Aπό τον M. Hulot

Το πρώτο πράγμα που έκανε εντύπωση στον Πάνο Κέφαλο από την πλατεία Βικτωρίας ήταν τα παιδιά. Είχε βρεθεί τυχαία εκεί για να βγάλει φωτογραφίες για μια έκθεση που είχε θέμα τους μετανάστες και τους πρόσφυγες στις πλατείες της Αθήνας –η οποία δεν έγινε ποτέ– και ένας νέος κόσμος εμφανίστηκε μπροστά στα μάτια του. Ήταν Νοέμβριος του 2012, η πλατεία ήταν γεμάτη Αφγανούς (οι Σύριοι δεν είχαν εμφανιστεί ακόμα) και το παιχνίδι των παιδιών, οι κώδικές επικοινωνίας τους, ο τρόπος που αντιμετώπιζαν τη σκληρή (στα όρια του βάναυσου) πραγματικότητα και οι εκρήξεις βίας και τρυφερότητας που συνέβαιναν καθημερινά μεταξύ τους του έκαναν τόση αίσθηση, που τον οδήγησαν πολύ βαθιά στο δικό τους σύμπαν.

«Η πλατεία Βικτωρίας ήταν το μέρος όπου πήγαιναν και άραζαν, βρίσκονταν όλοι μαζί, ώστε να συναναστρέφονται ο ένας τον άλλο και να λένε τα προβλήματά τους» λέει. «Έμεναν στις γύρω περιοχές, από Πατήσια μέχρι Φυλής, και αρκετοί στα προσφυγικά στην Αλεξάνδρας. Η αρχή για να μπω πιο έντονα σε αυτό ήταν η γνωριμία μου με τον 12χρονο Σαγίντ, με τον οποίο ήρθα πολύ κοντά, με αποτέλεσμα να με βάλει στην καθημερινότητά του. Μπήκα στην ομάδα αυτών των παιδιών που αγωνίζονταν για να βγάλουν ένα μεροκάματο και παράλληλα έπαιζαν, παρακολουθούσα το παιχνίδι τους, μετά με γνώρισε με άλλους ανθρώπους και με πήγε και στο σπίτι του στη Φυλής, όπου έμενε με άλλες τρεις οικογένειες. Το πρότζεκτ πέρασε από διάφορα στάδια και όσο περνούσε ο καιρός και γνώριζα περισσότερους ανθρώπους, βουτούσα όλο και πιο βαθιά σε έναν κόσμο που ήταν πολύ διαφορετικός από αυτόν που μπορούσες να δεις από απόσταση. Τα προσφυγικά ήταν το τελευταίο στάδιο, περιπλανήθηκα αρκετά στους δρόμους μέχρι να βρεθώ εκεί. Πήγα σε συσσίτια μαζί τους, μπήκα στα σπίτια τους». Το 2014, από τις πρώτες εικόνες του πρότζεκτ που είχε στείλει σε έναν διαγωνισμό στην Ιαπωνία, τον πρόσεξε ο Enrico Bossan, ο υπεύθυνος στο editorial κομμάτι του εκδοτικού οίκου Fabrica και σπουδαίος φωτορεπόρτερ, και του έστειλε ένα μήνυμα με πρόταση για βιβλίο. Τον κάλεσε να πάει στα γραφεία του «Colors», είδε το υλικό και έκλεισαν τη συμφωνία. Τον Οκτώβριο του 2015 ξαναπήγε στην Ιταλία για ενάμιση μήνα και έκαναν μαζί το editing. Έτσι το Saints έγινε παγκόσμια κυκλοφορία ενός από τους πιο εκλεκτικούς εκδοτικούς του κόσμου.

Το Saints είναι ένα βιβλίο με εικόνες των προσφύγων της Αθήνας που δεν έχεις ξαναδεί. Είναι όλοι Αφγανοί πρόσφυγες. Είναι μάρτυρες ενός πολέμου, μάρτυρες μιας κοινωνίας που δεν τους επιτρέπει να επιλέξουν πού να πάνε για να ξεκινήσουν μια νέα ζωή. Είναι «άγιοι» με έναν δικό τους τρόπο.

