Μια μέρα, πριν από περίπου τρεις μήνες, ήρθε στο γραφείο και μας βρήκε η δημοσιογράφος Μαρία Μανωλέλη. Μας μίλησε για μια ιδέα που έχει, ένα ντοκιμαντέρ για τους Έλληνες του εξωτερικού.

 

Κάναμε πολλές συναντήσεις και πολλές συζητήσεις και σκεφτήκαμε ότι ο καλύτερος τρόπος για να μιλήσουμε για την έννοια της ξενιτιάς, για τη μετανάστευση, για το κυνήγι μιας καλύτερης ζωής, για την Ελλάδα των ξενιτεμένων, είναι να έρθουμε στην Αστόρια, στο «ελληνικό χωριό» της Νέας Υόρκης.

 

Ήρθαμε, λοιπόν, για το πρώτο κομμάτι της παραγωγής, το λεγόμενο pre-production, για να συναντήσουμε ανθρώπους, να ακούσουμε τις ιστορίες τους και να αποκτήσουμε μια καλύτερη εικόνα για τη ζωή σε αυτήν τη συνοικία της Νέας Υόρκης.

 

Αυτά που ζήσαμε επιβεβαίωσαν την επιλογή μας. Μια ταινία για την Αστόρια θα είναι μια ταινία για τη μετανάστευση, για την ελπίδα, για την επιτυχία, για τη νοσταλγία αλλά και την απογοήτευση.

 

Θα είναι κυρίως μια ταινία για την πατρίδα, αφού εδώ όλες οι κουβέντες από κει ξεκινούν και κει καταλήγουν.

 

Ρωτήσαμε όσους γνωρίσαμε τι σημαίνει γι' αυτούς η Ελλάδα. Σε αυτή την ερώτηση κανείς δεν απάντησε κατευθείαν. Μια μικρή παύση πρώτα, ένας μικρός κόμπος στον λαιμό. Η Ελλάδα είναι η θάλασσα, μας είπαν, η Ελλάδα είναι το καταφύγιό μου όταν έχω στενοχώριες, οι σκέψεις που με παρηγορούν, η Ελλάδα είναι τα παιδικά μου χρόνια, η Ελλάδα είναι η ελευθερία.

 

Σύμφωνα με τους ντόπιους, το ελληνικό στοιχείο της Αστόριας έχει συρρικνωθεί αρκετά τα τελευταία χρόνια. Εμείς όμως είδαμε παντού την Ελλάδα.

 

Την πρώτη μέρα περπατήσαμε στην Ditmars Boulevard, τον κεντρικό δρόμο. Παντού, αριστερά και δεξιά, βλέπαμε ταμπέλες με ελληνικά ονόματα, μαγαζιά Ελλήνων που ήρθαν κι έφτιαξαν εδώ τη ζωή τους.

 

Στην Αστόρια μπορείς να μείνεις για καιρό και να μη μιλήσεις αγγλικά.

 

Συναντήσαμε ανθρώπους που έφτιαξαν εδώ μια καλή ζωή, δούλεψαν σκληρά κι έβγαλαν πολλά χρήματα, αλλά αγγλικά δεν έμαθαν ποτέ.

 

«Το μεγάλο μου παράπονο» μας είπε ο κύριος Σ., ιδιοκτήτης πολύ επιτυχημένου εστιατορίου, «είναι που δεν έμαθα τα εγγλέζικα». Έχει πει στους σερβιτόρους να είναι πάντα δίπλα του κάποιος όταν του μιλάνε «ξένοι» πελάτες.

 

Τα παιδιά του έχουν αναλάβει από μικρά ρόλο μεταφραστή. Όπως και να 'χει, ο Σ. έφτιαξε εδώ μια πολύ καλή ζωή και ας μην έμαθε ποτέ αγγλικά.

 

Αν μοιάζει με κάτι η Αστόρια, είναι περισσότερο με την Ελλάδα παλαιότερων εποχών, αυτό που βρίσκεις καμιά φορά στην ελληνική επαρχία. Οι άνθρωποι είναι απλοί και πολύ φιλόξενοι.

 

Ζώντας στην Αθήνα, αυτό μου έχει λείψει. Η απλότητα των καθημερινών ανθρώπων.

 

Σε συναντήσεις με ιδιοκτήτες εστιατορίων το τραπέζι γέμιζε φαγητά και ο λογαριασμός δεν ερχόταν ποτέ ‒ «από εμάς παιδιά, μην το συζητάτε».

 

«Να μείνετε σπίτι μου όταν ξανάρθετε» μας είπε η κυρία Κ. «Μόνη μου μένω σε ένα μεγάλο σπίτι, πέθανε ο άντρας μου, να έρθετε όποτε θέλετε και να μείνετε όσο θέλετε».

 

Δεν την ξέραμε καιρό την κυρία Κ. όταν μας είπε αυτά τα λόγια, την είχαμε μόλις γνωρίσει.

 

Η Αστόρια βρίσκεται κοντά στο Μανχάταν, που είναι το κέντρο της Νέας Υόρκης, περίπου 15 λεπτά με το μετρό.

 

Τις ημέρες που κάναμε συναντήσεις στο Μανχάταν και μετά επιστρέφαμε στην Αστόρια νιώθαμε μια περίεργη αίσθηση ανακούφισης, μια χαλάρωση που επιστρέφαμε στο «χωριό» μας, όπως αποκαλούσαμε την Αστόρια αυτό τον καιρό.

 

Τελευταία μέρα σήμερα και καθώς περπατάμε μας χαιρετάει κόσμος, «καλώς τα παιδιά, καλημέρα, πότε φεύγετε;».

 

Ρωτήσαμε όσους γνωρίσαμε τι σημαίνει γι' αυτούς η Ελλάδα. Σε αυτή την ερώτηση κανείς δεν απάντησε κατευθείαν. Μια μικρή παύση πρώτα, ένας μικρός κόμπος στον λαιμό.

 

Η Ελλάδα είναι η θάλασσα, μας είπαν, η Ελλάδα είναι το καταφύγιό μου όταν έχω στενοχώριες, οι σκέψεις που με παρηγορούν, η Ελλάδα είναι τα παιδικά μου χρόνια, η Ελλάδα είναι η ελευθερία.

 

Χτες είδαμε τον Β. με καταγωγή από την Ικαρία. Πολύ ζεστός άνθρωπος, μας φώναξε σπίτι του, μας έβαλε κρασί και μας μίλαγε για την Ελλάδα με τεράστια αγάπη.

 

Μας είπε ότι πολλοί λαοί έρχονται εδώ και θέλουν να γίνουν Αμερικανοί. Να αφήσουν πίσω την παλιά τους ταυτότητα, λες και είναι ένα βαρίδι που τους δυσκολεύει τον δρόμο προς την επιτυχία.

 

«Λαοί με έντονη κουλτούρα, Ιταλοί, Ιρλανδοί, έρχονται εδώ», μας είπε, «και δεν κοιτάνε πίσω. Οι Έλληνες δεν μπορούν ν' αφήσουν την Ελλάδα πίσω και, όποτε μπορούν, επιστρέφουν».

 

«Τι άλλο είναι για εσάς η Ελλάδα;» τον ρωτήσαμε. Και κει μας είπε κάτι που μας συγκλόνισε.

 

«Η μητέρα μου ήθελε για μένα το καλύτερο, πήγα σε καλό πανεπιστήμιο, ήμουνα καλός στη δουλειά μου και ήθελε να με δει Πλανητάρχη, αν γινότανε, να γίνω ο πιο επιτυχημένος στον κόσμο. Όμως τα καλοκαίρια στην Ικαρία τα είχα μέσα μου. Αυτή την αγάπη για τη ζωή, τη συνειδητοποίηση ότι ευτυχία δεν σημαίνει μόνο επαγγελματική επιτυχία αλλά και πολλά άλλα πράγματα, πολύ πιο σημαντικά, αυτό μου το έδωσε η Ελλάδα και τα ικαριώτικα καλοκαίρια. Αυτό είναι για μένα η Ελλάδα. Η φιλοσοφία της ζωής. The joy of life».

 

«Μήπως όμως αυτό είναι που μας οδήγησε στην καταστροφή;» τον ρωτήσαμε. «Όχι», μας είπε με ένα τεράστιο χαμόγελο, «αυτό είναι που θα μας κάνει να επιβιώσουμε, αυτό είναι που πάντα μας έκανε να επιβιώνουμε».

 

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO