Με τη μουσική ασχολούμαι από έξι χρονών. Κανείς από τους γονείς μου δεν είχε σχέση με τη μουσική, όπως κανείς από το σόι γενικότερα, είτε από την πλευρά της μητέρας είτε του πατέρα, ξένοι εντελώς. Αλλά είχα έναν θείο ο οποίος είχε κάνει πολιτικός πρόσφυγας στην Τασκένδη και, επιστρέφοντας από τη Σοβιετική Ένωση, έφερε στον εξαιρετικά άμουσο πατέρα μου καμιά εικοσαριά βινύλια ρωσικών παραγωγών. Ήταν Τσαΐκόφσκι, Μότσαρτ, Μπετόβεν, κλασικά πράγματα. Στο σπίτι κυκλοφορούσε και μια 45άρα έκδοση της «Συννεφιασμένης Κυριακής», το «Νιάου Νιάου, βρε γατούλα» με τη Βουγιουκλάκη – αυτά ήταν όλα. Απ' ό,τι μου έλεγαν οι γονείς μου πολλά χρόνια μετά, είχαν το προνόμιο να φεύγουν από το σπίτι χωρίς ιδιαίτερη αγωνία για το τι κάνει ο μονάκριβος κανακάρης τους, διότι με άφηναν μπροστά στο πικάπ και εκεί με έβρισκαν όταν επέστρεφαν. Έβαζα και άκουγα τους δίσκους συνέχεια, φύρδην μίγδην. Το πρώτο 45άρι δισκάκι που μου αγόρασε ο πατέρας μου όταν ήμουν 12 χρονών ήταν Beatles και από κει και πέρα, ό,τι λεφτά έπιανα στα χέρια μου ως χαρτζιλίκι, πήγαιναν για δίσκους, όπως μέχρι πολύ πρόσφατα.

 

  • Πρώτη φορά έγραψα στον «Ήχο». Στο ίδιο γραφείο όπου δούλευε ο μετέπειτα εκδότης των «4 Τροχών», Κώστας Καββαθάς, στο εξωτερικό δελτίο στην «Καθημερινή», δούλευε και κάποιος δημοσιογράφος ονόματι Πιτ Κωνσταντέας. Ο Πιτ με γνώρισε, εκτίμησε πρωτίστως τη δισκοθήκη μου, και όταν ο Καββαθάς αποφάσισε, μετά τους «4 Τροχούς», να βγάλει και ένα περιοδικό για hi-fi, τον «Ήχο», με πήγε κατευθείαν να τον γνωρίσω. Ήταν το 1973. Έτσι ξεκίνησε η ιστορία, μέσα από μια προσωπική γνωριμία. Έμεινα στον «Ήχο» είκοσι χρόνια περίπου, μέχρι το 1992. Δεν υπήρξε άλλος μουσικοκριτικός που να έχει τόσο ευρεία αναγνωσιμότητα, όχι επειδή ήμουν σπουδαίος αλλά λόγω της απήχησης που είχε το μέσο – κυρίως το «Αθηνόραμα» βέβαια.

 

