Γεννήθηκα στην Καβάλα και 1,5 χρονών πήγα στη Θεσσαλονίκη. Μεγάλωσα στην οδό Καλαποθάκη, στην Αριστοτέλους. Κάθε καλοκαίρι, με το που έκλειναν τα σχολεία στις 21 Ιουνίου, φεύγαμε για τρεις μήνες σ' ένα ερημικό σπίτι του παππού μου έξω από την Καβάλα, δίπλα στη θάλασσα –τότε του έλεγαν ότι πήγε κι έχτισε στους λύκους–, το οποίο έχω ακόμα. Καθώς δεν οδηγούσε ούτε η μαμά ούτε ο μπαμπάς μου, ερχόταν το ταξί, φόρτωναν όλα τα πράγματα και πηγαίναμε. Ένα σπίτι μόνο γυναικόπαιδα, οι άντρες ερχόντουσαν το Σάββατο κι έφευγαν Δευτέρα. Στη Θεσσαλονίκη επιστρέφαμε τον Σεπτέμβρη, με το που άνοιγαν τα σχολεία.

 

  • Αδέλφια δεν είχα, εκτός από μια ετεροθαλή αδελφή από τον πρώτο γάμο του πατέρα μου, που όμως ήταν 19 χρόνια μεγαλύτερή μου. Ο μπαμπάς μου είχε χηρέψει από την πρώτη του γυναίκα. Είχε καταγωγή από την Καλαμάτα, ήταν πολιτικός μηχανικός και μετά τον πόλεμο εγκαταστάθηκε στην Καβάλα. Ήταν πολύ άτυχος γιατί έχασε και τη δεύτερη γυναίκα του. Η μαμά πέθανε στα 46 της από καρκίνο καραμπινάτο. Αυτό με καθόρισε. Πιστεύω ότι το να χάσεις τη μητέρα σου σε οποιαδήποτε ηλικία είναι τρομερό. Απλώς, όταν είσαι πιο μικρός και πάνω στην εφηβεία, κάτι τέτοιο σου διαμορφώνει τον χαρακτήρα. Είχα πάρα πολλά πράγματα που με ταλαιπωρούσανε, που μπορεί ακόμα να με ταλαιπωρούν, και που οφείλονται εκεί. Εξαιτίας αυτής της έλλειψης, της αίσθησης της απώλειας, προετοίμαζα πάντοτε τον εαυτό μου για το τέλος σε όλες μου τις σχέσεις.

 

Η Τζένη είναι πολύ μικρός ρόλος και όλο το θέμα της είναι η προδοσία. Είναι μια προδομένη και κατεστραμμένη που προδίδει. Στην «Όπερα της Πεντάρας» ο Μπρεχτ μιλάει για πράγματα που είναι δίπλα σου: οι ζητιάνοι, οι πόρνες, οι τράπεζες που ανεβαίνουν.

 

  • Ίσως και το ότι διάλεξα το θέατρο, που έχει ένα τέλος που γνωρίζω από πριν, να οφείλεται σε αυτό. Δημιουργούσα εγώ η ίδια το τέλος των συναισθηματικών μου σχέσεων, γιατί, παρόλο που ήθελα πάρα πολύ να κρατήσουν, φοβόμουν ότι θα πονέσω, κι έτσι «έφτιαχνα» η ίδια το τέλος τους. Πολλές φορές έλεγα για κάποιο θεατρικό έργο «τι αριστούργημα», γιατί ήξερα το τέλος από την αρχή, δεν είχα αγωνία για το πώς θα τελείωνε. Είχα πάει σε μια ψυχαναλύτρια και της έλεγα ότι η μαμά μου ήταν ηρωίδα επειδή δεν μου έλεγε ότι θα πεθάνει για να μην πονέσω. Εκείνη με ρώτησε: «Και δεν πόνεσες;». Συνειδητοποίησα πόσο μεγάλο λάθος έκαναν τότε οι οικογένειες, που νόμιζαν ότι προφυλάσσουν τα παιδιά με το να μην τους λένε την αλήθεια. Τον θάνατο τον δικό μου, με έναν περίεργο τρόπο, δεν τον φοβάμαι σχεδόν καθόλου. Με τρομάζει πάρα πολύ ο θάνατος δικών μου ανθρώπων. Αυτό μου δημιουργεί μεγάλο πανικό.