«Από την αρχή ακόμα, πολύ νωρίς, πριν αρχίσει να ωριμάζει μέσα μου αυτή η δουλειά, ήξερα ότι δεν φωτογραφίζω τη ζωή τους εδώ στην Αθήνα αλλά προσπαθώ να δω τη δική μου διαμέσου αυτών των ανθρώπων που δεν γνώριζα προσωπικά» λέει ο Πάνος. «Μου πήρε αρκετό καιρό να καταλάβω ότι δεν φωτογραφίζω τη ζωή των άλλων και να μπορέσω να αναγνωρίσω τι κοινό έχω μαζί τους. Οι «Saints» είναι κομμάτι δικό μου, ένα ψυχογράφημα. Η επαφή με αυτούς τους ανθρώπους, και συγκεκριμένα με τα παιδιά, μπόρεσε να ξυπνήσει μέσα μου την ένταση των κρυφών μου φόβων. Οι άγνωστοι άνθρωποι και η περιπλάνησή μου στη νύχτα –σχεδόν όλες οι φωτογραφίες τραβήχτηκαν νύχτα, με φλας–, ψάχνοντας (ή βρίσκοντας) κάτι που να με κάνει να νιώσω μια εσωτερική ορμή και έλξη, μου έδωσαν αλήθεια. Αυτές οι φωτογραφίες δεν αφηγούνται μια ιστορία, απλώς συνδέονται συνειρμικά με τον τρόπο που βίωσα αυτή την επαφή. Η παιδική ηλικία είναι πραγματικά μια πολύ ευαίσθητη και ευάλωτη περίοδος, όλα ξεκινούν από αυτά τα χρόνια, κατά κάποιον τρόπο μπορεί να είναι και καθρέφτης της ενήλικης ζωής. Είναι τα χρόνια της απόλυτης ελευθερίας των συναισθημάτων και των γενετήσιων ενστικτωδών συμπεριφορών. Η ελευθερία εκδηλώνεται συχνά στα παιδιά με ωμότητα και θανατηφόρα παιχνίδια. Ο παραισθητικός κόσμος είναι ένα μυστήριο μέρος γεμάτο εικόνες και ήχους, δεν μπορείς να διαχωρίσεις αν αυτό που βλέπεις ή ακούς πηγάζει από ένα αληθινό γεγονός ή από μια εφιαλτική ψευδαίσθηση. Είναι ένας χώρος όπου κατοικούν το σκοτάδι και οι δαίμονες και μέσα από αυτόν αναζητάς να βρεις το φως, έναν άγγελο να σε τραβήξει από τη δίνη».

Οι ιστορίες που έχει να διηγηθεί από την τετράχρονη περιπλάνησή του στους δρόμους, τις πλατείες και τα προσφυγικά είναι συγκλονιστικές.

Σαΐντ 16/2/2013

«Ο Σαΐντ είναι στην Αθήνα με τον πατέρα του και τον μικρότερο αδερφό του Βαχίντ. Είναι 12 ετών. Κάθε μέρα αγοράζει ηλιόσπορους από το σούπερ μάρκετ για 50 λεπτά το πακέτο και τους πουλάει ένα ευρώ. Από το πρωί μέχρι το απόγευμα είναι στους δρόμους του κέντρου της Αθήνας, στην Αλεξάνδρας, στο Πεδίον του Άρεως, μαζί με άλλα παιδιά, για να τα πουλήσει και παράλληλα να παίξει. Μετά γυρνάει στην πλατεία Βικτωρίας. Αρκετές φορές οι ηλιόσποροι του μένουν. Αγοράζει δέκα πακέτα, τα μισά λεφτά τα δίνει στον πατέρα του και με τα υπόλοιπα αγοράζει ηλιόσπορους για την επόμενη μέρα. Είναι πολύ έξυπνος, μιλάει ελληνικά, δεν πάει σχολείο. Ο αδερφός του δεν δουλεύει μαζί του, το μυαλό του είναι συνέχεια στο παιχνίδι και όλο ζητάει. Ο Σαΐντ μου λέει ότι ο πατέρας του τον αγαπάει περισσότερο απ' ό,τι αυτόν και ότι ο Σαΐντ είναι μεγάλος. Τα άλλα αδέρφια, μαζί με τη μητέρα του, είναι στη Γαλλία. Ο Σαΐντ είναι ένα παιδί με το οποίο δεθήκαμε πολύ, έζησα την καθημερινότητά του στους δρόμους και στο σπίτι του, όπου συγκατοικούσε με τρεις οικογένειες. Με βοήθησε πολύ. Έχει εσωτερική ωριμότητα: περνούσε πολύ άσχημα εδώ και δυόμισι χρόνια, αλλά πάντα χαμογελούσε και δεν το έδειχνε, συνέχιζε, δεν σου έβγαζε λύπηση. Έζησα πολύ έντονα μαζί του για τέσσερις μήνες στο κέντρο της Αθήνας, με έκανε να δω και να αισθανθώ πολλά. Έφυγε για τη Γαλλία – ήμουν εκεί να του πω "αντίο, φίλε μου"».