  • Όταν ξεκίνησα αυτήν τη δουλειά δεν υπήρχε αυτό που λέμε «μουσική κριτική» στην Ελλάδα, ήμουν ο πρώτος που το έκανε. Πρότυπα δεν είχα, αλλά διάβαζα πάρα πολλές ξένες κριτικές και κατάλαβα εγκαίρως ότι είναι ανώφελο και βλακώδες να αντιγράψεις το ύφος ενός Εγγλέζου ή ενός Αμερικανού κριτικού, διότι εδώ, όταν γράφει κανείς μια κριτική, είτε το συνειδητοποιεί είτε όχι, στο μυαλό του έρχονται φάτσες ντόπιες και γούστα ντόπια. Πρέπει, λοιπόν, αυτό να έχει ως δείκτη, το τι συμβαίνει στη χώρα του, γιατί άλλη αξία μπορεί να έχει για τον Έλληνα ο Peter Gabriel και άλλη για τον Εγγλέζο. Είναι μια άλλη κοινωνία και ξεκινάς λαμβάνοντας υπόψη σου ότι την κοινωνία αυτή πρέπει, πρώτα απ' όλα, να την αντιλαμβάνεσαι στοιχειωδώς για να μπορείς να της απευθύνεσαι στη γλώσσα της. Πολλοί με έχουν κατηγορήσει ότι έγραφα δύσκολα. Ομολογώ ότι πήρα στα σοβαρά τη δουλειά και θεώρησα ότι, μαζί με τις προτάσεις που κάνει ο γραφιάς με βάση τη μουσική –στην ουσία με βάση τη δισκογραφία–, πρέπει να πείσει ότι δεν κάνει την πλάκα του, ότι υπερασπίζεται όχι μόνο ένα γούστο αλλά και μια γλώσσα, ένα επίπεδο. Η διεθνής μουσική στην Ελλάδα ήταν παρεξηγημένη ως νεανική, ως κάτι ελαφρύ. Αισθάνθηκα ότι αυτό δεν ισχύει, αντιθέτως πρέπει να ξεκινάς από τη γλώσσα, ούτως ώστε να πείσεις, ή να υποδείξεις, ότι δεν είναι απλώς κάτι ελαφρύ. Βέβαια, κάποιες φορές δημιούργησα και τέρατα, ωστόσο συμβαίνουν κι αυτά. Εδώ φτάνουμε να παντρευτούμε, υπάρχει μεγαλύτερη τερατωδία από αυτό;

 

Αν υπάρχει κρίση και παρακμή σήμερα, οφείλεται στο ότι όλοι γράφουν. Όλοι έχουν τη δυνατότητα να πετάξουν το μακρύ τους και το κοντό τους. Είναι πολύ δύσκολο πλέον να πείσει ο μουσικοκριτικός, όμως, από την άλλη μεριά, πιστεύω ότι σήμερα χρειάζεται περισσότερο από κάθε άλλη εποχή αυτό το λειτούργημα, επειδή ακριβώς η παραγωγή είναι πια τόσο αχανής.

 

  • Από τότε που ξεκίνησα αυτό το «επάγγελμα», αισθανόμουν την ανάγκη να υπάρχει ένας πυρήνας ανθρώπων που να επικοινωνούμε, που θα τους ενώνει καταρχάς η αγάπη για τη μουσική και εν συνεχεία κάποια κοινά ενδιαφέροντα σε επίπεδο πιο προσωπικό, όσο πάει. Γι' αυτόν το λόγο επεδίωξα την προσωπική επικοινωνία, επειδή είναι και η μόνη βάσει της οποίας μπορώ να λειτουργήσω πιο ανοιχτά, πιο εγκάρδια. Στη μουσική, αυτό που χάνεις σε ορθολογισμό το κερδίζεις σε συναίσθημα. Κι αυτό που λείπει από τη χώρα στην οποία ζούμε δεν είναι τόσο η δυνατότητα οποιουδήποτε να διατυπώσει αντιρρήσεις για οτιδήποτε, όσο η δυνατότητα να πείσει κάποιον άλλο ότι τους συνδέουν κοινά συναισθηματικά ζητούμενα και δεδομένα, ότι κάτι τους συνδέει ως άτομα με αισθήσεις και αισθήματα. Απόψεις; Όσες και οι κωλοτρυπίδες.

