Ο ποιητής στάλκερ. Κατοικούμε μια γλώσσα, ένα συμπαγές σύμπαν λέξεων που μ' αυτές χαρτογραφούμε τη σάρκα. Οι λέξεις του ποιητή Γιώργου Κακουλίδη ξεκινάνε από τη σάρκα, γιορτάζουν τη σάρκα, τη ζωή τη χωμάτινη, τη χθόνια, για να την κάνουν πνεύμα, να την εξαϋλώσουν. Ό,τι έχουν δει τα μάτια του ποιητή, και είναι πολλά, βαφτίζονται στην αλφάβητο, έτσι γίνονται μουσική, έτσι γίνονται ποίημα.

 

Με την αλφάβητο γνώρισα τον τρόμο
με την αλφάβητο γνώρισα τα καλύτερα δηλητήρια
με την αλφάβητο παραδόθηκα στη μαγεία.


Ήδη από το 1979, με το Λίμπερτυ που εξέδωσε ο αείμνηστος μάστορας Φίλιππος Βλάχος στα Κείμενα, ο Κακουλίδης παλεύει να ιστορήσει τη ζωή που βολοδέρνει στις κόχες και στις κόγχες, τη ζωή που σουλατσάρει στα σοκάκια της σκιάς. Η ποίηση του Κακουλίδη είναι μια βραχνή προσευχή στο κενό των ημερών, ένα κενό που ο ποιητής δεν το θέλει, το αρνείται, το ξορκίζει. Και το ξορκίζει επικαλούμενος τα σαράκια, τα κακά σπυριά, τους παρίες, τους μεγάλους μάρτυρες της Αίρεσης της Τίγρης, τον άγιο Τζορντάνο Μπρούνο.

 

Στην ποιητική σύνθεση Μην ακούς τον Παράδεισο (εκδ. Γαβριηλίδης), ο Κακουλίδης συνοψίζει όλη του τη στάση απέναντι σε μια κοινοποιημένη διάλυση, όπως από τη δεκαετία του '80 χαρακτήριζε την εποχή μας, το κενό των ημερών. Βλέπει τις πόρτες να φεύγουν απ' τους μεντεσέδες, όπως έλεγε ένας άλλος ποιητής, και ανάβει ένα κεράκι στο δάσος. Ο Άλεν Γκίνσμπεργκ αυτό είχε πει για την ποίηση, ότι είναι ένα κεράκι στο δάσος.

 

Δεν είμαι φτιαγμένος για τίποτα
και το τίποτα ακολουθώ

 

ψαλμωδεί ο Κακουλίδης και, ψαλμωδώντας έτσι, αναιρεί την ίδια του την απόφανση, ότι είναι ένα τίποτα, γιατί όταν με τις λέξεις μιλάς για το τίποτα, το υπερβαίνεις, το κάνεις κάτι, ένα πολύτιμο κάτι: ένα ποίημα. Και ιδού, αμέσως μετά, το τίποτα πάει στο τίποτα και ο ποιητής γίνεται ένας στάλκερ στο δάσος, στην ερημιά, μια ερημιά που είναι κατάφορτη με σημασίες και νοήματα, με μνήμες και σιωπές, με σάρκα και με οστά, και με πνεύμα.


2.

Οδοιπόρος της μεγάλης πόλης. Η ποίηση του Κακουλίδη είναι θητεία και θυσία. Ο ποιητής πυκνώνει στις σαράντα σελίδες της σύνθεσης Μην ακούς τον Παράδεισο τη φιλοσοφία μιας ολόκληρης ζωής. Είναι η φιλοσοφία του καταζητούμενου από το Κομάντο των Αντιφάσεων, που θα γυρίσει το παιχνίδι και θα γίνει διώκτης και θα κάνει κουμάντο στις αντιφάσεις. Για τον Κακουλίδη η ποίηση είναι η αέναη οδοιπορία στη μεγάλη πόλη που θέλει να τη βλέπει σαν οροσειρά, με πρανή, πλαγιές, ποτάμια, φιλόξενες κουφάλες δέντρων, πελώρια μοναξιά που καταργείται διαρκώς από αναπάντεχες συναντήσεις. Ένας στάλκερ της μεταβιομηχανικής εποχής, κάτοχος μυστικών, κληρονόμος μυστικών.

 

Κατεβαίνω από το τρένο
με άδεια χέρια
και μια παγωμένη ανάσα
στην πλάτη μου

Μπροστά μου ένας τραγοπόδαρος
ψαρεύει αγέρωχος
από ένα βαρέλι σκουπιδιών
τα μυστικά του κόσμου

Μου χαρίζει ένα
ψάχνω να βρω ίσκιο
να κάτσω να το δω.

 

3.

Θητεία και Θυσία. Ναι, η ποίηση του Κακουλίδη είναι θητεία και θυσία. Θητεύει στα μυστικά του κόσμου. Θυσιάζει άνεση και βολή για να πάει να προσκυνήσει ευλαβικά σ' εκείνο το «υπόγειο υπερώο», το καμαράκι του Καρούζου. Θητεύει στα ερημικά καφενεία του Μίλτου Σαχτούρη, εκεί όπου είσαι η σκιά της σκιάς κι έχουν ανάποδα γυρίσει τα ρολόγια. Θυσιάζει καλλιέπεια και ευφράδεια για να κάνει τις λέξεις αγκομαχητά, βόγκους, γόους, αλυχτίσματα, οιμωγές, μαγγανείες. Θητεύει στο ραφτάδικο που έφτιαξε το μακρύ γκρίζο παλτό του Μιχάλη Κατσαρού και φτιάχνει εκεί το δικό αμπέχονο, αυτό που φόρεσε για να πάει στο κονάκι του Κατσαρού, στους πέντε δρόμους, στο Everyday, και να δώσουν χέρια, και να κινηθούν λίγο καταπίσω, σαν τα μικρά παιδιά. Θυσιάζει την «πολλή συνάφεια», την κοσμική αβρότητα, τις δεξιώσεις στα μέλαθρα, για να πάρει το καλντερίμι του παρία και να πάει στο χαμόσπιτο της αθωότητας. Γράφει:

 

Σαν ένα τυφλό χτύπημα γυρίζω
ανάμεσα στους ανθρώπους
διαλέγοντας τον αδύναμο
που σέρνει η αθωότητα σαν σκυλί.

 

Κι όταν πρωτοδιάβασα αυτούς τους στίχους, στην πρώτη σελίδα της ποιητικής σύνθεσης Μην ακούς τον Παράδεισο, το θολωμένο μου μυαλό τούς διάβασε λάθος, διάβασε «το σκυλί της αθωότητας». Γιατί η ποίηση του Κακουλίδη είναι γεμάτη σκυλιά, και γιατί τα σκυλιά έχουν το βλέμμα της αθωότητας, τα σκυλιά είναι η αθωότητα.