίσουν τη ζωή τους ,ενώ αυτή είχε ήδη πάρει έναν δρόμο.

 

Πολλές φορές με πιάνει άγχος. Πως θα τελειώσει ο χρόνος, πως πρέπει να καθορίσω το δικό μου μέλλον όπως εγώ θέλω να είναι, γρήγορα, όποιες και αν είναι οι συνθήκες γύρω μου. Είναι σαν εφιάλτης, σαν να περπατάς σε κινούμενη άμμο, σαν να βυθίζεσαι την ώρα που σε κυνηγάνε, αλλά πρέπει να τρέξεις.

 

Κάθε γενιά έχει ένα τραύμα. Η δικιά μας έχει το πιο άχαρο, μια οικονομική κρίση, η οποία με τα χρόνια ήρθε κι έκατσε και είναι πλέον σχεδόν γελοίο που την αποκαλούμε έτσι καθώς η λέξη «κρίση» δεν περιγράφει συνήθως μια μόνιμη κατάσταση και αυτό που ζούμε κοντεύει πια να κλείσει δεκαετία.

 

Δεν ζήσαμε πόλεμο, δεν ζήσαμε δικτατορίες και βασανιστήρια, αλλά ζούμε τη δική μας, μικρή έστω, τραγωδία, την κινούμενη άμμο, και μέσα σε αυτή φτιάχνουμε τη δική μας καινούργια ταυτότητα. Είμαστε κάτι που ακόμα δεν μπορούμε να περιγράψουμε, είμαστε η γενιά του άγχους, αυτοί που ζούμε πλέον με λιγότερα και μερικές, σπάνιες φορές καλύτερα ή, έστω, πιο σωστά, αυτοί που μιλάμε στα μικρά παιδιά μας για πραγματικά προβλήματα γιατί τα βλέπουν δίπλα τους και ρωτάνε, είμαστε αυτοί που έχουμε την ευκαιρία να φτιάξουμε καλύτερους ανθρώπους από εμάς, πιο ρεαλιστές, μακριά από γυάλινες ουτοπίες, μακριά από βολέματα, είμαστε αυτοί που πρέπει να κάνουμε τη μετάβαση και ό,τι μάθουμε από αυτή την άχαρη διαδρομή να το δώσουμε στους επόμενους, στους καλύτερους από εμάς.

 

Αυτό, εν τέλει, θα πρέπει να είναι το δικό μας ανδραγάθημα και αυτή θα πρέπει να γίνει η δική μας παρακαταθήκη για το μέλλον. Η δημιουργία μιας γενιάς χωρίς σύνδρομα μεγαλομανίας, με στόχους ρεαλιστικούς, πιο κοντά στα ανθρώπινα ιδεώδη, η δημιουργία μιας γενιάς που δεν θα έχει ανάγκη κανέναν να τη «ξεβλαχέψει».