Παραμονή Χριστουγέννων, Πέμπτη 24 Δεκεμβρίου, ήταν προγραμματισμένη μια δράση, πρωτοβουλία του Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης. Μικρά μουσικά σύνολα από τη MOYSA – Συμφωνική Ορχήστρα Νέων Μεγάρου Μουσικής Θεσσαλονίκης μαζί με ολιγομελείς μπάντες του Συλλόγου Μουσικών Βορείου Ελλάδος και μέλη της Μικτής Χορωδίας Θεσσαλονίκης θα ερμήνευαν σύντομα κλασικά έργα στον περίβολο εννέα νοσοκομείων της πόλης (ΑΧΕΠΑ, Άγιος Δημήτριος, Γεννηματάς, Ιπποκράτειο, Άγιος Παύλος, Θεαγένειο, Παπαγεωργίου, Παπανικολάου, Ψυχιατρικό Νοσοκομείο), για να στηρίξουν ιατρικό και νοσηλευτικό προσωπικό, αλλά και ασθενείς.

Μερικές μόλις ώρες πριν από την πραγματοποίησή της η δράση αυτή ακυρώθηκε από την Πολιτική Προστασία. Η Θεσσαλονίκη δεν ήταν έτοιμη να προχωρήσει σε κανενός είδους χαλάρωση των μέτρων, παρόλο που έχουν περάσει σχεδόν δύο μήνες από τις 3 Νοεμβρίου, όταν και ανακοινώθηκε, πριν από την υπόλοιπη χώρα, γενικευμένο lockdown.


Η αλήθεια είναι ότι για περισσότερο από έναν μήνα η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ελλάδας προηγούνταν σε αρνητικές επιδόσεις κατά το λεγόμενο δεύτερο κύμα της πανδημίας του Covid, που, μετά την πρώτη «νίκη» της χώρας, σήμερα μετράει χιλιάδες κρούσματα και εκατοντάδες θανάτους. Η Θεσσαλονίκη ξαφνικά, κι ενώ με το τέλος του καλοκαιριού έδειχνε να έχει πλεονέκτημα σε σχέση με την Αθήνα αλλά και τις περισσότερες πόλεις της Μακεδονίας, εκτινάχθηκε σε αριθμό κρουσμάτων.

 

Τα αίτια, πολλά και ποικίλα: η χαλάρωση των νέων μέσα κι έξω από τα μπαράκια, τα ολονύχτια πάρτι, μεγάλες συγκεντρώσεις αθλητικών σωματείων (όλοι μιλούσαν για τους οπαδούς του ΠΑΟΚ που συγκεντρώθηκαν κατά εκατοντάδες έξω από το Μακεδονία Παλλάς για να εμψυχώσουν τους παίκτες), η μεγάλη λιτανεία του πολιούχου της πόλης Αγίου Δημήτριου στις 26 Οκτωβρίου, οι εργάτες γης από γειτονικές επιβαρυμένες υγειονομικά χώρες που κατέκλυζαν αγροτικές περιοχές γύρω από τη Θεσσαλονίκη, οι μετακινήσεις από νόμο σε νόμο, το μεγάλο πρόβλημα της έλλειψης δημόσιων μέσων μεταφοράς, με αποτέλεσμα τα λεωφορεία να είναι ασφυκτικά γεμάτα τις ώρες αιχμής.

 

Η αλήθεια είναι ότι για περισσότερο από έναν μήνα η δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της Ελλάδας προηγούνταν σε αρνητικές επιδόσεις κατά το λεγόμενο δεύτερο κύμα της πανδημίας του Covid, που, μετά την πρώτη «νίκη» της χώρας, σήμερα μετράει χιλιάδες κρούσματα και εκατοντάδες θανάτους.

 

Έκτοτε η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη-εμπόλεμη ζώνη, μια πόλη οχυρωμένη, από την οποία ούτε να μπεις είναι εύκολο ούτε να βγεις. Με έναν απροσδόκητο τρόπο επέστρεψε στην παραδοσιακή της εσωστρέφεια.

 

Πώς βιώνουν οι άνθρωποί της την κατάσταση; Πώς είναι να κυκλοφορείς και να ζεις σε μια πόλη που έχει γίνει το επίκεντρο της πανδημίας, το «Μπέργκαμο» της Ελλάδας, όπως λένε κάποιοι;

 

Επικοινωνώντας με φίλους και γνωστούς, σου μεταφέρουν ένα κλίμα αγωνίας και εν μέρει τρόμου. Παρόλο που τις τελευταίες μέρες οι δείκτες είναι καλύτεροι, όλοι έχουν στον ευρύτερο κύκλο τους άτομα που νοσούν, ήπια ή σοβαρότερα, διασωληνωμένους, ακόμη και νεκρούς.