 

  • Το ζητούμενο για μένα είναι να μπορούν να βρίσκονται κάποια άτομα και να συζητάνε, όχι για να κλαίνε τη μοίρα τους αλλά με άξονα μια υγιή συνθήκη που λέγεται μουσική. Γιατί η πολιτική μπορεί να είναι μια συνθήκη δεδομένη που μας αφορά, θέλουμε δεν θέλουμε, από την άλλη όμως, ως βάση συζήτησης, έχει πάρα πολλούς κινδύνους, προσωπικούς διαξιφισμούς που στηρίζονται σε ιδεοληψίες και παρερμηνείες. Είναι επικίνδυνο πεδίο και αν δεν ασχολείσαι με την πολιτική κατά κάποιον τρόπο επαγγελματικά ή εκ συστήματος, κινδυνεύουν να χαλάσουν σχέσεις άνευ λόγου και αιτίας. Με τη μουσική κάτι τέτοιο δεν θα συμβεί, είναι ένας ασφαλής χώρος. Δεν είναι ακίνδυνος, αλλά όταν κάποιοι άνθρωποι βρεθούν να συνδιαλέγονται με βάση τη μουσική, το θεωρώ πιθανόν έως βέβαιο ότι το κάνουν με ανιδιοτέλεια και από ανάγκη για μια επικοινωνία σοβαρή και αμοιβαία, όχι για να πουλήσει ο ένας μούρη στον άλλο. Ούτε σώνει και καλά για να πείσει τον άλλον «εγώ έχω δίκιο κι εσύ δεν έχεις». Βέβαια, αυτό είναι πολύ δύσκολο να συμβεί σε οποιονδηποτε κοινωνικό χώρο, πέραν του γενικά εννοούμενου καλλιτεχνικού.

 

Όσο έχεις κάποια θέση εξουσίας, από την οποία εξαρτώνται και κάποιοι άλλοι, τότε έχεις όσους θέλεις παρέα. Όταν τελειώσει αυτός ο «κύκλος», όλοι εξαφανίζονται από τη ζωή σου. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Όσο έχεις κάποια θέση εξουσίας, από την οποία εξαρτώνται και κάποιοι άλλοι, τότε έχεις όσους θέλεις παρέα. Όταν τελειώσει αυτός ο «κύκλος», όλοι εξαφανίζονται από τη ζωή σου. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

  • Από τον «Ήχο» έφυγα όταν η σύζυγος του Καββαθά σκέφτηκε ότι ως συνεκδότρια όφειλε να βάλει το όνομά της και στη διεύθυνση. Εστάθη αδύνατο να συνεννοηθούμε, μου ανήγγειλε με πάσα επισημότητα ότι το περιοδικό θέλει να γίνει πιο mainstream, για περισσότερο κόσμο. Δεν μπόρεσα να καταλάβω τι εννοούσε, επί δύο μήνες αρνιόμουνα να συνεργαστώ σε οποιοδήποτε επίπεδο. Επειδή δεν ήθελα να ταλαιπωρώ τον Καββαθά άλλο και επειδή κατάλαβα ότι της είχε πει «αυτόν τον άνθρωπο εγώ αποκλείεται να τον απολύσω», πήγα και του είπα: «Κώστα, δώσε μου την αποζημίωσή μου να σε αφήσω στην ησυχία σου». Τον είδα ανακουφισμένο και μου είπε «σε ευχαριστώ». Του είπα «παρακαλώ» κι έτσι τέλειωσε ο «Ήχος».

 

