Δεν ξέρω κι εγώ πόσες φορές έχω έρθει αντιμέτωπος με το εξής κρίσιμο ερώτημα που μου θέτει κάποιος αλλά κι εγώ ο ίδιος στον εαυτό μου: «Πώς να αποφύγω όλα αυτά τα ειδησεογραφικά sites που μοιάζουν με φάμπρικες ανακύκλωσης και μεταποίησης πληροφορίας ή τρολοφάρμες και σκάνε πρώτα στην αναζήτηση, όταν θέλω να ενημερωθώ για κάτι που είδα να περιφέρεται με τη διαδικασία του επείγοντος στα social media;».

 

Τι να σου πω κι εγώ, ξεκίνα από το μέσο, όχι από την είδηση (που μπορεί να είναι εντελώς «πειραγμένη» και fake), επίλεξε κάποιο site που θεωρείς έγκυρο και ο Θεός βοηθός. Πολλοί, εξάλλου, δεν κάνουν καν τον κόπο να επιβεβαιώσουν οτιδήποτε. Όσο πιο ακραίο μοιάζει, τόσο το καλύτερο για το νταβαντούρι που θα ακολουθήσει. Μένουν με το κραυγαλέο εφέ της ήδη «μολυσμένης» από τον σχολιασμό και την εργαλειοποίηση πληροφορίας, καθώς κάνει τον κύκλο της στο χρονολόγιο, και δεν μαθαίνουν ποτέ τη διάψευση, που συχνά καταλήγει στην κοίτη του ποταμού μαζί με όλες τις άλλες «ξενέρωτες» ειδήσεις που δεν ενισχύουν τη διεγερτική υφή του μέσου.

 

Ακόμα και σε «σοβαρά» μέσα, επιπλέει συχνά το αγοραίο, ελλειπτικό ιντερνετικό στυλάκι, με αποτέλεσμα να αποκαλούνται σε άρθρα «πολιτικής ανάλυσης» οι ηγέτες των δύο πόλων εξουσίας με υποτιμητικά παρατσούκλια τύπου «Κούλης» ή «Αλέκσης».


Στο τρέχον εκδοτικό σημείωμα της εγκυρότατης έντυπης και ψηφιακής επιθεώρησης n+1 (nplusone magazine) υπό τον τίτλο «Το νέο περιβάλλον ανάγνωσης» περιγράφεται, μεταξύ άλλων, με γλαφυρό και άμεσα αναγνωρίσιμο σε όλους μας πια τρόπο, η δυστοπική περιπέτεια του χρήστη των κοινωνικών μέσων όταν έρχεται αντιμέτωπος με ένα ακόμα «έκτακτο περιστατικό» και επιχειρεί μάταια να κατανοήσει τι ακριβώς διακυβεύεται:

 

«... Τώρα, αυτό το φρενήρες δούναι και λαβείν δεν επιτρέπει και πολύ χώρο για να σταθούν και να αναπνεύσουν οι απόψεις μας.

 

Μπαίνουμε στα social media για να ανακαλύψουμε κάποια έντονη και ανεξιχνίαστη διαμάχη που έχει προκύψει, συνήθως εξαιτίας μιας αλυσίδας παρανοήσεων, οι οποίες σε διάστημα μίας ή δύο το πολύ ωρών έχουν τελειώσει φιλίες. Η μόνη λύση για να βγάλει κανείς άκρη είναι να το πάει ανάποδα – κλικάροντας χρονολογικά προς τα πίσω εν μέσω ενός ναρκοπεδίου αναρτήσεων, μπας και εντοπίσει την αρχική πηγή που προκάλεσε όλον αυτόν το χαμό, για να μπορέσει να κατανοήσει ποιος είναι με ποιον, έτσι ώστε να ξέρει ακριβώς τι να σκεφτεί, τι να σχολιάσει και, κυρίως, πού θα τον οδηγήσει αυτό, κοινωνικά...».


Κοροϊδεύαμε τον «τραμπισμό» και τους Αμερικανούς εν γένει για τον κυκεώνα ψευδών ειδήσεων στον οποίο φαίνεται να έχουν εσχάτως παραδοθεί, αλλά κι εδώ η κατάσταση έχει ξεφύγει – σύμπτωμα των καιρών και της ακραίας διχαστικής αντίληψης που διέπει όλες τις πτυχές του συστήματος επικοινωνίας. Ακόμα και σε «σοβαρά» (είμαστε καταδικασμένοι να ζήσουμε εγκλωβισμένοι εν μέσω εισαγωγικών) μέσα, επιπλέει συχνά το αγοραίο, ελλειπτικό ιντερνετικό στυλάκι, με αποτέλεσμα να αποκαλούνται σε άρθρα «πολιτικής ανάλυσης» οι ηγέτες των δύο πόλων εξουσίας με υποτιμητικά παρατσούκλια τύπου «Κούλης» ή «Αλέκσης».

 

Είναι κάποιες φορές που ξεπηδούν από μέσα σου ως απόκριση σε τέτοια κείμενα όλα τα WTF, OMG και LOL του κόσμου. Συγχρόνως, είναι σαν να ηχεί από παντού η προτροπή «πάμε άλλη μια φορά το ψυχροπολεμικό/εμφυλιακό κλίμα, με περισσότερο μπρίο αυτήν τη φορά».

 

Μια μέρα, μετά το άρθρο που δήλωνε στον τίτλο του ότι η Ελλάδα είναι πλέον «μια κομμουνιστική χώρα» (νόμιζα ότι ήταν υπαινικτικός ή σαρκαστικός ο τίτλος, αλλά, αλίμονο, ήταν απολύτως κυριολεκτικός και ευθυγραμμισμένος με το πνεύμα του κειμένου), εμφανίστηκε ο άλλος ο δημοσιογράφος της κρατικής τηλεόρασης στην εκπομπή του για να δηλώσει ότι ο αρχηγός της αξιωματικής αντιπολίτευσης θυμίζει «θεωρητικό του φασισμού».

 

Τρελά κι ανόσια και επιπόλαια πράγματα που δεν θα στέκονταν με τίποτα μέχρι και πριν από λίγα χρόνια ακόμα, πριν διολισθήσουμε εντελώς σ' έναν οπαδικού τύπου δημόσιο «διάλογο», βαθιά επηρεασμένο από την εικονική θολούρα και τη θρασύδειλη ρητορική που χαρακτηρίζει τον ιντερνετικό σχολιασμό.