 


Ο Θοδωρής Παπαδημητρίου, καλλιτεχνικός διευθυντής της MOYSA, την ημέρα της συναυλίας που δεν έγινε ήταν βαθιά απογοητευμένος. Είχαμε μιλήσει μία ημέρα νωρίτερα και είχαμε συμφωνήσει να μου μεταφέρει την εμπειρία του μετά τις εννέα συναυλίες που θα είχαν προηγηθεί – ήταν ενθουσιασμένος. Μία ημέρα μετά, η ψυχολογία του είχε εντελώς αντιστραφεί, αλλά, ως λογικός και ευγενής άνθρωπος που είναι, κατανοούσε τους λόγους που οδήγησαν στην ακύρωση.

 

Μου είπε στο τηλέφωνο: «Γενικά, είναι δύσκολα τα πράγματα, επαγγελματικά και προσωπικά. Χθες, που βρεθήκαμε με τα παιδιά και κάναμε πρόβα για να παίξουμε σήμερα, το χαρήκαμε πάρα πολύ, γιατί είχαμε πάρα πολύ καιρό να παίξουμε μουσική με άλλους. Στενοχωρηθήκαμε πολύ που ακυρώθηκε, γιατί, απ' ό,τι καταλάβαμε, ήταν κάτι που ήθελαν πολύ και από τα νοσοκομεία. Προφανώς θα υπήρχε λόγος που ακυρώθηκε. Εγώ το βιώνω ως κάτι αρκετά δύσκολο, αλλά δεν βλέπω να το βιώνει όλος ο κόσμος έτσι. Ξέρω κόσμο που έχει νοσήσει, ευτυχώς, ελαφρά, αλλά όσον αφορά την οικογένειά μου, επειδή στον στενό οικογενειακό κύκλο έχουμε άτομα με πολύ υψηλό δείκτη κινδύνου, τόσο στην πρώτη καραντίνα όσο και τώρα είμαστε πολύ αυστηροί η γυναίκα μου, το παιδί μου κι εγώ. Γενικώς ζοριζόμαστε, και επειδή έχει εκλείψει και το καλλιτεχνικό κομμάτι ή γίνεται κατά μόνας μέσα στο σπίτι, το κάνει ακόμα πιο δύσκολο ψυχολογικά».

 

7 Θεσσαλονικείς μιλούν για τη διαφορετική Πρωτοχρονιά μιας οχυρωμένης πόλης
Η Θεσσαλονίκη δεν ήταν έτοιμη να προχωρήσει σε κανενός είδους χαλάρωση των μέτρων, παρόλο που έχουν περάσει σχεδόν δύο μήνες από τις 3 Νοεμβρίου, όταν και ανακοινώθηκε, πριν από την υπόλοιπη χώρα, γενικευμένο lockdown. Φωτο: EUROKINISSI/ΜΟΤΙΟΝΤΕΑΜ/ ΒΕΡΒΕΡΙΔΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ


Όταν λες ότι δεν το βιώνει ο κόσμος το ίδιο, τι εννοείς; «Έχει κόσμο στους δρόμους απ' όλες τις φυλές, από τους αρνητές και τους ενδιάμεσους μέχρι νέους που κυκλοφορούν. Τα παιδιά της ορχήστρας, με τα οποία έρχομαι σε επαφή, το παίρνουν πολύ σοβαρά, κρατάνε τις αποστάσεις, φοράνε μάσκα. Όπως και οι φοιτητές μου στο τμήμα Κινηματογράφου. Είχαμε κάποια στιγμή ένα κρούσμα και όλοι απομακρύνθηκαν για ένα διάστημα, αλλά αυτό συνέβη αρχές Οκτώβρη, πριν από το lockdown. Οπότε πριν γίνει υποχρεωτική η εξ αποστάσεως εκπαίδευση εμείς κλειστήκαμε στα σπίτια μας. Βέβαια η πλειονότητα του κόσμου το έχει πάρει σοβαρά. Στο πρώτο lockdown υπήρχε μια παγωμάρα, αλλά και ένας ενθουσιασμός, κάναμε πολλά πράγματα από το Ίντερνετ. Τώρα υπάρχει μια κούραση και μια νταουνιά που μας έχει πάρει από κάτω».

 

Του υπενθυμίζω ότι η μουσική διαθέτει θεραπευτικές ιδιότητες και πως έχουμε ανάγκη άνθρωποι σαν αυτόν και τους συναδέλφους τους να μείνουν με υψηλό φρόνημα. Μου απαντάει: «Δεν ξέρω πότε θα γίνουν ξανά συναυλίες και με ποιους όρους. Για μένα, το ψυχολογικό κομμάτι είναι εκείνο που βαραίνει πολύ. Θεωρώ τον εαυτό μου τυχερό, γιατί, ενώ για έναν πολύ μεγάλο αριθμό καλλιτεχνών το βιοποριστικό και το κομμάτι της επιβίωσης τους απασχολεί, εγώ έχω τη διδασκαλία. Αλλά αν ήμουν performer, θα ήταν δύσκολο απ' όλες τις απόψεις, αν και ποτέ δεν ξεχνάω ότι είμαστε πολύ τυχεροί που έχουμε τη μουσική στη ζωή μας. Είναι τρομερή διέξοδος».

 

 

Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη που γλεντάει, που ξενυχτάει, που διαθέτει αναρίθμητα καφέ, μπαρ, ταβέρνες, εστιατόρια. Αυτή τη στιγμή είναι όλα κλειστά, με εξαίρεση όσα λειτουργούν για delivery και take away. Ο Μπάμπης Δασκαλόπουλος, ιδιοκτήτης του Bazaar, ενός από τα παλιότερα καφέ-μπαρ του κέντρου, στην πλατεία Άθωνος, δεν το άνοιξε, έκρινε ότι δεν είχε νόημα να μείνει ανοιχτό και ότι οι δαπάνες δεν θα απέφεραν ανάλογο κέρδος.

 

«Προσέχαμε έως υπερβολικά σαν μαγαζί, 40 άτομα με απόσταση 2 μέτρων τα τραπέζια μεταξύ τους, καλύπταμε όλο τον δρόμο, μας ειρωνεύονταν ακόμα και για την απολύμανση. Έχω έναν πανικό ως επιχειρηματίας, αλλά δεν είχε νόημα να μείνουμε ανοιχτοί. Βέβαια, τις τελευταίες μέρες, με τις γιορτές, η πλατεία Άθωνος έχει κίνηση, λόγω των μαγαζιών εδώδιμων ειδών, και η γενικότερη εικόνα που έχεις είναι ότι έχει πολύ κόσμο στους δρόμους. Η Θεσσαλονίκη έχει κίνηση. Φοράνε μάσκα, οι αποστάσεις άλλοτε κρατιούνται και άλλοτε όχι, με το παραμικρό ξεχνιούνται, συνήθως οι νεότεροι.

 

Αν έπαιξαν ρόλο οι μεταμεσονύκτιες συνάξεις στην Αγίας Σοφίας; Ε, δεν έπαιξαν κι αυτές τον ρόλο τους; Ο περίβολος γέμιζε από εκατοντάδες κάθε βράδυ, οι κάτοικοι δεν μπορούσαν να κοιμηθούν από τα ηχεία που έπαιζαν μουσικές μέχρι το πρωί. Ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα, όμως, ήταν η συγκοινωνία. Έχουν μείνει τα μισά λεωφορεία, ενώ καθημερινά μετακινούνται στριμωγμένοι μισό εκατομμύριο άνθρωποι, οπότε τι να πεις για τα πάρτι... Ξέρω αρκετό κόσμο που νόσησε και, δυστυχώς, και μια απώλεια, ο μουσικός και φίλος Βασίλης Σωτηρίου, 52 ετών. Επίσης ένας φίλος γιατρός είναι αυτή τη στιγμή διασωληνωμένος».

 


Η δερματολόγος Λίλα Πισσαλίδου, που διαθέτει ιατρείο στο κέντρο, θεωρεί ότι δεν υπάρχει κανένας σοβαρός έλεγχος στους δρόμους συγκριτικά με το πρώτο lockdown: «Δεν νομίζω ότι οι Θεσσαλονικείς είναι πιο αντιδραστικοί ή αδιάφοροι. Αρνητές της πανδημίας και άνθρωποι αδιάφοροι υπάρχουν παντού, απλώς εδώ δεν υπήρχαν τόσοι έλεγχοι όσοι στην Αθήνα για να τους περιορίσουν ικανά.

 

Όσον αφορά την εξωστρέφεια της πόλης, η πόλη ούτως ή άλλως έχει γίνει πολύ πιο εσωστρεφής εδώ και πολλά χρόνια. Δουλειές δεν υπάρχουν, οπότε ο κόσμος φεύγει αλλού για να βιοποριστεί, επιχειρήσεις έχουν κλείσει, η πόλη γενικώς έχει χάσει την παλιά της αίγλη. Δεν είναι μόνο τα ξενύχτια, τα μπαράκια και τα εστιατόρια η ένδειξη ακμής μιας πόλης, αυτό είναι το λιγότερο. Οι νέοι άνθρωποι μπορεί, αντίθετα με αυτό που εσύ φοβάσαι, και να ξεχυθούν στα μπαράκια με τη λήξη της πανδημίας, αυτό δεν σημαίνει απαραίτητα εξωστρέφεια. Πρέπει να γίνουν άλλες επενδύσεις, όπως το κέντρο που έφτιαξε η Pfizer».


Πράγματι, η παντοδύναμη αμερικανική φαρμακοβιομηχανία, που έγινε ακόμα πιο γνωστή λόγω του εμβολίου, ανακοίνωσε πρόσφατα προσλήψεις και επενδύσεις στο ψηφιακό της hub στη Θεσσαλονίκη για το 2021 και το 2022. Έτσι, όλοι ελπίζουν ότι θα επιστρέψουν εκατοντάδες Έλληνες επιστήμονες από το εξωτερικό για να στελεχώσουν το δεύτερο κέντρο της Pfizer στη Θεσσαλονίκη, απόφαση που ανακοίνωσε ο επικεφαλής της φαρμακοβιομηχανίας, Θεσσαλονικιός στην καταγωγή, Άλμπερτ Μπουρλά.

 


Ο αντιδήμαρχος Τουρισμού επί δημαρχίας Γιάννη Μπουτάρη και επιχειρηματίας Σπύρος Πέγκας συμφωνεί: «Η αλήθεια είναι ότι η συνδρομή του Μπουρλά δημιουργεί κάποιες προσδοκίες. Αλλά γενικότερα πρέπει να ομολογήσουμε ότι υπήρξε μια σημαντική βοήθεια από το κράτος προς τους επιχειρηματίες. Αυτό είναι κάτι που το αισθάνομαι προσωπικά, αλλά της ίδιας άποψης είναι και ο περίγυρός μου, ότι υπήρξε μια στήριξη. Ο κόσμος το παλεύει και δεν μοιρολογεί, δεν λέει ότι καταστράφηκε. Δεν έχουμε φτάσει σε αυτό το σημείο όσον αφορά την οικονομική κοινότητα. Ο κόσμος της Διεθνούς Έκθεσης, βέβαια, είναι απελπισμένος. Όσο κι αν είχε ξεπέσει ως θεσμός, είναι μια σοβαρή πηγή εισοδήματος, που τώρα βρίσκεται σε αδιέξοδο».


Πώς είναι η εικόνα της πόλης; «Θεωρώ ότι οι Θεσσαλονικείς δεν κλειδώθηκαν μέσα. Αυτές τις μέρες μάλιστα είναι σαν κανονικές γιορτινές μέρες όσον αφορά την κυκλοφορία στους δρόμους, όχι μέσα στα μαγαζιά. Είναι όλοι τους κουρασμένοι ψυχολογικά, η καραντίνα ξεκίνησε νωρίτερα εδώ και δεν υπάρχει μια στιβαρή τοπική ηγεσία να πει στον κόσμο δυο κουβέντες σοβαρές, όπως έγινε με τα Ιωάννινα για παράδειγμα. Μόνο τώρα, επειδή αυτό θίχτηκε και από την ανώτατη κυβερνητική εξουσία, προσπαθούν να το σώσουν, αλλά λείπει η σοβαρότητα, δεν έχει γίνει καμία δήλωση, για να μη θιχτεί ποιος, αυτοί που πουλάνε καφέ; Έχει παρατηρηθεί και κάτι άλλο: κλείνουν πολλά μαγαζιά και γίνονται αμέσως καφέ και αρτοποιεία. Μέσα σε 40 μέρες αλλάζουν ιδιότητα. Φοβάμαι ότι θα πάει για μεγάλο διάστημα έτσι. Υπάρχει κούραση κι εξάντληση».

 

7 Θεσσαλονικείς μιλούν για τη διαφορετική Πρωτοχρονιά μιας οχυρωμένης πόλης
Η Θεσσαλονίκη έχει κίνηση. Φοράνε μάσκα, οι αποστάσεις άλλοτε κρατιούνται και άλλοτε όχι, με το παραμικρό ξεχνιούνται, συνήθως οι νεότεροι. Φωτο: EUROKINISSI/ΜΟΤΙΟΝΤΕΑΜ/ ΒΕΡΒΕΡΙΔΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ


Ο τουρισμός είναι πλέον ανύπαρκτος; «Υπάρχει μια αγωνία πολύ μεγάλη στους ξενοδόχους και στους ανθρώπους του τουρισμού. Είχε δημιουργηθεί μια πολύ καλή δυναμική, η οποία ήθελε δουλειά, γιατί δεν είμαστε Μύκονος ούτε Σαντορίνη, οπότε την επόμενη μέρα δεν θα δουλέψει αυτόματα ο προορισμός. Χρειάστηκε δουλειά από την αρχή για να αναπτυχθεί και θα χρειαστεί δουλειά για να αναπτυχθεί περαιτέρω, ένα work in progress. Υπήρχε επίσης μια μεγάλη προσδοκία το καλοκαίρι, που δημιουργήθηκε με τον ειδικό τουρισμό και τους Βαλκάνιους. Θα ανοίγαμε πρώτοι και ανοίξαμε και μετά ήρθε το κύμα του κορωνοϊού στα Βαλκάνια και κόπηκε βίαια.

 

Αυτό ήταν μεγάλο χτύπημα για τους ξενοδόχους που άνοιξαν και περίμεναν στη Χαλκιδική κι εδώ που άνοιξαν και ξαφνικά έπρεπε να κλείσουν γιατί δεν θα ερχόταν κανείς από τα Βαλκάνια. Ήταν ένα σοκ και τώρα υπάρχει μια αγωνία για την επόμενη μέρα, ακριβώς γιατί αισθάνονται ότι δεν υπάρχει ούτε η βούληση ούτε και τα πρόσωπα για να τους καθοδηγήσουν. Γιατί δεν είναι ψηλά στην ατζέντα του δήμου, δεν υπάρχουν οι άνθρωποι που την επόμενη μέρα θα αναλάβουν δράση».


Πώς είναι η συμπεριφορά του κέντρου; «Ο κόσμος είναι έξω, βλέπεις παρέες στα κεντρικά μπαρ, κάθεσαι, κουβεντιάζεις μαζί τους. Σε ένα μπαρ μού έλεγαν ότι έκλεισαν γιατί μαζευόταν πολύς κόσμος και φοβήθηκαν για πρόστιμο. Δεν έχουν κλειστεί στα σπίτια τους. Προσάρμοσαν τους πάγκους για να υπάρχει εύκολη πρόσβαση. Μια προσαρμογή σε αυτήν τη νέα κατάσταση. Μετά τις 10 σαρώνουν τα μηχανάκια των delivery. Οι 30άρηδες φίλοι μου τηλεφωνούν κάθε βράδυ να μου πουν πού θα συναντηθούν, σε ποιο σπίτι θα παίξουν χαρτιά κ.λπ. Γκρινιάζουν, αλλά βρίσκονται. Στα σπίτια στο Πανόραμα έχουν αγοράσει rapid tests και κάθε Σαββατοκύριακο μαζεύονται παρέες φίλων, υπάρχει και μεγαλύτερη άπλα».

 


Ο 24χρονος ηθοποιός του ΚΘΒΕ Χρήστος Διαμαντούδης το καλοκαίρι συμμετείχε στην παράσταση «Τρωάδες», συμπαραγωγή με το ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας, σε σκηνοθεσία Γιάννη Παρασκευόπουλου. Οι πρόβες γίνονταν με μάσκες και κάσκες, μια κατάσταση περίεργη, καθώς οι κάσκες θόλωναν, δυσκολεύοντας το παίξιμο των ηθοποιών, ενώ δεν έπρεπε να πλησιάσουν ο ένας τον άλλον. Και φυσικά υποχρεώνονταν σε τεστ ξανά και ξανά.

 

Δεν πρόλαβε να ξεκινήσει καν η χειμερινή σεζόν, όλα κατέρρευσαν. Εξηγεί: «Η αλήθεια είναι ότι δημιουργήθηκε πανικός, γιατί δεν μπορούσες να ξέρεις τι θα έρθει μετά, δεν μπορούσες να πας σε οντισιόν, να κλείσεις κάποια δουλειά. Για εμάς τους ηθοποιούς, κατάντησε δυσοίωνο, φοβιστικό και αγχωτικό για το τι μέλλει γενέσθαι. Βρεθήκαμε κάποιοι συνάδελφοι για να συζητήσουμε τι θα μπορούσε να γίνει, να προτείνουμε έργα με λίγα άτομα όταν ανοίξουμε. Οπότε, υπήρχε ένα άγχος, μια αβεβαιότητα την οποία δεν μπορούσες να αντιμετωπίσεις και να παλέψεις με αυτήν».


Ξαφνικά η ιδιότητα του ηθοποιού δεν είχε καμία προοπτική, σχολιάζω. «Ακριβώς, αυτό ήταν το μεγάλο θέμα για εμάς, μας αφαιρούν την ιδιότητα, και ξαφνικά δεν ξέρεις τι να κάνεις. Εγώ κάθισα και διάβασα, βιβλία, έργα, και για γνώση και για έμπνευση και οτιδήποτε. Κάποια στιγμή σε εξαντλεί, θέλεις να το κάνεις και δημιουργία, να το υλοποιήσεις κάπως, σε μια παράσταση, σε μια περφόρμανς, σε μια δράση. Στα θέατρα μπορούν να τηρηθούν οι αποστάσεις και οι οδηγίες. Λες πότε θα τελειώσει, πότε θα συμβεί, όλη αυτή η δημιουργία έπαψε, δεν γίνεται πλέον, και δεν μπορείς να την κάνεις, ούτε καν στον δρόμο».

 

7 Θεσσαλονικείς μιλούν για τη διαφορετική Πρωτοχρονιά μιας οχυρωμένης πόλης
Η Θεσσαλονίκη είναι μια πόλη που γλεντάει, που ξενυχτάει, που διαθέτει αναρίθμητα καφέ, μπαρ, ταβέρνες, εστιατόρια. Αυτή τη στιγμή είναι όλα κλειστά. Φωτο: EUROKINISSI/ΜΟΤΙΟΝΤΕΑΜ/ ΒΕΡΒΕΡΙΔΗΣ ΒΑΣΙΛΗΣ


Έχουν κατηγορηθεί πολύ οι νέοι ως απερίσκεπτοι και ανεύθυνοι. Εσύ τι πιστεύεις; «Προσωπικά, έχω πολύ κοντινούς μου ανθρώπους που θα κινδυνεύσουν αν το κολλήσουν, κι έτσι πρόσεχα. Από την άλλη, η αλήθεια είναι ότι μαζεύονταν πολλοί άνθρωποι στην παραλία, ήταν γεμάτη. Στην αρχή όχι τόσο, αλλά στην πορεία χαλάρωσε το πράγμα, μετά ξαναμαζεύτηκαν. Νομίζω ότι πολλοί ήταν ευσυνείδητοι.

 

Στη δική μου παρέα, ας πούμε, φροντίζαμε να είμαστε πίσω στην ώρα μας, δεν καθόμασταν πουθενά, δεν συμμετείχαμε σε πάρτι και συναθροίσεις. Οι συναθροίσεις συμβαίνουν και θα συμβαίνουν από κάποιους που δεν το σκέφτονται τόσο πολύ. Ίσως οι μικρότερες ηλικίες δεν το έχουν τόσο στο μυαλό τους, αλλά στη δική μας ηλικία είναι κάπου στη μέση, αντιλαμβάνεσαι την επικινδυνότητα και είναι κάποιοι που αποφασίζουν ότι πρέπει να τηρήσουμε τα μέτρα ακόμα κι αν δεν τα πιστεύουμε. Η αλήθεια είναι κάπου στη μέση, πολλοί δεν τηρούν τα μέτρα και δεν αποφασίζουν να συγκρατήσουν τους εαυτούς τους, αλλά πιστεύω ότι υπάρχουν αρκετοί οι οποίοι το κάνουν. Τουλάχιστον στο δικό μου περιβάλλον».

 

Θεωρείς ότι η γενιά σου ζει μια αδικία; «Θεωρώ ότι η γενιά μου μεταξύ 20 και 30 έζησε μια κρίση, τώρα αυτό που ξεκίνησε από το Πάσχα. Σοβαρό πλήγμα. Πολλοί είναι εκτεθειμένοι, δεν είχαν δουλειά, ήταν άνεργοι και δεν έχουν συμπληρώσει ένσημα ώστε να πάρουν επίδομα βοήθειας. Και για πόσο μπορείς να ζήσεις με επιδόματα των 500 για τους τυχερούς... Για μια γενιά που αλλάζει συνεχώς δουλειές, εγώ είμαι από τους τυχερούς και έχω βρει ένα καταφύγιο. Πολλοί άλλοι έχουν μηδενικό εισόδημα.


