Στις χώρες με την υψηλότερη φορολογική επιβάρυνση την τελευταία δεκαετία αναδεικνύεται η Ελλάδα, σύμφωνα με τα τελευταία στοιχεία του ΟΟΣΑ.

 

Όπως προκύπτει από την έκθεση Revenue Statistics 1965-2018 του ΟΟΣΑ, το 1965 η Ελλάδα είχε φορολογικά έσοδα που αντιστοιχούσαν στο 17,1% του ΑΕΠ, όταν ο μέσος όρος στον ΟΟΣΑ ήταν 24,9%.

 

Το 2010, στην αρχή της κρίσης, η Ελλάδα βρισκόταν στον μέσο όρο του ΟΟΣΑ, με τα φορολογικά έσοδα να ανέρχονται στο 32% του ΑΕΠ. Δύο χρόνια μετά, το 2012, η φορολογική επιβάρυνση έφθασε στο 35,5%, το 2014 με μικρή αύξηση ανήλθε το 35,7% του ΑΕΠ για να εκτοξευτεί στο 38,7% του ΑΕΠ το 2018.

 

Την περίοδο των μνημονίων 2010-2018, καταγράφεται στη χώρα μας αύξηση φόρων κατά 6,7 ποσοστιαίες μονάδες του ΑΕΠ. Πρόκειται για τη μοναδική χώρα που επιβάρυνε σε τόσο μικρή χρονική περίοδο τους φορολογουμένους. Συγκεκριμένα, οι φορολογικές επιβαρύνσεις από το 32% του ΑΕΠ που ήταν το 2010 έφθασαν στο 38,7% του ΑΕΠ το 2018, όταν ο μέσος όρος του ΟΟΣΑ ήταν 34,3% του ΑΕΠ.

 

Η μείωση του αφορολόγητου ορίου από τις 12.000 ευρώ στις 5.000 ευρώ το 2011 και η αύξησή του μετέπειτα στις 8.636 ευρώ συνετέλεσε στη διόγκωση των επιβαρύνσεων. Στην άμεση φορολογία, οι συντελεστές του φόρου εισοδήματος φυσικών και νομικών προσώπων αναπροσαρμόστηκαν, η πλειονότητα των φοροαπαλλαγών εξαλείφθηκε, ενώ εφαρμόστηκε πρόσθετη εισφορά αλληλεγγύης.

 

Σε όλα αυτά πρέπει να προστεθούν και οι αυξήσεις στην έμμεση φορολογία. Σύμφωνα με την έκθεση του ΟΟΣΑ, η συμμετοχή των έμμεσων φόρων και ιδιαίτερα του ΦΠΑ, στο σύνολο των φορολογικών εσόδων, είναι η μεγαλύτερη για τη χώρα μας. Συγκεκριμένα, το 2010 τα έσοδα από ΦΠΑ ανέρχονταν στα 15,958 δισ. ευρώ, έκαναν μια ελεύθερη πτώση στα 12,8 δισ. ευρώ έως το 2015 και το 2017 ανέβηκαν στα περίπου 14,6 δισ. ευρώ.

 

Όταν η Ελλάδα εισήλθε στην κρίση το 2010, το σύνολο των φορολογικών εσόδων έφθανε τα 95,9 δισ. δολ. Το 2014, ύστερα από δύο μνημόνια, τα έσοδα υποχώρησαν στα 85,3 δισ. δολ., το 2017 έπειτα από δύο δέσμες φορολογικών μέτρων συρρικνώθηκαν περαιτέρω στα 79,1 δισ. δολ., για να αυξηθούν το 2018 στα 84,4 δισ. δολ.

 

Όπως επισημαίνουν οι αναλυτές του ΟΟΣΑ, τα έσοδα από φόρους και εισφορές στις προηγμένες οικονομίες παρέμειναν σχεδόν στα ίδια επίπεδα σε σχέση με το 2017, κάτι που σηματοδοτεί το τέλος της τάσης των αλλεπάλληλων ετήσιων αυξήσεων σε φόρους και εισφορές που παρατηρούνταν διαρκώς μετά τη χρηματοπιστωτική κρίση.

 

Οι φόροι στα ακίνητα

 

Τα στοιχεία του ΟΟΣΑ αποκαλύπτουν ακόμη ότι οι φόροι στην περιουσία εξαπλασιάστηκαν. Το 2010, αντιστοιχούσαν σε μόλις 0,2% του ΑΕΠ ή περίπου  600 εκατ. ευρώ. Το 2018, οι φόροι στην ακίνητη περιουσία είναι δέκα φορές πάνω ως ποσοστό του ΑΕΠ (2%) ή έξι φορές πάνω σε απόλυτα μεγέθη στα 3,6 δισ. ευρώ και πριν από τη φετινή μείωση του ΕΝΦΙΑ.

 

Σύμφωνα με στοιχεία:

 

• Το 2010 το Δημόσιο εισέπραξε από τη φορολόγηση των ακινήτων 487 εκατ. ευρώ, ενώ το δηλoύμενο εισόδημα από ακίνητα ανερχόταν στα 8,87 δισ. ευρώ.

• Το 2011 οι φόροι των ακινήτων έφθασαν το 1,17 δισ. ευρώ, ενώ το δηλούμενο εισόδημα μειώθηκε στα 7,98 δισ. ευρώ (1.584.059 φορολογούμενοι είχαν εισοδήματα από ακίνητα).

• Το 2012 οι φόροι των ακινήτων διαμορφώθηκαν στα 2,75 δισ. ευρώ, ενώ το εισόδημα από ακίνητα διαμορφώθηκε στα 6,8 δισ. ευρώ.

• Το 2013 οι φόροι των ακινήτων αυξήθηκαν περαιτέρω και διαμορφώθηκαν στα 2,991 δισ. ευρώ, με το δηλούμενο εισόδημα να μειώνεται στα 6,22 δισ. ευρώ.

• Το 2014 οι φόροι των ακινήτων έσπασαν το φράγμα των 3 δισ. ευρώ και συγκεκριμένα εισπράχθηκαν 3,474 δισ. ευρώ, με το δηλούμενο εισόδημα να περιορίζεται στα 6,08 δισ. ευρώ.

• Το 2015 οι φόροι στα ακίνητα ανήλθαν στα 3,18 δισ. ευρώ, με το δηλούμενο εισόδημα να υποχωρεί στα 6,05 δισ. ευρώ.

• Το 2016 οι φόροι στα ακίνητα ανήλθαν στα 3,53 δισ. ευρώ, με το δηλούμενο εισόδημα από ακίνητα να περιορίζεται και να φθάνει τα 6,1 δισ. ευρώ.

• Το 2017 οι φόροι στα ακίνητα διαμορφώθηκαν στα ίδια επίπεδα, με το δηλούμενο εισόδημα από ακίνητα να φθάνει στα 6,19 δισ. ευρώ.

 

Με πληροφορίες από Καθημερινή