 

  • Τη Θεσσαλονίκη εκείνης της εποχής τη θυμάμαι σαν ένα παραμύθι. Φύγαμε από την Καλαποθάκη και μετακομίσαμε σε ένα σπίτι απέναντι από τη ΧΑΝΘ και τη Διεθνή Έκθεση, που κάθε Σεπτέμβρη ήταν το μεγάλο γεγονός της πόλης. Θυμάμαι τα πυροτεχνήματα, που κάθε βράδυ ξαπλώναμε όλα τα πιτσιρίκια στο παρκάκι που παρεμβάλλεται εκεί και τα βλέπαμε. Θυμάμαι έντονα και τα λουκάνικα με τη μουστάρδα που έτρωγαν όλοι τότε στην Έκθεση. Έχω ακόμα τη γεύση τους. Ένας φίλος μας είχε θεωρείο στην Εταιρεία Μακεδονικών Σπουδών και κάθε Δευτέρα πηγαίναμε με τη μαμά μου και ακούγαμε την Κρατική Ορχήστρα. Μεγάλωσα με πάρα πολλή κλασική μουσική και μπαλέτο. Με πήγαινε σε οποιαδήποτε ταινία είχε σχέση με μπαλέτο, γυρνούσα σπίτι, έβαζα τα φουλάρια της και άρχιζα τον χορό. Έκανα και μαθήματα μέχρι που η μαμά πέθανε και ήρθαμε με τον μπαμπά να μείνουμε στην Αθήνα – τότε σταμάτησα.

 

  • Με την Αθήνα είχα σχέση από πολύ νωρίς. Η αδελφή της μαμάς μου ήταν παντρεμένη εδώ κι ερχόμασταν κάθε Πάσχα και τις 15 μέρες των διακοπών τις περνούσα στο σπίτι της, στη Φιλοθέη. Όλα τα αδέλφια του μπαμπά μου ήταν επίσης εδώ, εκείνοι έμεναν στη Βασιλέως Κωνσταντίνου. Μαγευόμουν από την Αθήνα. Αλλά ως παιδί τη συνέδεα κυρίως με αγαπημένους ανθρώπους, το ότι ερχόμουν εδώ κι έβλεπα τους θείους μου, τις θείες μου, τις ξαδέρφες μου. Το περιβάλλον άρχισα να το καταλαβαίνω σιγά-σιγά. Μου άρεσε, όμως δεν είχα πει ότι ήθελα να ζήσω στην Αθήνα. Υπάρχουν μέρη από τα οποία όταν περνάω μου έρχονται ακόμα οι μυρωδιές. Όπως το Zonar's, όπου με πήγαινε ο μπαμπάς, ή ο Μαύρος Γάτος στο Παγκράτι, όπου τρώγαμε. Επειδή ερχόμουν το Πάσχα, παντού μύριζε πάρα πολύ ωραία. Αυτό η Θεσσαλονίκη δεν το είχε. Τα εσπεριδοειδή της Αθήνας, οι νεραντζιές, οι πασχαλιές στη Φιλοθέη, όλα αυτά έκαναν την πόλη να μοσχοβολάει. Όταν μια φορά μου είπαν ότι θα πηγαίναμε στο θέατρο να δούμε τον Μυράτ και τη Ζουμπουλάκη, δυσανασχέτησα, γιατί είχα πάει στη Θεσσαλονίκη σε κάτι σοβαρές παραστάσεις και είχα βαρεθεί. Πήγα με μισή καρδιά, αλλά ήταν ένα υπέροχο μπουλβάρ και πέρασα πάρα πολύ ωραία. Όχι, δεν μου έκανε κανένα κλικ. Ποτέ δεν είχα σκεφτεί ότι θα γινόμουν ηθοποιός. Ποτέ, ποτέ!

 

Δημιουργούσα εγώ η ίδια το τέλος των συναισθηματικών μου σχέσεων, γιατί, παρόλο που ήθελα πάρα πολύ να κρατήσουν, φοβόμουν ότι θα πονέσω, κι έτσι «έφτιαχνα» η ίδια το τέλος τους... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Δημιουργούσα εγώ η ίδια το τέλος των συναισθηματικών μου σχέσεων, γιατί, παρόλο που ήθελα πάρα πολύ να κρατήσουν, φοβόμουν ότι θα πονέσω, κι έτσι «έφτιαχνα» η ίδια το τέλος τους... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