Άγιοι και Δαίμονες στην Πλατεία Βικτωρίας
Ο Σαΐντ με τον αδερφό του λίγο πριν φύγουν για τη Γαλλία.

Αριστερά ο Σαΐντ. Δεξιά ο Σαΐντ με τον αδερφό του λίγο πριν φύγουν για τη Γαλλία.

Στο Πεδίον του Άρεως 23/7/2015

«Φτάνω στο Πεδίον του Άρεως, η μια πλευρά του πάρκου γεμάτη σκηνές και πρόσφυγες από το Αφγανιστάν, μόλις είχαν φτάσει εκείνες τις μέρες. Καθώς περιφέρομαι ανάμεσά τους, κάτω από τα δέντρα, στο γρασίδι, μια πολύ μικρόσωμη ηλικιωμένη γυναίκα κάνει αέρα με ένα κλαδί φοίνικα σε ένα μικρό αγοράκι κουκουλωμένο, με τα μάτια του κλειστά, που έβραζε από τον πυρετό. Το παιδί δεν μπορούσε ούτε να σηκωθεί, ήταν πολύ άρρωστο, του πήγα λίγα παυσίπονα. Το επόμενο βράδυ το βλέπω όρθιο, να παίζει μέσα στον καταυλισμό. Ο πατέρας του αγοριού που συνάντησα εκεί μου μίλησε για το πώς έφτασαν στην Ελλάδα: "Παντρεύτηκα στο Ιράν, μετά γυρίσαμε πάλι στην Kαμπούλ, η γυναίκα μου είχε μια κάποια εκπαίδευση και βρήκε δουλειά σε ένα σχολείο ως διευθύντρια περίπου. Λίγο καιρό αργότερα αρχίσαμε να λαβαίνουμε προειδοποιήσεις από την ISIS AGF να σταματήσει να πηγαίνει στη δουλειά, να παραιτηθεί. Μια μέρα την αποκεφάλισαν στο στενό. Είχαμε κάνει και το τρίτο παιδί μας, τότε ήταν βρέφος. Τα αδέρφια της γυναίκας μου λένε πως εγώ ευθύνομαι γι' αυτό κι ότι ήθελα να της συμβεί κάτι. Αναγκάστηκα να φύγω με τα παιδιά μου από τη χώρα λόγω των απειλών τους. Πήγα στο Ιράν κι έπειτα πέρασα στην Τουρκία. Εκεί είχα ζητήσει προστασία από τα Ηνωμένα Έθνη και ξεκίνησα να ζω με τα παιδιά μου σε σπίτι. Μετά από κάποιο διάστημα με εντόπισαν τα αδέρφια της γυναίκας μου στην Τουρκία και αναγκαστήκαμε να φύγουμε πάλι, ώσπου περάσαμε στην Ελλάδα με βάρκα». Κάποια στιγμή μου λέει: «Τα λεφτά για να πληρώσω διακινητές από τη μια χώρα στην άλλη για μένα και την οικογένειά μου τα βρήκα γιατί στο Αφγανιστάν πούλησα όλα όσα είχα!». Τη μεθεπόμενη μέρα τον συνάντησα αργά το βράδυ στον καταυλισμό, μου είπε να προσευχηθώ γι' αυτόν και την οικογένειά του. Έφυγε από την Ελλάδα».