  • Στο «Αθηνόραμα» έγινε κάτι παρόμοιο, μία από τις βλακωδέστερες ιστορίες που μπορώ να σκεφτώ. Έφυγα στα τέλη του 2011, μια εποχή που έκαναν μειώσεις στους μισθούς. Για κάποιον ηλίθιο λόγο η διευθύντρια έκδοσης μου δήλωσε εκ των υστέρων ότι ντράπηκε να μου μιλήσει για μείωση. Κι έτσι, ένα ωραίο απόγευμα, με πήρε τηλέφωνο ενώ ήταν καθ' οδόν και μου ανακοινώσει την απόλυση. Την επομένη μου τηλεφώνησε και μου είπε: «Ο μισθός σου ήταν πολύ μικρός, ντρεπόμουν να σου μιλήσω για μείωση». Της απάντησα: «Δεν με ρώτησες καν, δεν μου μίλησες καν για το οικονομικό πρόβλημα, θα μπορούσα να σου πω ότι δεν θέλω λεφτά. Μου ανακοίνωσες την απόλυση». Μου είπε «εντάξει, εντάξει, πες ότι αυτή η συζήτηση δεν έγινε ποτέ, πάμε απ' την αρχή» και της δήλωσα «η συζήτηση έγινε, καληνύχτα».
  • Αν μου έλεγες να δώσω έναν ακριβέστερο όρο γι' αυτό που λέγεται «μουσική κριτική», θα χρησιμοποιούσα μια εξαιρετικά πεζή φράση: «οδηγός αγοράς». Διαπιστώνω ότι ακόμη και σήμερα αυτοί που το κάνουν δεν έχουν συνειδητοποιήσει ότι στην ουσία δεν στηλιτεύουν ή δεν αποθεώνουν πρόσωπα, αλλά υποδεικνύουν αγορές. Με είχε εκπλήξει πόσο λίγοι το είχαν αντιληφθεί αυτό, όχι μόνο από την πλευρά των δημοσιογράφων ή όπως αλλιώς μπορούμε να τους αποκαλέσουμε αλλά και από την πλευρά των καλλιτεχνών, γιατί εξελάμβαναν, και συνεχίζουν να εκλαμβάνουν, την αρνητική κριτική ως προσωπική επίθεση. Είναι μέγα λάθος που συμβαίνει λόγω ανασφάλειας. Ίσως επειδή όλο και λιγότερος κόσμος αγοράζει πλέον μουσική, έχει αντιληφθεί ότι η κριτική είναι στην ουσία ένας χώρος επικοινωνίας.

 

  • Ο γραφιάς πρέπει να στέκεται στο ύψος του, ούτως ώστε να πείσει, πρώτα απ' όλα, ότι ξέρει τι του γίνεται. Αυτό είναι το σημαντικότερο. Και ξεκινώντας από τη γλώσσα που χρησιμοποιεί, η οποία πρέπει να είναι κάπου ανάμεσα στην άμεσα επικοινωνιακή αλλά και σε μια κάπως πιο λόγια, προκειμένου να πείσει ο ίδιος ότι δεν κάνει την πλάκα του, πρέπει να πείσει πρώτα απ' όλα ότι είναι ενήμερος, γιατί άλλο πράγμα να καταθέτεις μια γνώμη έχοντας ακούσει 50 CDs και άλλο έχοντας ακούσει 5.000. Και άλλο πράγμα να γνωρίζεις εξαιρετικά καλά τα '60s και τα '70s ή τα '80s και άλλο να έχεις την επιθυμία να γνωρίζεις τι συμβαίνει το 2016 και το 2017 και να μπορείς κυρίως να κάνεις και τους συσχετισμούς ανάμεσα στις εποχές, ώστε να αντιληφθείς αν ο σημερινός καλλιτέχνης πράγματι ζει στην εποχή του ή αναπαράγει κάποια γκανιάν στερεότυπα. Στη συνέχεια είναι θέμα καλού γούστου, και αυτό δεν κατακτιέται, ή υπάρχει ή δεν υπάρχει. Εάν μπορέσεις να πείσεις γι' αυτές τις τρεις παραμέτρους της δουλειάς: γλώσσα, εύρος ενημέρωσης και προσωπικό γούστο, τότε λειτουργείς. Αν δεν πείσεις, τότε παίρνεις στον λαιμό σου όλο το «επάγγελμα».