  • Ζήσαμε 3 χρόνια στην Αθήνα. Μέναμε στην Ερατοσθένους, στο Παγκράτι. Στην τελευταία τάξη του εξατάξιου γυμνασίου τον πείθω να επιστρέψουμε στη Θεσσαλονίκη, γιατί μου άρεσε ένα αγόρι που είχα γνωρίσει το καλοκαίρι. Πρέπει να πω ότι είχα αρκετά δύσκολη εφηβεία μετά τον θάνατο της μαμάς και δεν μου χαλούσε χατίρι. Είχα και μια καλή μου φίλη, με την οποία θα πηγαίναμε στο ίδιο σχολείο. Γραφτήκαμε στη Σχολή Βαλαβάνη, όπου ήταν συμμαθήτριά μου η Μόνα Κιτσοπούλου, κόρη του διευθυντή του ΚΘΒΕ. Είχαμε έναν καταπληκτικό φιλόλογο, τον Γιώργο Ισαακίδη, ο οποίος ήθελε να ανεβάσει στο τέλος της χρονιάς μια τραγωδία. Η Μόνα έπαιζε την Ηλέκτρα και κάποια κορίτσια τους αντρικούς ρόλους. Εγώ με τη φίλη μου καπνίζαμε στις τουαλέτες και γελούσαμε μαζί τους. Όταν ανακάλυψα ότι έχαναν μαθήματα, είπα «θα πάω κι εγώ». Ήμουν τρελαμένο παιδί. Πήγα για να χάσω μαθήματα κι επειδή τραγουδούσα και χόρευα, με έκαναν κορυφαία του Χορού. Ξαφνικά βρήκα ότι αυτό ήθελα να κάνω στη ζωή μου! Από τη φύση μου ήμουν πάρα πολύ δειλό παιδί και ανακάλυψα έναν τρόπο να ξεπερνάω τη δειλία και τον φόβο μου. Ήρθαν πάρα πολλοί από το Κρατικό να δουν τη Μόνα κι έπεσαν όλοι επάνω μου να πάω στο θέατρο. Πήγα στον μπαμπά μου και του είπα: «Δεν θα γίνω αρχιτεκτόνισσα, θα πάω στο θέατρο».

 

  • Ο πρώτος μεγάλος μου ρόλος ήταν στο Έρωτας και Ραδιουργία τη δεύτερη χρονιά. Τότε ήρθε ο Βουτσινάς, 49-50, νεότατος, κι έφερε έναν αέρα και μια διδαχή στον ηθοποιό αλλιώτικα. Έπαιζα τότε Οφηλία και του ζήτησα να παίξω στην Τρελή του Σαγιό. Έκανα μια λουλουδού που όλο κι όλο έλεγε: «Θέλετε λίγες βιολέτες;». Πόσα άκουσα από τον Βουτσινά γι' αυτήν τη λουλουδού! Τον θεωρώ δάσκαλό μου. Πραγματικά, άλλαξε τον τρόπο σκέψης μου. Μέχρι τότε το θέατρο ήταν ο ηθοποιός να γυρνάει πίσω από μια γενική κατάσταση. Ο Βουτσινάς ήξερε πώς να διδάξει σε έναν ηθοποιό με ποιον τρόπο να χρησιμοποιεί τη ζωή του. Δηλαδή το σύστημα του Actor's Studio, που μας ήταν άγνωστο.

 

  • Στην Ελένη έπαιξα τη Θεονόη, γυμνόστηθη δίπλα στην Αλεξάνδρα Λαδικού. Θυμάμαι, πριν από την πρεμιέρα στους Φιλίππους, Κουρουπό-Φωτόπουλο-Βουτσινά να κρατάνε το κεφάλι τους και να λένε: «Τι κάνουμε; Θα μας δείρουν», αλλά την επόμενη μέρα έγινε ο χαμός. Ήταν μια παράσταση που αγαπήθηκε απίστευτα από τον κόσμο, αλλά οι εφημερίδες, μετά την Επίδαυρο, την κατακρεούργησαν. Αργότερα έκανα μαζί του Μήδεια, η οποία δουλεύτηκε ολόκληρη πάνω σε μια φωτογραφία της μαμάς μου. Στη ψυχή του ήταν Μήδεια ο Βουτσινάς. Θα έκανε τα πάντα μπροστά σε μια προδοσία. Τότε η τραγωδία ήθελε ένα μέγεθος. Ο Βουτσινάς κατηγορήθηκε ότι μετέτρεψε τη Μήδεια σε δράμα. Αλλά και πάλι, είχε μεγάλη αποδοχή. Αποτέλεσε στροφή. Ήταν και η μετάφραση του Χειμωνά. Στους Φιλίππους έφερναν φαντάρους που βαριόντουσαν και στη Μήδεια είχαν ανάψει τους αναπτήρες σαν σε ροκ συναυλία.