Άγιοι και Δαίμονες στην Πλατεία Βικτωρίας
Τα προσφυγικά στην Αλεξάνδρας

Μια φορά μου λέει «θα σου πω κάτι, αλλά δεν θα μου θυμώσεις», του λέω «πες μου, τι είναι;». «Με τον πατέρα μου και τα αδέρφια μου πηγαίναμε στις αγορές και δοκιμάζαμε από τα φρούτα και τα φαγητά εκεί, χωρίς να αγοράζουμε τίποτα, αλλά πεινούσαμε και δεν είχαμε καθόλου λεφτά».

Τα προσφυγικά στην Αλεξάνδρας

Σαλμάν 16/12/2012

«Ο Σαλμάν είναι 13 χρονών κι έχει μεθύσει στην πλατεία Βικτωρίας με μπίρες μαζί με έναν μεγαλύτερο φίλο του γιατί ένα κορίτσι που του άρεσε έφυγε για τη Γερμανία. Το αλκοόλ τον είχε πειράξει πολύ. Του έδωσα να μου κάνει ένα σκίτσο. Μου ζωγράφισε τον Μπομπ τον Σφουγγαράκη. Κάποια στιγμή ήρθε ο αδερφός του και του είπε κάτι στα αφγανικά ("τη γάμησες, στο σπίτι ο πατέρας θα σε χτυπήσει"). Μου έχει μιλήσει για τον πατέρα του, μου έχει πει ότι τον δέρνει. Μου λέει χαρακτηριστικά ότι τον χτυπάει, τον βρίζει από μέσα του. Έχει μια μικρή αδερφή που τη φέρνει μαζί του αρκετές φορές στην πλατεία, μου λέει ότι δεν την παίζουν τα άλλα κορίτσια και την προσέχει πολύ. Ο Σαλμάν είναι επιθετικός και βίαιος με τα άλλα παιδιά. Κάνει παρέα μόνο με μεγαλύτερους, καπνίζει κρυφά από τον πατέρα του, είναι ειρωνικός πολλές φορές στον λόγο και στο γέλιο του και θέλει να το παίζει μεγάλος και μάγκας. Τους συνομηλίκους του και τα μικρότερα σε ηλικία παιδιά τα χαρακτηρίζει "βλάκες", αυτός είναι "μαφία" λέει. Παίζει όμως μαζί τους. Μια μέρα ήρθε στην πλατεία χτυπημένος από καβγά, είχε γδαρσίματα και μελανιές. Εκεί μου πρωτοανέφερε για τον πατέρα του, πως αν τον δει με τα σημάδια θα τον δείρει και αυτός θα τον βρίζει από μέσα του. Κάποια στιγμή μου μίλησε για τη μαφία και για έναν τύπο, μεγαλύτερό του, που μαχαίρωσε κάποιους άλλους Αφγανούς, τρία-τέσσερα άτομα. Είναι και κάποιοι άλλοι δικοί του που τον καλύπτουν. Τον κυνηγάνε αστυνομία και Αφγανοί, γι' αυτό είναι κρυμμένος. Ο Σαλμάν ξέρει πού κρύβεται, μόλις τον είχε επισκεφτεί. Ο Σαλμάν χτυπάει με κλοτσιές τα περιστέρια στην πλατεία και πολλές φορές τα σκοτώνει. Έχει σουγιά μαζί του κάποιες φορές. Ο πατέρας του τον αναγκάζει να διαβάζει και να μαθαίνει το Κοράνι. Στην αρχή δεν του άρεσε καθόλου. Τώρα μου λέει ότι του αρέσει. Τελικά, έφυγε στη Γαλλία για να βρει την υπόλοιπη οικογένειά του».

