Με αφορμή τον πρόωρο (πενήντα πέντε χρονών) θάνατο του Νίκου Αγγελή, «φίλου» στο Facebook, επιφανούς δικηγόρου, ευαισθητοποιημένου ατόμου και ιδρυτικού μέλους, στιχουργού και ερμηνευτή του συγκροτήματος Χωρίς Περιδέραιο –ένα από τα ξεχωριστά σχήματα των πρώιμων '80s που επιχειρούσαν ηρωικά να σύρουν τη χώρα, εν μέσω δεύτερου κύκλου Μεταπολίτευσης, στη μετα-πανκ εποχή με τους υπερρεαλιστικούς τους στίχους και την ψυχρή συνθετική υπόκρουση–, θυμήθηκα κάποιες κουβέντες του στο πρόσφατο ντοκιμαντέρ Εδώ δεν υπάρχει άσυλο περί της ανεξάρτητης αθηναϊκής «new wave» σκηνής εκείνης της περιόδου.

 

Έλεγε, λοιπόν, για την ημέρα εκείνη που το γκρουπ αποτόλμησε να χτυπήσει την πόρτα της εταιρείας Lyra, όπου τότε τον ρόλο άτυπου ή επίσημου αρχισυμβούλου έπαιζε ο Διονύσης Σαββόπουλος, στον οποίο είχαν στείλει οι Χωρίς Περιδέραιο δείγμα της δουλειάς τους.

 

Μεγαλώνοντας κάποιος, εγκαταλείπει την αλαζονεία και τα ερμητικά, αυτοαναφορικά συστήματα της νιότης και καλλιεργεί εντός του συνδέσεις με την εντοπιότητα, τη λαϊκότητα και το κοινό αισθητήριο. Καλό είναι, πάντως, να διατηρεί και μια πισινή και να μη λησμονεί τις προσμονές και τις ευαισθησίες του νεαρού εαυτού του

 

Η απάντηση/νουθεσία του Σαββόπουλου ήταν ότι θα έπρεπε τα μέλη του σχήματος να αφουγκραστούν «τον ήχο του περιπτερά», υπονοώντας σαφώς ότι θα έπρεπε να εγκαταλείψουν τη νεανική εσωστρέφεια και τις ξενόφερτες ψευδαισθήσεις μοντερνιστικού μεγαλείου. Το συγκρότημα τον ευχαρίστησε για το ενδιαφέρον και αποχώρησε με ανάμεικτα συναισθήματα απομυθοποίησης και πικρίας.

 

Κατανοητά τα συναισθήματα αυτά, κατανοητό όμως, εν μέρει τουλάχιστον, και το αυτάρεσκο, εκ πρώτης όψεως, πατρονάρισμα του Σαββόπουλου, που θέλει να πιστεύει κανείς ότι δεν έγινε με κακή πρόθεση.

 

Μεγαλώνοντας κάποιος, εγκαταλείπει την αλαζονεία και τα ερμητικά, αυτοαναφορικά συστήματα της νιότης και καλλιεργεί εντός του συνδέσεις με την εντοπιότητα, τη λαϊκότητα και το κοινό αισθητήριο.

 

Καλό είναι, πάντως, να διατηρεί και μια πισινή και να μη λησμονεί τις προσμονές και τις ευαισθησίες του νεαρού εαυτού του, όχι μόνο επειδή είναι γνήσιες και πολύτιμες, όπως κάθε πρώιμη εντύπωση, αλλά και επειδή οι πολλές «εντοπιότητες» μπορούν να σε στείλουν συστημένο στην ύπουλη αγκαλιά του (νεο)συντηρητισμού.

 

Ούτως ή άλλως, νομίζω ότι πρέπει να προσέχουμε τι είδους απόσταγμα κεκτημένης σοφίας και ωριμότητας κερνάμε τους νέους, συνήθως χωρίς να μας το ζητήσουν οι ίδιοι και ασχέτως του αν εκείνοι τα θέλουν όλα δικά τους, όπως κι εμείς κάποτε.