 

  • Στα 23 μου έγινα μαμά, κάτι που το ήθελα πολύ λόγω του χαμού της δικής μου. Ήταν 12 χρονών ο γιος μου και είχε έρθει να δει μια άλλη υπέροχη δουλειά μου με τον Βουτσινά, τη Νύχτα της Ιγκουάνα. Με βουρκωμένα μάτια με άρπαξε και μ' έβαλε μέσα στην ντουλάπα –δεν ήξερε πού αλλού να με πάει– και μου είπε: «Μαμά, δεν θα σε αφήσω ποτέ, ποτέ, ποτέ». Η αίσθηση της μοναξιάς είχε περάσει σε ένα παιδί. Να πόσο μπορεί να επηρεάσει το θέατρο τους ανθρώπους. Ευτυχώς, δεν το κράτησε και ταξιδεύει συνεχώς.

 

Εγώ με τον σκύλο μου τον Ραχάτ έχουμε πολλά κοινά. Η συναισθηματική ευφυΐα δεν έχει βρεθεί ακόμα στον άνθρωπο, ώστε να μπορέσει να καλυτερέψει τη ζωή όλων... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO
Εγώ με τον σκύλο μου τον Ραχάτ έχουμε πολλά κοινά. Η συναισθηματική ευφυΐα δεν έχει βρεθεί ακόμα στον άνθρωπο, ώστε να μπορέσει να καλυτερέψει τη ζωή όλων... Φωτό: Πάρις Ταβιτιάν/ LIFO

 

  • Ο Χουβαρδάς ήρθε επίσης νωρίς στη ζωή μου. Κάναμε τον Πειρασμό και μετά το Κρίμα που είναι πόρνη, όπου έκανα την Αναμπέλα. Εξαιρετική παράσταση, με ένα εκπληκτικό σκηνικό του Φωτόπουλου. Η οργάνωση του Γιάννη είναι κάτι το αξιοζήλευτο. Δύο χρόνια πριν ανοίξει το Αμόρε μου είχε πει: «Δεν ξέρω τι θα κάνεις με τη ζωή σου στη Θεσσαλονίκη, αλλά θα αποφασίσεις να κατέβεις στην Αθήνα». Τα χρόνια του Αμόρε ήταν πάρα πολύ ωραία. Στο Κρατικό σε έντυναν, σε έφτιαχναν, σε έβαφαν, δεν είχες ν' ασχοληθείς με τίποτα. Εκεί όλα περνούσαν από τα χέρια μας. Τα ωράρια έπαυαν να είναι πεντάωρα και ήταν κάτι ξενύχτια τρελά. Όλα αυτά ασκούσαν φοβερή γοητεία επάνω μου. Μια συλλογικότητα πρωτόγνωρη σε σχέση με τη δημοσιοϋπαλληλική νοοτροπία που υπήρχε στο Κρατικό, όπου δεν τολμούσες να κάνεις μια ώρα πρόβα παραπάνω.

 

  • Κανένας ηθοποιός δεν μπορεί να κάνει κάτι μεγάλο αν δεν του έχει στρωθεί από κάτω μια παράσταση. Ο σκηνοθέτης είναι αυτός που σου στρώνει το χαλί. Ο Βουτσινάς είχε πάντα μια φοβερή και πολύ ωραία άποψη, όπως ο Καραθάνος είχε μια πολύ ωραία στιγμή για τον μονόλογο της Γκόλφως. Βάζει μια ορχήστρα να παίζει και πέντε καρέκλες, και κάθεσαι μπροστά στον κόσμο και μιλάς για την αγάπη. Πρέπει να είσαι ατάλαντος για να μην το κάνεις. Ο Νίκος είναι ηθοποιός και είναι υπέροχο να δουλεύεις με κάποιον που σε ξέρει, γιατί ξέρει και τον εαυτό του. Επίσης, αισθάνομαι ότι ψάχνουμε πολύ ίδια πράγματα. Είναι βαθιά ανθρώπινος, μου αρέσει ο τρόπος που μιλάει. Ίσως να μην είναι πάντα ξεκάθαρος, αλλά μπορεί να πει κάτι τόσο ωραίο, που να σε ανεβάσει σκαλιά στη σκέψη σου. Με τον Χουβαρδά θα φτάσεις στην πρεμιέρα και δεν θα έχεις κανένα άγχος για το τι πρέπει να κάνεις ή το πόσο καθαρό και ευκρινές θα είναι κάτι. Είναι όλα εξαιρετικά οργανωμένα. Λυπάμαι που δεν δούλεψα με τον Βολανάκη, αν και είχαμε μια πολύ καλή σχέση.

