Για πολλούς άντρο της ανηθικότητας και της ακολασίας, για άλλους υπόδειγμα πολιτισμού και τέχνης, η Πομπηία παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα αρχαιολογικά αινίγματα, με το ένα τρίτο της να είναι μέχρι σήμερα, ανεξερεύνητο.
Η μεγαλύτερη ανασκαφή των τελευταίων 70 ετών όμως, βρίσκεται σε εξέλιξη και τα ευρήματά της κρατούν την ιστορία της πιο αμφιλεγόμενης πόλης, ένα από τα πιο ελκυστικά και πολλά υποσχόμενα κεφάλαια της Ιστορίας και της Αρχαιολογίας.
«Ήταν εραστής της ή γιος της;» αναρωτήθηκαν οι αρχαιολόγοι, όταν αντίκρισαν δύο σκελετούς, έναν ανδρικό και γυναικείο, που «ήταν ξεκάθαρα σωματικά κοντά τη στιγμή του θανάτου τους». Εκείνη επάνω σε κρεβάτι, εκείνος στο πάτωμα. Εκείνη φαίνεται πως ήταν πλουσιότερη ή τουλάχιστον είχε μαζί της χρυσό. Πέρασαν τις τελευταίες τους στιγμές μαζί που ήταν φρικτές. Εκείνος, όπως δείχνουν τα τραύματά του, πέθανε πρώτος. Οι ερευνητές προσφέρουν ακόμη ένα στοιχείο: τις ηλικίες τους. Εκείνη ήταν μεταξύ 30 με 40, εκείνος στην εφηβεία ή στις αρχές της τρίτης δεκαετίας του. Ίσως, ήταν εραστές, ίσως μητέρα και παιδί, ίσως εντελώς άγνωστοι. Ακόμη και με απόσταση 2.000 χρόνων, οι αρχαιολόγοι εύχονται «να μην είδε τον ίδιο της τον γιο να πεθαίνει».

Μόνο από αυτούς τους δύο σκελετούς προκύπτουν σενάρια που φέρνουν τη σύγχρονη επιστήμη όλο και πιο κοντά στην πραγματικότητα για την Πομπηία, η φήμη της οποίας έχει περάσει από έντονες διακυμάνσεις στους τρεις και πλέον αιώνες της έναρξης των ανασκαφών.
Η «Χαμένη Πόλη» έχει χρησιμοποιηθεί και πολλάκις «κακοποιηθεί από κάθε γενιά», όπως θα συμφωνήσει ομάδα ιστορικών. Υπήρξε λατομείο πέτρας και κλασικής τέχνης. Προβλήθηκε ως παράδειγμα σεξουαλικής ελευθερίας, αλλά και ανηθικότητας και ακολασίας. Λίγοι κατάφεραν να «ξεπεράσουν» το διαβόητο άγαλμα θεού που συνευρίσκεται με κατσίκα, το οποίο ανακαλύφθηκε το 1752. Την ίδια ώρα, υπήρξε υπόδειγμα πολιτισμού από τα εντυπωσιακά υδραυλικά της, αλλά και βαρβαρότητας, αναφορικά με την ιδιαίτερα εκτεταμένη δουλεία στην πόλη.
Κάθε γενιά έδωσε τη δική της ερμηνεία: οι χριστιανοί την αποδοκίμασαν· ο Μουσολίνι δείπνησε εκεί.... Συχνά αποκαλείται «Χαμένη Πόλη», αλλά λίγες πόλεις χαίρουν τέτοιας δημοσιότητας για σχεδόν κάθε τετραγωνικό μέτρο της.
Η Πομπηία μοιάζει τόσο οικεία: έχει αποτελέσει έμπνευση για ταινίες, μυθιστορήματα και ιστορικά βιβλία. Η τέχνη της κοσμεί μαγνητάκια ψυγείου και τα ψηφιδωτά της γίνονται χαλάκια εισόδου. Η πόλη έχει αναχθεί σε σουβενίρ. Νομίζουμε ότι ξέρουμε επαρκώς πολλά για την Πομπηία, αλλά στην ουσία, απλά ξεχνάμε εύκολα πόσα ακόμη αγνοούμε: Το ένα τρίτο της παραμένει ανεξερεύνητο.

«Καλώς ήλθατε στην Πομπηία», θα γράψει ο Economist στο ειδικό αφιέρωμά του με φωτογραφίες του Danilo Scarpati, καθώς η μεγαλύτερη ανασκαφή των τελευταίων 70 ετών βρίσκεται σε εξέλιξη: έχουν αποκαλυφθεί 3.200 τετραγωνικά μέτρα και έχουν μετακινηθεί «αμέτρητοι τόνοι χώματος, μπάζων και ελαφρόπετρας. Σε αυτά βρίσκονται, μέχρι στιγμής, τρία σπίτια, ένα λουτρό, μια τοιχογραφία που μοιάζει τόσο πολύ με πίτσα, πέντε ανθρώπινοι σκελετοί».
Η ανασκαφή προκαλεί έκπληξη, όχι τόσο για το τι ανακαλύπτεται, αλλά για το ότι υπάρχει ακόμη κάτι να βρεθεί.
Με ισχυρή αρωγή της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης, οι αρχαιολόγοι ξεκίνησαν νέες ανασκαφές το 2023. «Είναι περίπλοκες», λέει ο Γκάμπριελ Τσούχτριγκελ, διευθυντής του χώρου και συγγραφέας του βιβλίου «Η Θαμμένη Πόλη». Το μότο του βιβλίου του προέρχεται από το ημερολόγιο του Χέρμαν Μέλβιλ: «Η Πομπηία σαν οποιαδήποτε άλλη πόλη. Η ίδια παλιά ανθρωπότητα. Όλα τα ίδια, είτε κάποιος είναι νεκρός είτε ζωντανός».
