Πρέπει να ήμουνα πολύ μικρός, δύο ή τριών χρονών, όταν φέρανε στο σπίτι τον Ραλφ και την Τζίλντα. Ο Ραλφ και η Τζίλντα δεν ήταν ζευγάρι Γερμανών τουριστών, ήταν δύο λυκόσκυλα τεραστίων διαστάσεων.

 

Τα σκυλιά ανήκαν σε αυτούς που έμεναν από πάνω μας, αλλά επειδή μέναμε σε διώροφη μονοκατοικία και τους γνωρίζαμε καλά, τα είχαμε πολύ συχνά σπίτι μας.

 

Ο Ραλφ ήταν καλός και αγαθός, με άλλα λόγια ήταν χαζό το παιδί, τι να κάνουμε; Ήταν τόσο χαζός, που είχε τη συνήθεια να τρώει σφίγγες οι οποίες μετά τον τσιμπούσαν στο στομάχι κι έκανε «κάι κάι».

 

Η Τζίλντα, από την άλλη, ήταν πανέξυπνη, αλλά νευρική. Μια μέρα δάγκωσε τον παππού μου, ο οποίος, ως κυνηγός, είχε πάντα σκυλιά και ήξερε πώς να τα αντιμετωπίζει, όμως η Τζίλντα, όπως είπαμε, ήταν νευρικούλα. Τον έριξε κάτω και του έσκισε τα ρούχα.

 

Εμένα όμως με λάτρευε και το αίσθημα ήταν αμοιβαίο. Αράζαμε μαζί, της άνοιγα το στόμα κι έβαζα μέσα το χέρι μου, της τράβαγα την ουρά και όλα αυτά τα τρομερά εκνευριστικά πράγματα που κάνουν τα παιδάκια στα ζώα, και αυτή με άφηνε να κάνω ό,τι θέλω.

 

Ήμασταν φίλοι και μείναμε φίλοι μέχρι την ημέρα που μετακομίσαμε και χάσαμε κάθε επαφή κι αυτός ουσιαστικά ήταν ο πρώτος δύσκολος αποχαιρετισμός της ζωής μου.

 

Η Τζίλντα μου έμαθε να μη φοβάμαι τα σκυλιά. Η Τζίλντα μου έμαθε να τα αγαπάω και αυτό ήταν ένα σπουδαίο εφόδιο για τη μετέπειτα ζωή μου.

 

Λίγα χρόνια μετά, η αδερφή μου στα 17, εγώ στα 14. Ο Αλέξης, το αγόρι της τότε, της πήρε μια μέρα δώρο ένα κόκερ, την Ντρούνα.

 

Προφανώς, κάποια μαλακία θα είχε κάνει και θα ήθελε να εξιλεωθεί, αλλά αυτά ας μην τα συζητήσουμε εδώ, ας τα αφήσουμε να τα κρίνει η Ιστορία. Η Ντρούνα ήταν κόκερ, δηλαδή σκυλί για διαφήμιση.

 

Με τα αυτιά της τα μακριά, με το κόκκινο τρίχωμα και μ' εκείνη τη συνήθεια να ξεκινάει να σε γλείφει το μεσημέρι και να τελειώνει τα μεσάνυχτα, λόγω εξάντλησης του υγρού του σιελογόνου αδένα.

 

Συνήθως έφτιαχνα τις βαλίτσες μου και τις είχα στο σαλόνι. Μετά, αφού κοιμόντουσαν οι υπόλοιποι στο σπίτι, καθόμουνα κι έβλεπα λίγο τηλεόραση και εκείνα τα συγκεκριμένα βράδια η Ντρούνα ήταν να πεθάνει από τη στενοχώρια της. Ερχόταν, ακουμπούσε το κεφάλι της στα πόδια μου και αναστέναζε χωρίς σταματημό.

 

Η αδερφή μου, λίγο καιρό αφού ήρθε η Ντρούνα στο σπίτι, θα έφευγε για σπουδές στη Γαλλία. Ο πατέρας μου, που μέχρι τότε αρνούνταν να ασχοληθεί με την Ντρούνα, της είπε «αν αφήσεις το σκυλί εδώ, θα το φροντίζω εγώ, αλλά θα συνδεθώ μαζί του και μετά θα είναι το σκυλί μου».

