Να αποφυλακιστεί και να μπει σε καθεστώς ηλεκτρονικής επιτήρησης- δηλαδή κατ’οίκον κράτηση με «βραχιολάκι»- αναλαμβάνοντας ο ίδιος το κόστος, ζητά ο Δημήτρης Λιγνάδης με το υπόμνημα που κατέθεσε στη 19η τακτική ανακρίτρια

 

Ο ηθοποιός και σκηνοθέτης, που έχει προφυλακιστεί, κλήθηκε σήμερα σε απολογία για τις δύο νέες κατηγορίες για βιασμό. Στο υπόμνημα που παρέδωσε στην ανακρίτρια, χαρακτηρίζει «ψευδείς και κατασκευασμένες» τις καταγγελίες που τον οδήγησαν ξανά ενώπιον της δικαστικής λειτουργού και αρνείται ότι βίασε τους δύο καταγγέλλοντες. 

 

Για τον 24χρονο, που καταγγέλλει ότι έπεσε θύμα βιασμού ως ανήλικος- ενόσω ήταν φιλοξενούμενος στο σπίτι του Δημήτρη Λιγνάδη ο οποίος τον βοηθούσε γιατί είχε προβλήματα στο σπίτι του- ο κατηγορούμενος αναφέρει ότι όσα υποστηρίζει ο καταγγέλλων δεν αποδεικνύονται από κανένα στοιχείο. 

 

«Το φερόμενο θύμα δεν προέβη σε καμιά απολύτως ενέργεια, όταν υποτίθεται ότι βιάστηκε, καθώς ούτε κατήγγειλε ό,τι δήθεν συνέβη, ούτε εξετάστηκε έστω από κάποιον γιατρό. Δεν είναι τυχαίο το γεγονός ότι ο δήθεν βιασθείς δεν απευθύνθηκε στις διωκτικές αρχές μετά τις εγκληματικές ενέργειες που υποτίθεται ότι διέπραξαν σε βάρος του το 2015, αλλά κατέθεσε σχετικά με αυτές μετά από έξι ολόκληρα χρόνια», αναφέρει στο υπόμνημά του ο κατηγορούμενος. 

 

Ο Δημήτρης Λιγνάδης αναφέρει ότι τον Αύγουστο του 2020 επικοινώνησαν μέσω πλατφόρμας και «όχι μόνο συζητήσαμε σε φιλικό κλίμα, όπως άλλωστε προκύπτει από την συνομιλία μας, την οποία έχω προσκομίσει, αλλά ο δήθεν βιασθείς με ρώτησε εάν θα ήθελα να μιλήσουμε, ούτως ώστε να κανονίσουμε να πάμε για καφέ, όταν εκείνος θα επέστρεφε από τις διακοπές του». Ακόμη ισχυρίζεται ότι «η επιθυμία του να συναντηθούμε αποδεικνύουν την μία και μοναδική αλήθεια, ότι ουδέποτε τον βίασα. Κανένα θύμα βιασμού δεν αποζητά την συντροφιά του βιαστή του».

 

Ο κατηγορούμενος υποστηρίζει επίσης πως ακόμη κι αν θα μπορούσε να υποτεθεί «ότι είχαμε συνευρεθεί ερωτικά και ο καταγγέλλων υπέμενε αυτήν την κατάσταση αποβλέποντας στη στέγη και την οικονομική βοήθεια που του παρείχα, το μόνο αδίκημα που θα μπορούσε να στοιχειοθετηθεί θα ήταν αυτό της προσβολής της γενετήσιας αξιοπρέπειας έναντι αμοιβής, το οποίο όμως είναι πλημμέλημα και έχει ήδη παραγραφεί». 

 

Σύμφωνα με τον κατηγορούμενο, ο καταγγέλλων από όταν ενηλικιώθηκε, τον Ιούνιο του 2015, δεν επεδίωξε να εργαστεί και να βρει σπίτι ή να γυρίσει στο σπίτι της μητέρα του αλλά «αν και του είχα ξεκαθαρίσει ότι δέχτηκα να τον βοηθήσω, προσφέροντας σε εκείνον στέγη και στηρίζοντας τον οικονομικά και ηθικά, προκειμένου να εξελιχθεί στη ζωή του, η στάση που είχε υιοθετήσει να χαλαρώνει και να διασκεδάζει μόνο, δεν άλλαξε και γι' αυτό μετά το καλοκαίρι του ζήτησα να σταματήσει να έρχεται. Εάν βέβαια εκμεταλλευόμουν την παραμονή του καταγγέλλοντος στο σπίτι μου για να τον βιάζω, δεν θα του ζητούσα να αποχωρήσει». 

 

Για τη δεύτερη νέα καταγγελία σε βάρος του, που αφορά βιασμό ενηλίκου, ο ηθοποιός υποστηρίζει πως δεν γνωρίζει καν τον μηνυτή του, τον οποίο χαρακτηρίζει «στρατευμένο μάρτυρα» και χαρακτηρίζει τους ισχυρισμούς του σε βάρος του «ένα φανταστικό σενάριο». 

 

«Ανάμεσα στη γνωριμία μας και τον υποτιθέμενο βιασμό του μεσολάβησαν κάποιες ημέρες, άρα θα ήταν αναμενόμενο και φυσιολογικό στο διάστημα αυτό να έχει αναφέρει τη γνωριμία μας και την υποτιθέμενη μετάβαση του στο διαμέρισμά μου ως γεγονός σημαντικό στο οικογενειακό και φιλικό του περιβάλλον, όπως επίσης θα ήταν αναμενόμενο να έχει αναφέρει και το δήθεν ραντεβού που υποτίθεται ότι δώσαμε για την επόμενη φορά. Δεν συμβαίνει κάθε μέρα να γνωρίζει κανείς και να επισκέπτεται ένα γνωστό ηθοποιό και σκηνοθέτη στο σπίτι του», αναφέρει στο υπόμνημά του. 

 

Τέλος, ο κατηγορούμενος επαναλαμβάνει τον ισχυρισμό ότι πρόκειται για κατασκευασμένη υπόθεση από δικηγόρους ενώ στρέφεται ξανά κατά του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών. «Στόχος τους είναι ηθική εξόντωσή μου για τους χαρακτηρισμούς του παιδόφιλου και βιαστή και όχι ο εγκλεισμός μου στη φυλακή», υποστηρίζει. 

 

Με πληροφορίες από ΑΠΕ