Τζαμπουράι 22/1/2013

«Ο Τζαμπουράι είναι 14 χρονών, μένει εδώ και πέντε χρόνια στην Αθήνα με τον μικρότερο αδερφό και τον πατέρα του. Μιλάει αρκετά καλά ελληνικά, πηγαίνει σχολείο και δεν του αρέσουν οι κοπάνες. Όταν τελειώνει από το σχολείο, πουλάει ψωμιά στον δρόμο. Ποτέ δεν μου ζήτησε τίποτα, ζούσε σε άθλιες συνθήκες, αλλά δεν το έδειχνε. Λίγο πριν φύγει από την Ελλάδα, δεν είχαν ούτε νερό στο σπίτι τους. Ο Τζαμπουράι μου είχε πει κάποτε για ένα περιστατικό που συνέβη πριν από κάποια χρόνια στο Αφγανιστάν. Μου είπε πως ένας φίλος του εκεί τον μαχαίρωσε στην κοιλιά σοβαρά, πήγε στο νοσοκομείο και τελικά σώθηκε. Μου έδειξε το σημάδι από τη μαχαιριά. Αφού βγήκε από το νοσοκομείο, ήρθε ο φίλος του και του είπε πως το έκανε έτσι, για πλάκα. Η οικογένεια του Τζαμπουράι είχε ένα όπλο στο σπίτι. Μου λέει πως πήρε το όπλο, ανέβηκε στην ταράτσα του σπιτιού και όταν είδε τον φίλο του να περνάει, τον πυροβόλησε στο κεφάλι. Καθώς μου το έλεγε γελούσε. Ήταν κάπου οκτώ ετών. Έπειτα ήρθε ο πατέρας του φίλου του και τον ρώτησε γιατί τον σκότωσε. Και εκεί έμεινε η ιστορία».

Ελίας 23/4/2015

«Τον Ελίας τον συνάντησα πάλι το διάστημα που έμενε με τον πατέρα και τα μικρότερα αδέρφια του στον δρόμο για δύο περίπου μήνες. Είναι στην Ελλάδα έξι χρόνια. Τον τελευταίο χρόνο έφυγε η έγκυος μητέρα του μόνη της, στη Νορβηγία. Μιλάει πολύ καλά ελληνικά, τον θυμάμαι από παλιά, τότε που ήταν 12. Έχει πολύ ιδιαίτερο πρόσωπο, λευκό δέρμα και πολύ ανοιχτά πράσινα μάτια, ένα βλέμμα πολύ δυνατό. Έψαχναν σπίτι, γιατί κοιμούνταν έξω κι είχε αρχίσει το κρύο. Μετά από κάποιον καιρό τους δέχτηκαν τελικά σε ένα δωμάτιο στα διαμερίσματα των προσφυγικών. Ήμουν αρκετά κοντά με τον Ελίας, τον συναντούσα πολύ συχνά. Μια φορά μου λέει "θα σου πω κάτι, αλλά δεν θα μου θυμώσεις", του λέω "πες μου, τι είναι;". "Με τον πατέρα μου και τα αδέρφια μου πηγαίναμε στις αγορές και δοκιμάζαμε από τα φρούτα και τα φαγητά εκεί, χωρίς να αγοράζουμε τίποτα, αλλά πεινούσαμε και δεν είχαμε καθόλου λεφτά". Το τελευταίο διάστημα στο δωμάτιο που έμεναν δεν είχαν καθόλου ρεύμα, μόνο κεριά – ούτε μπανιέρα για να πλυθούν. "Θέλω μια μπάλα, αυτό μόνο, δεν είχα ποτέ μια καινούργια, όλο έβρισκα στον δρόμο". Μπόρεσαν κι έφυγαν στη Νορβηγία να επανενωθούν ως οικογένεια. Ήμουν μαζί τους τα χαράματα που μάζευαν τα πράγματα για να φύγουν με κεριά και φακούς – ο πατέρας τους τούς είχε πάρει και κάποια καινούργια ρούχα για το ταξίδι. Την μπάλα την είχε ξεφουσκώσει και την είχε βάλει μέσα στη βαλίτσα, δεν έπαιξε ποτέ με αυτήν εδώ.

