Η Amazon είχε μια κακή εβδομάδα, αλλά υπάρχουν και καλά νέα για τον κολοσσό της τεχνολογίας καθώς δεν θα πληρώσει ούτε ένα σεντ για ομοσπονδιακό φόρο εισοδήματος για τα 11,2 δισ. δολάρια των κερδών που πέτυχε πέρυσι.

 

Ο online γίγαντας αγορών και τεχνολογιών δεν θα προχωρήσει στην κατασκευή δεύτερης έδρας στη Νέα Υόρκη μετά από τις αντιδράσεις για μια προτεινόμενη διευκόλυνση επιχορήγησης ύψους 3 δισ. δολαρίων. Οι τοπικοί πολιτικοί αμφισβήτησαν γιατί μια εταιρεία που έκανε 1 δισεκατομμύριο δολάρια το μήνα τους τελευταίους τρεις μήνες του 2018 μόνο θα πρέπει να εγκατασταθεί στη Νέα Υόρκη με μετρητά των φορολογουμένων.

 

Αυτοί οι επικριτές έχουν ένα ακόμη όπλο στα επιχειρήματά τους αυτή την εβδομάδα, καθώς η φορολογική υπηρεσία δημοσίευσε μια έκθεση που δείχνει ότι η Amazon δεν πληρώνει ούτε ένα σεντ για ομοσπονδιακούς φόρους για δεύτερη συνεχόμενη χρονιά.

 

Το 2018, η Amazon σχεδόν διπλασίασε τα κέρδη της, από 5,6 δισεκατομμύρια δολάρια σε 11,2 δισεκατομμύρια δολάρια. Αλλά δήλωσε επιστροφή φόρου εισοδήματος 129 εκατ. ευρώ μειώνοντας το ποσοστό φορολόγησης στο -1%.

 

Αυτό το επίτευγμα οφείλεται εν μέρει σε διάφορες απροσδιόριστες «φορολογικές ελαφρύνσεις» καθώς και σε μια φορολογική παρέκκλιση για εκτελεστικά δικαιώματα προαίρεσης, σύμφωνα με την ITEP. Τυπικά η Amazon δεν έχει κάνει κάτι παράνομο, αλλά απλά εκμεταλλεύεται όλο το περίπλοκο νομικό πλαίσιο για τις φορολογικές ελαφρύνσεις του 1%.

 

Η Amazon βέβαια δεν είναι η μόνη καθώς εταιρία που πέτυχε κάτι τέτοιο. Όπως επεσήμανε η ITEP την περασμένη εβδομάδα, το Netflix κέρδισε 845 εκατομμύρια δολάρια το 2018, το μεγαλύτερο κέρδος της εταιρίας, αλλά δεν πλήρωσε φόρο εισοδήματος.

 

Ο αμερικανικός φορολογικός κώδικας επιτρέπει στις εταιρείες που χάνουν χρήματα να μειώσουν το μελλοντικό φορολογητέο εισόδημά τους και η Amazon είναι μια από τις εταιρίες που έχουν εκμεταλλευτεί στο έπακρο τα παράθυρα και τα κενά αυτού του νόμου, πετυχαίνοντας προκλητικά χαμηλό φορολογικό συντελεστή και αποφεύγοντας έτσι να πληρώσει τεράστια ποσά.

 

Η Amazon είχε απώλειες δισεκατομμυρίων δολαρίων κατά τις πρώτες δύο δεκαετίες και κατέγραψε απώλειες ύψους 3 δισεκατομμυρίων δολαρίων κατά τα πρώτα οκτώ χρόνια της ως δημόσια επιχείρηση. Η πιο πρόσφατη ετήσια ζημία ανήλθε σε 241 εκατομμύρια δολάρια το 2014.