Σύμφωνα με το τραγούδι του Χατζιδάκι άλλωστε, «τα παιδιά δεν έχουν μνήμη / τους προγόνους τους πουλούν / και ό,τι αρπάξουν δε θα μείνει / γιατί ευθύς μελαγχολούν...», ούτε όμως οι προσπάθειες του Μεγάλου Εκλιπόντος, που τον μνημονεύουμε κάθε τρεις και λίγο αναζητώντας απεγνωσμένα μπούσουλα, με τους Αγώνες Τραγουδιού της Κέρκυρας ή με τον Σείριο, δεν είχαν καταφέρει να ξορκίσουν τη βαριά «ταγαρίλα» της Μεταπολίτευσης που σκίαζε τα πάντα στο διάβα της, καταδικάζοντας στο βαθύ περιθώριο όποιον αποτολμούσε να εκφραστεί με σύγχρονους και «προχωρημένους» όρους.

 

Μιλάμε για την εποχή που ελληνόφωνο «ροκ» σήμαινε αποκλειστικά Σιδηρόπουλος και Σπυριδούλα και Πουλικάκος. Συγκροτήματα όπως οι αγαπημένοι Metro Decay και οι Χωρίς Περιδέραιο ήταν σαν τη μύγα μες στο γάλα και δέχονταν την περιφρόνηση σύσσωμου του κατεστημένου συστήματος παλιοροκάδων και πάσης φύσεως ινστρουχτόρων που δεν ήθελαν να δουν και να ακούσουν τίποτα που δεν ήταν καθηλωμένο υπό το βάρος των συμβόλων μιας ένδοξης και μουμιοποιημένης αριστεράς.

 

Έπρεπε να περάσουν τρεις δεκαετίες σχεδόν για να εκτιμηθεί από τις μεθεπόμενες γενιές η κληρονομιά τέτοιων «περιθωριακών» συγκροτημάτων, καθώς και η ιδιοσυγκρασιακή χρήση και εκφορά της ελληνικής γλώσσας που είχαν υιοθετήσει και προερχόταν από εντελώς διαφορετική αντίληψη από τη λεβεντοεντεχνίλα που μαστίζει το mainstream ελληνόφωνο ροκ από τα τέλη της δεκαετίας του '80 και δώθε.


Όπως ήταν λογικό και αναμενόμενο πολιτικά, πέσανε να τον φάνε πρόσφατα τον Κυριάκο Μητσοτάκη γι' αυτό που είπε σχετικά με τη λήθη των νέων (που «θέλουν να βλέπουν μπροστά») όσον αφορά τη δολοφονία Λαμπράκη κ.λπ. (ειλικρινά, δεν μπορώ να βρω την ακριβή δήλωση στο φιλτραρισμένο χάος του Διαδικτύου), όμως...

 

Όμως θυμάμαι καλά πολλούς εφήβους (και τον εαυτό μου μαζί) να μπαίνουμε συχνά στον πειρασμό τότε να ξεφουρνίσουμε αντίστοιχες «αντιδραστικές» ατάκες, αγανακτισμένοι από το πατρονάρισμα και τη λιτανεία της αριστερής κατήχησης που δεχόμασταν από τους κομματικούς νεολαίους (ποτέ μου δεν κατάλαβα τι είδους νεαρό άτομο δεχόταν να αφήσει την προσωπικότητα και τον υγιή μηδενισμό του στην είσοδο, εισερχόμενος στα καταθλιπτικά/υπαλληλικά γραφεία μιας κομματικής οργάνωσης).

 

Τέτοιες «ειλικρινείς« και «αιρετικές» κουβέντες, όμως, φίλτατε και σχεδόν συνομήλικε Κούλη, δεν τις πετάμε δημόσια αλλά μόνο στην παρέα και υποχρεωτικά κατόπιν εισαγωγής τύπου «η μαύρη αλήθεια είναι...» ή «μεταξύ μας, τώρα, παιδιά...». Αλλά μάλλον έχεις κι εσύ κληρονομήσει το κουσούρι του αείμνηστου πατρός σου, που συνήθιζε να πετάει αντιδημοφιλείς «αλήθειες» σε εντελώς λάθος πλαίσιο.