Με την παρέα μου λέμε "πότε θα πάμε μια εκδρομούλα;" ή "πότε θα μαζευτούμε σε ένα σπίτι περισσότεροι από τρεις άνθρωποι;". Δεν γίνεται όμως. Θα θέλαμε να παίξουμε ποδόσφαιρο, να κάνουμε μια βόλτα στην παραλία. Ακούω συναδέλφους που κάνουν πρόβες μέσα από βιντεοκλήσεις και αντιμετωπίζουν πολλά προβλήματα. Είναι ένα πλήγμα το ότι δεν μπορείς να πας στον χώρο σου, να δεις τον άλλον, να πλησιάσεις. Είναι μια θλίψη, μια ψυχολογική κατάπτωση που δεν μπορεί να περιγραφεί με λόγια. Εγώ βλέπω μια πόλη σε έναν μετεωρισμό, η οποία πραγματικά δεν ξέρει πού θα κατευθυνθεί όλο αυτό και πού θα φτάσει. Είναι όλοι σε ένα ερωτηματικό για το τι θα συμβεί και πραγματικά ελπίζω όλο αυτό κάποια στιγμή να τελειώσει με τις λιγότερες δυνατές απώλειες».

 

Σκέφτομαι πως ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουμε οι πολίτες την πανδημία είναι ανάλογος του πώς αντιμετωπίζουμε τους σηματοδότες, λόγου χάρη, ή τα όρια ταχύτητας στους αυτοκινητοδρόμους. Περνάμε (είτε ως οδηγοί είτε ως πεζοί) ενίοτε με κόκκινο, τρέχουμε με 150 ή και περισσότερο, θεωρώντας (ελπίζοντας δηλαδή) πως το "κακό" δεν θα συμβεί ποτέ σ' εμάς.


Ο 19χρονος σπουδαστής Φωτογραφίας Μηνάς Τσιτσής νιώθει ακόμα πιο παγιδευμένος: «Πλέον είμαστε μέσα στα σπίτια μας, ασχολούμαστε ο καθένας με τα χόμπι του. Το να μαζευτούμε σε κάποιο σπίτι συμβαίνει πολύ πιο σπάνια απ' ό,τι παλιότερα. Στη διάδοση του κορωνοϊού ίσως έχουν παίξει ρόλο κάποια πάρτι που έγιναν, αλλά ότι φταίμε οι νέοι είναι λίγο ειρωνικό, εφόσον τα μέσα μεταφοράς είναι γεμάτα με όλες τις ηλικίες, οπότε δεν νομίζω ότι οφείλεται αποκλειστικά στη νεολαία. Το lockdown είναι σίγουρα πιο ενοχλητικό για εμάς απ' ό,τι για τους μεγαλύτερους. Είχαμε συνηθίσει να βγαίνουμε περισσότερο. Νομίζω ότι έχουμε σκάσει μέσα. Από κει και πέρα, δεν είναι συνολικό το θέμα, είναι πώς το βλέπει καθένας ξεχωριστά. Άλλοι μπορεί να στραφούν σε καλλιτεχνικά πράγματα για να απασχοληθούν και άλλους θα τους πάρει από κάτω. Προσωπικά, επειδή ασχολούμαι με το street photography, η όλη κατάσταση είναι ένα καινούργιο θέμα που μου δίνει νέες δυνατότητες».

 


Ζήτησα από τον Γιώργο Κορδομενίδη, διευθυντή στο «Εντευκτήριο» (περιοδικό / εκδόσεις / εκδηλώσεις) να μου γράψει έναν επίλογο. «Τη νύχτα, μετά την απαγόρευση της κυκλοφορίας, οι δρόμοι της πόλης έχουν μια απόκοσμη ερημιά· αν δεν τους διέσχιζε πότε πότε ένα delivery boy με το μηχανάκι (ή με το πατίνι) του, θα μπορούσες να σκεφτείς ότι μια πανδημία, ας πούμε, εξολόθρευσε όλο τον πληθυσμό και είσαι ο μόνος επιζών. Αυτοκίνητα και σπίτια (με ελάχιστα παράθυρα φωτισμένα) είναι βέβαια στη θέση τους, ανέγγιχτα, ατάραχα, αδιάφορα...


Στο φως της ημέρας μόνο από τις μάσκες στα πρόσωπα των περαστικών καταλαβαίνει κανείς πως ζούμε μια μη κανονικότητα εδώ και δέκα μήνες. Μέσα στα σουπερμάρκετ, πάντως, η κατάσταση είναι σχεδόν όπως παλιά· εκεί που διαλέγεις καρότα, ας πούμε, έρχεται ο άλλος / η άλλη και κολλάει δίπλα σου, σε απόσταση ούτε καν μισού μέτρου. Διότι οι υπεύθυνοι κάθε καταστήματος ελέγχουν (σε μεγάλο ή μικρότερο βαθμό) τον αριθμό των πελατών αλλά όχι και τη συμπεριφορά τους· ακόμη κι αν κάποιος πελάτης δεν φοράει μάσκα, κανείς από το προσωπικό δεν θα του κάνει παρατήρηση.


Σκέφτομαι πως ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίζουμε οι πολίτες την πανδημία είναι ανάλογος του πώς αντιμετωπίζουμε τους σηματοδότες, λόγου χάρη, ή τα όρια ταχύτητας στους αυτοκινητοδρόμους. Περνάμε (είτε ως οδηγοί είτε ως πεζοί) ενίοτε με κόκκινο, τρέχουμε με 150 ή και περισσότερο, θεωρώντας (ελπίζοντας δηλαδή) πως το "κακό" δεν θα συμβεί ποτέ σ' εμάς. Χρήσιμο πράγμα οι ζωτικές ψευδαισθήσεις, που έλεγε ο δάσκαλός μου ο Μαρωνίτης – αρκεί να μην καταλήγουν αυτοκαταστροφικές.

 

7 Θεσσαλονικείς μιλούν για τη διαφορετική Πρωτοχρονιά μιας οχυρωμένης πόλης
Τη νύχτα, μετά την απαγόρευση της κυκλοφορίας, οι δρόμοι της πόλης έχουν μια απόκοσμη ερημιά. Φωτο: Μηνάς Τσιτσής.


Οι καραντίνες δεν επηρέασαν την καθημερινότητά μου, τουλάχιστον σε πρακτικό επίπεδο. Μονόχνοτος και μη κοινωνικός τα τελευταία χρόνια, δεν ήμουν προ καραντίνας ο τύπος που πηγαίνει από θέατρο σε κινηματογράφο και από συναυλία σε μπαρ ή σε εστιατόρια και ταβερνεία – επομένως δεν μου λείπει σχεδόν τίποτε από αυτά (βέβαια, είναι διαφορετικό το να μην αισθάνεσαι την ανάγκη να συμφάγεις με φίλους και είναι άλλο να μην μπορείς να το κάνεις, ακόμη κι όταν θέλεις). Ας πούμε, το πιο σοβαρό "πρόβλημα" που αντιμετώπιζα όσο διάστημα η αγορά δεν λειτουργούσε ήταν το ότι δεν μπορούσα να προμηθευτώ έναν νέο κόφτη λαχανικών! Αστειότητες, μωρό μου, θα έλεγε ο Ντίνος.


Αυτό που μου λείπει είναι η εγγύτητα, η σωματική επαφή (χειραψίες, αγκαλιές, φιλιά) με τους συγγενείς και τους φίλους / τις φίλες. Με τσακίζει το ότι χάσαμε, λόγω Covid, την εξαδέλφη μας "Τζιτζίνα" (κατά κόσμον Ελένη)· ότι ήταν μόνη και απαρηγόρητη στον (προ)θάλαμο των μελλοθανάτων επί 10 ημέρες· ότι πέθανε χωρίς κάποιο δικό της πρόσωπο να της κρατεί το χέρι· ότι στερηθήκαμε τη δυνατότητα να την αποχαιρετήσουμε· ότι ακόμη δεν μπορώ να μοιραστώ την αφόρητη λύπη μου με τα αδέλφια της.


Υποθέτω πως όταν τελειώσει αυτός ο εφιάλτης ο κόσμος μας θα είναι διαφορετικός· και ελπίζω πως τουλάχιστον, μετά απ' όλα αυτά που περνούμε, θα είναι λίγο καλύτερος, καθώς αισθανθήκαμε (περισσότερο από ποτέ στο παρελθόν) την ανάσα του θανάτου στον σβέρκο μας ή / και στον σβέρκο κοντινών και αγαπημένων μας προσώπων».

 

Ακολουθήστε το LiFO.gr στο Google News και μάθετε πρώτοι όλες τις ειδήσεις

 

Δείτε όλες τις τελευταίες Ειδήσεις από την Ελλάδα και τον Κόσμο, στο LiFO.gr