 

  • Το θέατρο έχει προχωρήσει πάρα πολύ τα τελευταία χρόνια – η πρόοδός του είναι ανάλογη με αυτή των ηθοποιών. Ήρθαν πάρα πολλές παραστάσεις απ' έξω, ανέβασαν το επίπεδο και ο Έλληνας ηθοποιός δεν έχει να ζηλέψει τίποτα από έναν ξένο. Εγώ στο θέατρο θέλω να αναγνωρίσω κάτι. Έτσι κι αλλιώς, η τέχνη με ενδιαφέρει όταν αφορά τον άνθρωπο. Έχουμε ένα μεγάλο ερωτηματικό δίπλα στη λέξη άνθρωπος. Τι είμαστε, γιατί είμαστε, γιατί αυτό το μονοπάτι της Αρετής και της Κακίας πάντα μας μπερδεύει. Υπάρχει από τη μυθολογία μας και πάντα ο άνθρωπος έχει αυτό το δίλημμα. Πρόκειται για μεγάλα ζητήματα που θέτει η τέχνη σε όλες τις μορφές της, και το θέατρο είναι μία από αυτές. Δεν με ενδιαφέρει ο τρόπος που θα το κάνεις, αρκεί αυτό να με κάνει να αναγνωρίσω, να απαντήσω ή να αναρωτηθώ σε κάτι. Δεν θέλω να βλέπω κάτι απλώς για να δω το μοντέρνο του ή το δήθεν του.

 

  • Η Τζένη είναι πολύ μικρός ρόλος και όλο το θέμα της είναι η προδοσία. Είναι μια προδομένη και κατεστραμμένη που προδίδει. Δεν περίμενα ποτέ, ξέροντας το μοντέλο που κυριαρχεί στην Ελλάδα, ότι θα την έπαιζα και χάρηκα πολύ που μου το πρότεινε ο Γιάννης. Η παράσταση είναι πάρα πολύ πιστή στο κείμενο του Μπρεχτ και στη μουσική του Βάιλ. Στο θέατρο ξεχνιέσαι και θυμάσαι τα πράγματα που πιστεύεις και αγαπάς, αν η ζωή σε κάνει να τα ξεχνάς. Στην Όπερα της Πεντάρας ο Μπρεχτ μιλάει για πράγματα που είναι δίπλα σου: οι ζητιάνοι, οι πόρνες και οι τράπεζες που ανεβαίνουν.

 

  • Σε άσχημες εποχές ο άνθρωπος έχει ανάγκη από κάτι ωραίο: μια ιστορία, μια ομορφιά, την απόδραση, να βυθιστεί σε κάτι ωραίο. Ζούμε πάρα πολύ δύσκολες εποχές παγκοσμίως. Ακόμα δεν έχουμε καταφέρει, ως πλάσματα πάνω σε αυτό τον πλανήτη, να δούμε προς τα πού μπορούμε να πάμε ώστε να εξελιχθούμε σε σχέση με τα ζώα. Εγώ με τον σκύλο μου τον Ραχάτ έχουμε πολλά κοινά. Η συναισθηματική ευφυΐα δεν έχει βρεθεί ακόμα στον άνθρωπο, ώστε να μπορέσει να καλυτερέψει τη ζωή όλων. Πιστεύω ότι έχουμε χρέος να αποκτήσουμε συναίσθηση ο ένας του άλλου, ως πολίτες είτε άλλης χώρας είτε άλλων θρησκευμάτων, και δεν ξέρω πόσα χρόνια ακόμα θα χρειαστούν γι' αυτή την εξέλιξη. Εξακολουθούμε να λειτουργούμε σαν τον πίθηκο που θέλει να φάει την μπανάνα εις βάρος των άλλων.

 

  • Ρώτησαν τον Πίτερ Μπρουκ σε μια συνέντευξη ποιος είναι για εκείνον ο καλός ηθοποιός. Απάντησε: «Για μένα ο καλός ηθοποιός είναι ο καλός άνθρωπος». Έκανα χρόνια να καταλάβω τι εννοούσε. Γιατί δεν εννοούσε τον καλό άνθρωπο με την εκκλησιαστική ηθική αλλά σε σχέση με τη συναίσθηση. Να είναι Άνθρωπος. Ο Μπρουκ με έκανε να καταλάβω πόσο σημαντικό είναι να είσαι καλός Άνθρωπος. Να θυμόμαστε τι είναι να είσαι Άνθρωπος.

 

info
Η Λυδία Φωτοπούλου υποδύεται την Τζένη στην Όπερα της Πεντάρας του Μπέρτολτ Μπρεχτ.

Μουσική: Κουρτ Βάιλ
Σκηνοθεσία: Γιάννης Χουβαρδάς

Θέατρο Παλλάς
Από τις 24 Φεβρουαρίου.