 

Έτσι κι έγινε ή, μάλλον, παράγινε, καθώς ο έρωτας αυτός ήταν τόσο μεγάλος, που ο πατέρας μου απέκτησε το παρατσούκλι «Ντρούνος» στη γειτονιά, μεταξύ των υπόλοιπων σκυλοαφεντικών που συναντιόντουσαν στο παρκάκι του Αγίου Νικολάου στα Πευκάκια των Εξαρχείων, για να έχουμε και μια τοπική αναφορά, να ξέρουμε πού εκτυλίσσονται αυτά τα φοβερά πράγματα που διαβάζετε.

 

Η Ντρούνα, η οποία είχε πάρει το όνομά της από την ομώνυμη σέξι ηρωίδα κόμικ του Σερπιέρι, κληρονόμησε την ομορφιά της εν λόγω κυρίας αλλά όχι και την ερωτική της διάθεση.

 

Όταν ήρθε ο Κανέλος σπίτι για να κάνουνε δουλίτσα την κυνηγούσε για να νιώσει τις ηδονές του έρωτα, αλλά αυτή δεν ανταποκρινόταν με τίποτα.

 

Την τρίτη μέρα, τελικά, ο Κανέλος και η Ντρούνα έκαναν έρωτα, νομίζω χωρίς ιδιαίτερο πάθος, και μερικούς μήνες μετά γεννήθηκαν τα παιδιά τους, τα οποία δεν έχω ιδέα πού βρίσκονται αυτήν τη στιγμή, αλλά ελπίζω να είναι καλά.

 

Αν θυμάμαι ένα πράγμα περισσότερο απ' οτιδήποτε άλλο από την Ντρούνα, η οποία μας άφησε σε μεγάλη ηλικία πριν από 6-7 χρόνια, είναι οι δύσκολοι αποχαιρετισμοί μας κάθε φορά που έφευγα για την Αγγλία, την περίοδο των σπουδών μου.

 

Συνήθως έφτιαχνα τις βαλίτσες μου και τις είχα στο σαλόνι. Μετά, αφού κοιμόντουσαν οι υπόλοιποι στο σπίτι, καθόμουνα κι έβλεπα λίγο τηλεόραση και εκείνα τα συγκεκριμένα βράδια η Ντρούνα ήταν να πεθάνει από τη στενοχώρια της.

 

Ερχόταν, ακουμπούσε το κεφάλι της στα πόδια μου και αναστέναζε χωρίς σταματημό. Όταν επέστρεφα, δε, πάντα κατουριόταν.

 

Μακάρι και οι άνθρωποι να ήταν τόσο εκδηλωτικοί στις χαρές και στις στενοχώριες τους, ίσως χωρίς το κατούρημα, αυτό θα ήταν λίγο όκγουορντ, που λέει κι ένας φίλος.

 

Στην ευρύτερη οικογένεια είχαμε και έχουμε κατά καιρούς κι άλλα ζώα. Αυτά για τα οποία γράφω, όμως, είναι τα σκυλιά με τα οποία συνδέθηκα πιο πολύ και αυτά με τα οποία πέρασα τον περισσότερο χρόνο.

 

Στην κορυφή αυτής της πολύ σημαντικής για εμένα και τρομερά αδιάφορης για την υπόλοιπη ανθρωπότητα λίστα είναι η Μέλι, κυρίες και κύριοι, και εδώ είναι η ώρα που σηκώνεστε όρθιοι και χειροκροτάτε με μανία, ενώ ακούγεται και μουσική από μια μπάντα, τα μέλη της οποίας δεν βλέπει κανείς, αφού παίζουν σε μια γούβα ή «υποβάθμιση», όπως λέγεται στα θέατρα η γούβα, και αυτό κάποια στιγμή πρέπει να το καταδικάσουμε, κρίμα οι άνθρωποι, τόσο καλοί μουσικοί να τους βάζουν να παίζουνε σε γούβες.

 

Η Μέλι ήρθε στο σπίτι πακέτο με τη γυναίκα που μετά παντρεύτηκα και κάναμε μαζί παιδιά. Η Μέλι ήταν ένα θηριώδες λαμπραντόρ που μες στο τεράστιο σώμα της είχε μια αθώα καρδιά, τόσο αθώα που αν με ρωτήσει κάποιος ποιο πλάσμα είναι το πιο καλό που έχω γνωρίσει ποτέ στη ζωή μου, θα του πω «η Μέλι» και είμαι τόσο σίγουρος γι' αυτή την απάντηση, σαν να απαντάω στην ερώτηση ποιο είναι το καλύτερο αριστερό χαφ στην ιστορία του Ολυμπιακού ‒ Ο Τζόλε και τέρμα η συζήτηση.

 

Μια μέρα ήμουνα στο γραφείο όπου δούλευα εκείνη την εποχή και στο αίθριο που υπήρχε έξω από το γραφείο κάποιος είχε αφήσει ένα κουτάβι δεμένο με λουρί.

 

Πήρα τηλέφωνο την Άννα στο σπίτι, της είπα «εδώ είναι ένα σκυλί που είναι τρομερή φάτσα» και η Άννα άρχισε να φωνάζει «πάρ' το, πάρ' το» και, για να μην τα πολυλογώ, στο σπίτι γίναμε τέσσερις με νέο μέλος τον Μπάμπα, που πήρε το όνομά του από τον Μπαμπαγκίντα, Νιγηριανό ποδοσφαιριστή του Ολυμπιακού με τρομερές επιδόσεις σε τουλάχιστον δύο παιχνίδια στην καριέρα του και καλό παιδί, πάνω απ' όλα.

 

Ο Μπάμπα ζει και βασιλεύει με την πρώην γυναίκα μου, τα παιδιά και μια γάτα, τη Μαζ, την οποία δεν έχω ακόμα ψυχολογήσει και γι' αυτό θα αποφύγω να σχολιάσω την προσωπικότητά της.

 

Επανέρχομαι στη Μέλι, όμως, γιατί τελειώνουν οι λέξεις που μπορώ να χρησιμοποιήσω σε ένα άρθρο και δεν θα προλάβω να πω τα βασικότερα.

 

Αν κάτι δεν ξεπέρασα ποτέ, αυτό είναι ο θάνατός της. Η είδηση ότι πάσχει από καρκίνο στους λεμφαδένες και ότι πρέπει να της γίνει ευθανασία.

 

Η στιγμή της ευθανασίας στο κτηνιατρείο, που βάλαμε τα δυνατά μας για να μείνουμε μαζί της μέχρι το τελευταίο δευτερόλεπτο, και οι βόλτες μετά με τον Μπάμπα και ένα τεράστιο κενό δίπλα του.

 

Αν η Τζίλντα μου έμαθε να αγαπάω τα ζώα, η Μέλι μου έμαθε ότι ο πρώτος μου γιος, ο Πάνος, αυτός που την έζησε πριν πεθάνει, είναι ένας πολύ σπουδαίος άνθρωπος.

 

Όταν η Μέλι αρρώστησε, ο τρίχρονος Πάνος, που τη λάτρευε και την παίδευε, όπως εγώ την Τζίλντα, καθόταν συνέχεια μαζί της. Μια μέρα τον ψάχναμε για ώρα σε όλο το σπίτι και τελικά τον βρήκαμε εκεί όπου κρυβόταν η Μέλι για να μην τη βλέπουμε να υποφέρει.

 

Ήταν μαζί αγκαλιά στο πάτωμα, του λέω «Πάνο, τι κάνεις εκεί;», με κοιτάει και μου λέει «άφησέ με, κάθομαι με το άρρωστο σκυλάκι μας».

 

Η Μέλι πέθανε τέτοιο καιρό πριν από επτά χρόνια, την πρωταπριλιά του 2011. Για καιρό ο Πάνος ρωτούσε τι κάνει η Μέλι. Τον πρώτο καιρό του λέγαμε ότι είναι στους γιατρούς που την προσέχουν, μετά του εξηγήσαμε τι συνέβη και για χρόνια μας ρωτούσε «τη θυμάστε τη Μέλι;» και κάθε φορά που το ρωτούσε έλαμπε όλο του το πρόσωπο.

 

Έχουν περάσει επτά χρόνια και τη θυμόμαστε την Μέλι. Κανείς μας δεν ξέχασε τη Μέλι, κανείς μας δεν ξέχασε την Τζίλντα, την Ντρούνα και οποιοδήποτε πλάσμα έδωσε τόση αγάπη. Λείπει πολύ η καλοσύνη σε αυτόν τον κόσμο και όποιον σου τη δίνει απλόχερα δεν τον ξεχνάς ποτέ.