 

  • Αν υπάρχει κρίση και παρακμή σήμερα, οφείλεται στο ότι όλοι γράφουν. Όλοι έχουν τη δυνατότητα να πετάξουν το μακρύ τους και το κοντό τους. Είναι πολύ δύσκολο πλέον να πείσει ο μουσικοκριτικός, όμως, από τη άλλη μεριά, πιστεύω ότι σήμερα χρειάζεται περισσότερο από κάθε άλλη εποχή αυτό το λειτούργημα, επειδή ακριβώς η παραγωγή είναι πια τόσο αχανής. Καλείσαι πλέον να επιλέξεις όχι ανάμεσα 100 αλλά σε 100.000. Ο ρόλος σου ως κριτικού είναι πολύ πολύ πιο δύσκολος, γιατί η ενημέρωση έχει γίνει πλέον χτικιό, αν θες να έχεις μια στοιχειώδη εικόνα. Από την άλλη, γίνεται όλο και πιο δύσκολο να παρακολουθήσεις τα συνδυασμένα στυλ, τα οποία δεν είναι πλέον μονόπατα, είναι εξαιρετικά σύνθετη η σημερινή μουσική.

 

  • Η σημασία του ροκ σήμερα δεν έχει καμία σχέση με τη σημασία που είχε πριν από 40 χρόνια. Και το λέω με αμφίθυμη διάθεση αυτό, δηλαδή ότι δεν θεωρώ ότι είναι φόρμα και μόνο, χωρίς να σημαίνει ότι η φόρμα αυτή δεν έχει πολύ μεγάλο ενδιαφέρον αν κάποιος τη χειριστεί πραγματικά εμπνευσμένα, με τον τρόπο του, και δεν αναπαράγει απλώς τον Chuck Berry. Έχει τεράστιο ενδιαφέρον να το καταφέρει κάποιος αυτό, όμως η λειτουργία του δεν είναι αυτή που ήταν πριν από 30 χρόνια. Τότε, ιδίως στην Ελλάδα, όπου οι ροκάδες ήταν μια μειονότητα αμελητέα, πολλοί μπορεί να ακούγανε Pink Floyd, ωστόσο δεν ήταν ακριβώς αυτό που λέμε ροκάδες, ήταν μια άλλη ιστορία. Οι ροκάδες ήταν πολύ λίγοι, σχεδόν γνωριζόντουσαν μεταξύ τους, και οι συναυλίες έπαιζαν αυτόν το ρόλο, «να 'μαστε πάλι εδώ, λοιπόν. Τριακόσιοι, 400 ή 500, υπάρχουμε». Πλέον αυτή η αίσθηση της κοινότητας δεν υπάρχει, είναι χαμένοι μέσα σε ένα χάος κοινωνικών λειτουργιών της σύγχρονης, μοντέρνας μουσικής, ανάμεσα στις οποίες δεσπόζει πλέον η έννοια του dance, του χορού. Είναι αδιανόητο να πας κάπου χωρίς να υπάρχει η δυνατότητα αυτής της μορφής της διάχυσης ή διασκέδασης. Αυτό δεν είχε να κάνει με το ροκ, το οποίο κατέληγε να σε δονεί επειδή είχε αυτό τον παλμό, αυτήν τη δύναμη. Ξεκίναγε για να δημιουργήσει ένα mood, όχι με την προοπτική να αρχίσουν να χοροπηδάνε όλοι. Τώρα αυτό είναι το ζητούμενο. Αυτό δεν σημαίνει ότι το ροκ δεν έχει πολύ μεγάλη αξία από μουσικής πλευράς, η οποία γίνεται ακόμα πιο σημαντική από τη στιγμή ακριβώς που μπορεί να πείθει ότι είναι σύγχρονο, ότι παρακολουθεί και γνωρίζει τον παλμό μιας πάρα πολύ σύνθετης νέας εποχής, και δεν αναπαράγει τις γνωστές, ασφαλείς και πλέον φθαρμένες φόρμες του μέχρι και 15ετίας παρελθόντος.

 

Όταν ξεκίνησα αυτήν τη δουλειά δεν υπήρχε αυτό που λέμε «μουσική κριτική» στην Ελλάδα, ήμουν ο πρώτος που το έκανε. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO
Όταν ξεκίνησα αυτήν τη δουλειά δεν υπήρχε αυτό που λέμε «μουσική κριτική» στην Ελλάδα, ήμουν ο πρώτος που το έκανε. Φωτο: Πάρις Ταβιτιάν/LIFO

 

  • Από πολύ νωρίς αισθάνθηκα ότι είναι πολύ πιο εύκολο και πιασάρικο να καταδικάσεις κάτι, παρά να το προτείνεις. Το να προτείνεις κάτι, ακριβώς επειδή μιλάμε για ένα προϊόν, σημαίνει ότι λες στον άλλον «πάρ' το, αγόρασέ το, σ' το προτείνω εγώ». Είναι πολύ εύκολο να πέσεις στην αρνητικότητα του άλλου και να βγεις και μαλάκας στο τέλος, ότι «κοίτα τι μου πρότεινε αυτός». Αντιθέτως, λέγοντας σε κάποιον «άσ' το αυτό, είναι σκουπίδι» δεν διακινδυνεύεις σχεδόν τίποτε. Ίσα-ίσα, τον βγάζεις και από τον κόπο να σκάσει είκοσι ευρώ. Το ίδιο ακριβώς συμβαίνει και με το πολιτικό σχόλιο. Είναι πολύ πιο εύκολο να απορρίψεις κόμματα και ιδεολογίες από το να προτείνεις, διότι προτείνοντας κάτι, πρέπει να έχεις και τον τρόπο να υποστηρίξεις. Απορρίπτοντας κάτι, πρώτα-πρώτα βγαίνεις εξυπνότερος όλων, στο στυλ «εγώ έχω δει πράγματα που εσείς δεν έχετε δει και γι' αυτό σας λέω μακριά». Αισθάνεσαι έξυπνος, δηλαδή ότι πουλάς μούρη με το να απορρίπτεις, ό,τι και να 'ναι αυτό. Όταν προτείνεις, όμως, είναι σαν να προσυπογράφεις το έργο, είτε μουσικό είτε πολιτικό, και εκεί μοιραία εγείρεται η υποχρέωσή σου να εξηγήσεις γιατί καλείς τον άλλο να ακολουθήσει την επιλογή σου. Στρεβλό πράγμα, που δεν προχωράει ούτε τις κοινωνικές θέσεις, ούτε το επίπεδο της ζωής μας σε καμία περιοχή, ούτε τόσο δα.

 

  • Αντιπαθώ εξαιρετικά το να ανάγω την οποιαδήποτε πολιτισμική παρακμή ή παράλυση της ελληνικής κοινωνίας σε αυτό που λέγεται παιδεία, διότι αυτό το λένε όλοι πλέον για τα πάντα. Όμως, από την άλλη μεριά, στα χρόνια της βασικής μου εκπαίδευσης σε δημοτικό-γυμνάσιο-λύκειο δεν διδάχτηκα μουσική ούτε για δείγμα. Αυτό σημαίνει πολύ απλά ότι η πολιτεία έχει εξοβελίσει τη μουσική ως διδακτική και πολιτισμική ύλη. Άρα, είναι κάτι το οποίο μπορεί και να μην είναι απαραίτητο στη ζωή μας. Τι να την κάνουμε τη μουσική, αφού δεν μας τη ζητάνε;

 