Ο Ελίας είχε ένα μικρό κοτοπουλάκι, τη Μεκ. Του το είχε δώσει κάποιος στην αγορά και το μεγάλωνε μέσα στο δωμάτιό τους. Την αγαπούσε πολύ. Την ημέρα που έφευγε δεν μπορούσε να το πάρει μαζί τους στη Νορβηγία και μου λέει "πάρ' το εσύ να το φροντίζεις, θα σου φέρει καλή τύχη. Μια μέρα θα έρθω πάλι στην Ελλάδα και θα τo πάρω μαζί μου". Η αδερφή του η Φερεστέ πιστεύει πολύ, κάνει προσευχή μόνη της πολλές φορές, μέρα και νύχτα, και αυτό τη βοηθάει. Κάποια στιγμή μου είπε "όταν φτάναμε στην Ελλάδα, συναντήσαμε ένα ποτάμι που έπρεπε να διασχίσουμε για να περάσουμε απέναντι, στην άλλη πλευρά. Ήταν βαθύ και φοβόμουν πολύ. Ο μπαμπάς μου πέρασε πρώτα με τη μαμά μου στους ώμους και μετά πέρασε απέναντι ένα-ένα τα αδέρφια μου κι εμένα. Εκεί είδα έναν άνθρωπο πεθαμένο μέσα στο νερό. Tότε έκλεισα τα μάτια μου και προσευχόμουν στον Θεό μέχρι να φτάσουμε στην όχθη. Πάντα κλείνω τα μάτια μου και προσεύχομαι όταν βλέπω κάτι κακό". Το ξημέρωμα ήμουν εκεί και τους αποχαιρέτησα, έπειτα έφυγα για το σπίτι, με τη Μεκ μέσα σε ένα κουτί».

Άγιοι και Δαίμονες στην Πλατεία Βικτωρίας
Το κοριτσάκι της φωτογραφίας δεν γελούσε ποτέ. Όσα αστεία και να της έκανες, ακόμα και αν τη γαργαλούσες, δεν μπορούσε ούτε να χαμογελάσει. Εδώ η αδερφή της φτιάχνει με τα χέρια της ψεύτικο χαμόγελο. Δεν αντέδρασε καθόλου.
Το κοριτσάκι της φωτογραφίας δεν γελούσε ποτέ. Όσα αστεία και να της έκανες, ακόμα και αν τη γαργαλούσες, δεν μπορούσε ούτε να χαμογελάσει. Εδώ η αδερφή της φτιάχνει με τα χέρια της ψεύτικο χαμόγελο. Δεν αντέδρασε καθόλου. 
Άγιοι και Δαίμονες στην Πλατεία Βικτωρίας
Οι μουσουλμανικοί λαοί καταναλώνουν το κρέας τους μόνο αν κατά την διάρκεια της σφαγής περάσει από ένα συγκεκριμένο τελετουργικό. Τα ζώα σφάζονται σύμφωνα με όσα λέει το κοράνι: κόβεται η κεντρική αρτηρία της καρωτίδας, το αίμα τους στραγγίζεται πλήρως, ευλογούνται από τον ιμάμη και πιστοποιούνται ως «Χαλαλ», που σημαίνει επιτρεπτό στα αραβικά.
Οι μουσουλμανικοί λαοί καταναλώνουν το κρέας τους μόνο αν κατά την διάρκεια της σφαγής περάσει από ένα συγκεκριμένο τελετουργικό. Τα ζώα σφάζονται σύμφωνα με όσα λέει το κοράνι: κόβεται η κεντρική αρτηρία της καρωτίδας, το αίμα τους στραγγίζεται πλήρως, ευλογούνται από τον ιμάμη και πιστοποιούνται ως «Χαλαλ», που σημαίνει επιτρεπτό στα αραβικά. 
Άγιοι και Δαίμονες στην Πλατεία Βικτωρίας
Η ελευθερία εκδηλώνεται συχνά στα παιδιά με ωμότητα και θανατηφόρα παιχνίδια.

Η ελευθερία εκδηλώνεται συχνά στα παιδιά με ωμότητα και θανατηφόρα παιχνίδια.

Ιnfo: To «Saints» κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Fabrica και μπορείς να το παραγγείλεις από το site τους.