Ανασκαφή που μοιάζει με «πολύπλοκη χειρουργική επέμβαση»
Όταν ο Βεζούβιος εξερράγη το 79 μ.Χ., εκτοξεύοντας σύννεφο στάχτης 32 χλμ. στον ουρανό και πιάνοντας απροετοίμαστους τους ντόπιους -που δεν ήξεραν καν τι σημαίνει η λέξη «ηφαίστειο», επάνω στην Πομπηία δεν έπεσε λάβα, αλλά ελαφρόπετρα.
Οι πέτρες έπεφταν με ρυθμό 15 εκατοστά την ώρα. Σε τρεις ώρες είχαν φτάσει έως τα γόνατα, στο ύψος μικρού παιδιού. Οι περισσότεροι έφυγαν -ίσως το 90% διέφυγε. Όσοι έμειναν, -όπως οι σκελετοί στο σπίτι- παγιδεύτηκαν. «Το δωμάτιό τους έγινε ο τάφος τους», λέει η αρχαιολόγος, Σόφι Χέι. Οι τοίχοι άρχισαν να καταρρέουν από το βάρος. Στην Πομπηία οι άνθρωποι πέθαναν από ασφυξία. Στην Ηράκλεια έβρασαν οι εγκέφαλοι. Οι κόκκοι της ελαφρόπετρας ήταν τόσο ελαφροί και στεγνοί που προστάτευσαν ό,τι κάλυψαν. Οι αρχαιολόγοι, λέει η δρ. Χέι, την αποκαλούν «υλικό συσκευασίας της Amazon».
«Στην Πομπηία δεν σκάβεις, αλλά ξεπακετάρεις, ξεσκονίζεις γκρι κομμάτια παγωμένου αφρού».
Το πρόβλημα με την Πομπηία δεν είναι να φτάσει κανείς στα ευρήματα, αλλά «να τα κρατήσει όρθια», θα επιμείνουν οι ειδικοί, με αναφορές στον καταστροφικό συνδυασμό ελαφρόπετρας και πυροκλαστικού κύματος που πάγωσε τα σώματα σαν σε στιγμιότυπο. Ένας μισογκρεμισμένος τοίχος μπορεί να στηρίζεται αποκλειστικά στην ελαφρόπετρα. Αν την αφαιρέσεις, μπορεί να καταρρεύσει σαν τεράστιο Jenga. Ο δρ. Τσούχτριγκελ θα παρομοιάσει την ανασκαφή με «πολύπλοκη χειρουργική επέμβαση».
Κι όμως, ο κόπος άξιζε, γιατί τα ευρήματα κόβουν την ανάσα.
Οι νέες ανασκαφές είναι παρθένες. «Ένα λουτρό έχει τόσο τέλεια καμπυλωτά σκαλιά στη δεξαμενή του που μπορείς να φανταστείς να βουτάς ακόμη και σήμερα. Πολλά σπίτια ήταν σε ανακαίνιση: σε ένα, τα κεραμίδια της στέγης μένουν στοιβαγμένα στο πάτωμα· δίπλα στον τοίχο, ένας κουβάς λερωμένος με ασβέστη περιμένει τον μάστορα. Οι αρχαιολόγοι παίζουν παιχνίδι -«ρωμαϊκό real estate»: ποιο σπίτι είναι το καλύτερο;», περιγράφεται στο δημοσίευμα.
Η Ιστορία κατηγορεί τους Βουρβόνους για την μανία τους να «αρπάζουν» αρχαιότητες. Το ίδιο υποστηρίζει και ο δρ. Τσούχτριγκελ για τους τουρίστες, που αποκτούν εμπειρίες τόσο αχόρταγα όσο οι Βουρβόνοι. Εκατομμύρια την επισκέπτονται κάθε χρόνο, ιδρωμένοι στην αγορά, γελώντας στο πορνείο, όπου η ξενάγηση σε εννιά γλώσσες περιγράφει τη «σεξουαλική ζωή της Πομπηίας». Ο δρ. Τσούχτριγκελ περιόρισε τις ημερήσιες επισκέψεις σε 20.000, από 36.000.
Θα προτιμούσε οι επισκέπτες να μην «τσεκάρουν» αξιοθέατα, αλλά να εστιάσουν σε ένα, προσεκτικά. Ποιο; Δείχνει το αγαπημένο του:
Σε ένα μικρό σπίτι, υπάρχουν σχεδιασμένοι με κάρβουνο μονομάχοι. Όταν το ανακάλυψαν πέρυσι, νόμιζαν πως ήταν σχέδιο ενηλίκου. Μετά βρήκαν ότι ο καλλιτέχνης είχε, κατά κάποιον τρόπο, βάλει υπογραφή: είχε σχεδιάσει με κάρβουνο το περίγραμμα του χεριού του. Από το μέγεθος, ο καλλιτέχνης πρέπει να ήταν έξι ή επτά ετών. Όταν το βλέπουν, όλοι κάνουν την ίδια κίνηση, λέει ο δρ. Τσούχτριγκελ: απλώνουν το δικό τους χέρι πάνω στο σημείο που έβαλε το δικό του, το παιδί της Πομπηίας.
Μέσα από τα ευρήματα -είτε είναι σχέδια παιδιού είτε τα απομεινάρια των θυμάτων- αναδεικνύεται η κοινή, διαχρονική ανθρώπινη εμπειρία. Η Πομπηία δεν είναι μόνο χαμένη πόλη, αλλά ένας ζωντανός διάλογος με την ίδια την ανθρώπινη φύση.
Με πληροφορίες από Economist