  • Δεν ξέρω αν είχαμε ποτέ ελληνική μουσική βιομηχανία. Ο Λαμπρόπουλος, όμως, με την ΕΜΙ, δεν θα μπορούσε να χαρακτηριστεί αλλιώς, ή η Universal, η πρώην Polygram. Το μέγεθος των παραγωγών και η ευρύτητα παραπέμπουν σε βιομηχανία. Έβγαζαν οτιδήποτε, και έβγαζαν αρκετά. Η πρώτη ανεξάρτητη εταιρεία στην Ελλάδα ήταν η Lyra επί Πατσιφά, η οποία επικέντρωσε στο «νέο κύμα», ανέδειξε τον Σαββόπουλο, την Αρλέτα και καμιά δεκαριά άλλους. Ήταν μία εταιρεία την οποία ίδρυσε ένα άτομο με μεγάλη αγάπη και για τη λογοτεχνία και για τη μουσική. Την πήρε πάνω του. Ήταν η μεγαλύτερη ελληνική εταιρεία, μέχρι που μοιραία παρήκμασε επειδή πέθανε ο ιδρυτής της. Η διάδοχη κατάσταση είχε τόση σχέση με τη μουσική, όση έχουμε εμείς με μια πυραυλάκατο. Η έννοια της ανεξάρτητης εταιρείας περιλαμβάνει και την παραγωγή. Αλλά πόσοι ανεξάρτητοι πλέον πραγματικά παραγωγοί στην Ελλάδα έχουν τη δυνατότητα να χρηματοδοτήσουν παραγωγές; Οι νέες παραγωγές είναι ελάχιστες.

 

  • Δύο είναι αυτά που στη μουσική μου άρεσαν, και μου θα αρέσουν πάντα. Το πρώτο είναι το άλμπουμ των Pink Floyd που έχει εξ ολοκλήρου συνθέσεις τους ιδιοφυούς, ψυχασθενούς Syd Barrett, οι οποίες δεν πρόκειται να ξεπεραστούν στον αιώνα τον άπαντα. To «Piper at the gates of dawn» έχει 11 τραγούδια και δεν υπάρχει ούτε μία περίπτωση στο εκατομμύριο να ξαναγραφτούν τέτοια, έστω και παρεμφερή. Γι' αυτό και ο Barrett πέθανε νέος. Το δεύτερο είναι το τραγούδι που ίσως και να με έβαλε στην ποπ μουσική, το «Please, please me» των Beatles. Χρειάστηκε να περάσουν 50 χρόνια για να συνειδητοποιώ τι ιδιοφυές κομμάτι είναι. Μέσα σε δυόμισι λεπτά έχει 4 εναλλασσόμενα θέματα που δεν το παίρνεις χαμπάρι ότι εναλλάσσονται και είναι διαφορετικά, γιατί αυτό που συμβαίνει εκεί μέσα είναι σαν να είναι φτιαγμένο από την ίδια τη φύση.

 

  • Δεν διαβάζω παλιά κείμενά μου, όχι επειδή είμαι υπεράνω. Φυσικά και αλλάζω γνώμη γι' αυτά που έχω γράψει – έχω γράψει μαλακίες, έχω γράψει άστοχα πράγματα. Μπορεί αυτό να έχει να κάνει με το ότι έχεις εκθειάσει κάτι που δεν άξιζε, και δεν εννοώ μόνο μια μουσική σύνθεση, αλλά ένα όνομα, μια προοπτική, μια καριέρα. Έχω ποντάρει σε κάποιον που αποδείχτηκε σφάλμα, αλλά δεν ψήφισα ούτε Καμμένο ούτε Χρυσή Αυγή!

 

  • Τι αποκόμισα; Η ζωή με έμαθε ότι όταν έχεις μια οποιαδήποτε δημόσια θέση, έχεις και πάρα πολλούς φίλους. Με το που τη χάσεις, εξαφανίζονται όλοι. Και όταν λέω όλοι, το εννοώ. Μια πορεία συνεργατών και «φίλων» η οποία έκλεισε 45 χρόνια σχεδόν, μέχρι που βγήκα εκτός επαγγέλματος και άνοιξε η γη και τους κατάπιε έναν-έναν. Αυτό είναι το σημαντικότερο που έμαθα. Ότι όσο έχεις κάποια θέση εξουσίας, από την οποία εξαρτώνται και κάποιοι άλλοι, τότε έχεις όσους θέλεις παρέα. Όταν τελειώσει αυτός ο «κύκλος», όλοι εξαφανίζονται από τη ζωή σου.

 

To άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO